ΤΟ ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ ΣΤΟ ΠΙΑΤΟ ΜΑΣ: ΟΤΑΝ ΤΟ ΦΘΗΝΟΤΕΡΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ
“Η πιο κρίσιμη, και λιγότερο συζητημένη, επίπτωση της συμφωνίας αφορά το πού τελικά θα καταλήξουν αυτά τα προϊόντα”.
Σε μια Ευρώπη που τα τελευταία χρόνια επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με την τροφή, την αυτάρκεια και την ποιότητα των πρώτων υλών, η εμπορική συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρών της Mercosur επανέρχεται ως ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα εγχειρήματα της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής. Η συμφωνία υπόσχεται άνοιγμα αγορών, φθηνότερες εισαγωγές και μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων. Ταυτόχρονα όμως, για ευαίσθητους αγροδιατροφικούς τομείς – όπως η πτηνοτροφία – εγείρει ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο τους παραγωγούς, αλλά και τον ίδιο τον καταναλωτή.
Το κοτόπουλο αποτελεί σήμερα το πιο διαδεδομένο πρωτεϊνούχο τρόφιμο στην Ευρώπη. Είναι οικονομικό, εύκολα προσβάσιμο και θεωρείται από μεγάλο μέρος των καταναλωτών “καθαρότερη” επιλογή σε σχέση με το κόκκινο κρέας. Ακριβώς γι’ αυτό, οποιαδήποτε μεταβολή στο παραγωγικό και εμπορικό του μοντέλο έχει άμεσες και βαθιές επιπτώσεις στην καθημερινή διατροφή εκατομμυρίων πολιτών.
Η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Mercosur προβλέπει σταδιακή απελευθέρωση εισαγωγών πτηνοτροφικών προϊόντων προς την ευρωπαϊκή αγορά, μέσω γενναίων ποσοστώσεων και μειωμένων ή μηδενικών δασμών. Σε απόλυτους αριθμούς, πρόκειται για ποσότητες που δεν είναι αμελητέες: αντιστοιχούν σε σημαντικό ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης κοτόπουλου στην Ευρώπη, ιδίως σε συγκεκριμένες κατηγορίες όπως φιλέτα, κατεψυγμένα και προϊόντα πρώτης ύλης για μεταποίηση.
Σε επίπεδο αγοράς, η είσοδος μεγάλων ποσοτήτων χαμηλότερου κόστους προϊόντων λειτουργεί ως καταλύτης πίεσης τιμών. Όχι μόνο για τους παραγωγούς, αλλά και για ολόκληρη την αλυσίδα αξίας: από τη μεταποίηση μέχρι τη λιανική και την εστίαση. Η εμπειρία από αντίστοιχες εμπορικές συμφωνίες δείχνει ότι οι πιέσεις αυτές σπάνια απορροφώνται αποκλειστικά από τους μεσάζοντες. Συνήθως μεταφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, προς τα κάτω – στους παραγωγούς, και προς τα πάνω, στους καταναλωτές, με τρόπους λιγότερο ορατούς.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της συμφωνίας είναι ότι οι αυξημένες εισαγωγές θα οδηγήσουν σε χαμηλότερες τιμές για τον καταναλωτή. Στην πράξη, όμως, η σχέση μεταξύ κόστους εισαγωγής και τιμής στο ράφι δεν είναι γραμμική.
Οι μειώσεις δασμών και το χαμηλότερο κόστος παραγωγής στις χώρες της Mercosur δεν συνοδεύονται από καμία θεσμική εγγύηση ότι το όφελος θα περάσει στον τελικό καταναλωτή. Αντίθετα, διεθνείς αναλύσεις δείχνουν ότι σε αγορές με ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη των μεγάλων αλυσίδων και της μαζικής εστίασης, το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς τιμής απορροφάται ενδιάμεσα, χωρίς ουσιαστική ανακούφιση για το οικογενειακό καλάθι.
Με απλά λόγια: το κοτόπουλο μπορεί να εισάγεται φθηνότερα, αλλά ο καταναλωτής δεν θα το δει απαραίτητα φθηνότερο.
Η πιο κρίσιμη, και λιγότερο συζητημένη, επίπτωση της συμφωνίας αφορά το πού τελικά θα καταλήξουν αυτά τα προϊόντα. Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγόμενων ποσοτήτων δεν προορίζεται για τον πάγκο του κρεοπωλείου ή το νωπό φιλέτο στο σούπερ μάρκετ. Κατευθύνεται κυρίως:
- στη βιομηχανία επεξεργασμένων τροφίμων
- στη μαζική εστίαση
- σε έτοιμα γεύματα και προϊόντα όπου το κοτόπουλο αποτελεί συστατικό και όχι πρωταγωνιστή
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το ζήτημα της διαφάνειας. Σε αντίθεση με το νωπό κρέας, όπου η χώρα προέλευσης είναι εμφανής, στα επεξεργασμένα προϊόντα και στα πιάτα της εστίασης η πληροφορία αυτή συχνά απουσιάζει ή χάνεται σε γενικόλογες ενδείξεις. Ο καταναλωτής μπορεί να καταναλώνει κοτόπουλο προερχόμενο από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, χωρίς να το γνωρίζει, και χωρίς να έχει τη δυνατότητα συνειδητής επιλογής.
Τυπικά, όλα τα προϊόντα που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν να πληρούν τα ευρωπαϊκά υγειονομικά πρότυπα. Ωστόσο, η έννοια της “ισοδυναμίας” δεν σημαίνει ταυτόσημες συνθήκες παραγωγής.
Οι ευρωπαίοι παραγωγοί λειτουργούν υπό ένα από τα αυστηρότερα κανονιστικά πλαίσια παγκοσμίως: περιορισμοί στη χρήση αντιβιοτικών, κανόνες ευζωίας, περιβαλλοντικές υποχρεώσεις, ενεργειακό κόστος και αυξημένες απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας. Σε πολλές χώρες της Mercosur, τα πρότυπα αυτά είναι σαφώς πιο ελαστικά, γεγονός που μειώνει το κόστος παραγωγής αλλά δημιουργεί και ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί ένα προϊόν να θεωρείται πραγματικά “ισοδύναμο” όταν παράγεται σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες;
Οι έλεγχοι στα σύνορα, όσο αυστηροί κι αν είναι, δεν μπορούν να αναπαραστήσουν ή να επιβεβαιώσουν ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου ο καταναλωτής καλείται να εμπιστευτεί ένα σύστημα που λειτουργεί περισσότερο στη βάση της δήλωσης συμμόρφωσης παρά της πλήρους διαφάνειας.
Ίσως η πιο υποτιμημένη διάσταση της συμφωνίας αφορά τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη διατροφική συμπεριφορά. Όταν η αγορά κατακλύζεται από φθηνότερα προϊόντα χαμηλότερων προδιαγραφών, οι προσδοκίες αλλάζουν. Η τιμή γίνεται κυρίαρχο κριτήριο εις βάρος της ποιότητας, της προέλευσης και της βιωσιμότητας.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: οι παραγωγοί πιέζονται να μειώσουν κόστη, οι επενδύσεις σε ποιότητα και καινοτομία υποχωρούν και ο καταναλωτής συνηθίζει σε ένα “νέο κανονικό” χαμηλότερων απαιτήσεων. Το κοτόπουλο παύει να είναι προϊόν επιλογής και γίνεται απλώς μια φθηνή πρώτη ύλη.
Η συζήτηση γύρω από τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης- Mercosur δεν αφορά μόνο το εμπόριο. Αφορά το μοντέλο παραγωγής τροφίμων που επιλέγει η Ευρώπη, το επίπεδο προστασίας που παρέχει στους καταναλωτές της και το κατά πόσο η έννοια της βιωσιμότητας εφαρμόζεται με συνέπεια – όχι μόνο εντός συνόρων, αλλά και στις εμπορικές της σχέσεις.
Μιλώντας για τη συμφωνία ΕΕ – Mercosur o Κώστας Μοσχονάς CEO RM International τονίζει ότι εντείνεται η ανάγκη για τις ελληνικές επιχειρήσεις να θωρακίσουν την ταυτότητα των προϊόντων τους. Όπως εξηγεί κάθε διεθνής συμφωνία φέρνει μαζί της ένα σύνθετο μείγμα προκλήσεων και νέων προοπτικών. Ενώ ανοίγονται δρόμοι για συνεργασίες σε ευρύτερες αγορές, παράλληλα εντείνεται η ανάγκη για τις ελληνικές επιχειρήσεις να θωρακίσουν την ταυτότητα των προϊόντων τους.
Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, η απάντηση στον αυξανόμενο ανταγωνισμό δεν βρίσκεται στη σύγκριση των τιμών, όπως λέει αλλά στην ανάδειξη της μοναδικότητας και της ποιοτικής υπεροχής των προϊόντων, στοιχεία που δεν μπορούν να υποκατασταθούν εύκολα.
Όσον αφορά την προσιτότητα, “ο στόχος μας πρέπει να είναι η ανάδειξη του ποιοτικού τροφίμου ως μια ουσιαστική αξία για την καθημερινή διατροφή. Μέσα από μια πιο αποδοτική αλυσίδα αξίας και τη σωστή ενημέρωση, το ποιοτικό ελληνικό τρόφιμο μπορεί και πρέπει να παραμείνει προσβάσιμο, αποτελώντας μια διαχρονική επένδυση στην υγεία και την ευεξία του καταναλωτή”.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η πτηνοτροφία αποτελεί πυλώνα περιφερειακής ανάπτυξης και σημαντικό κομμάτι της επισιτιστικής ασφάλειας, το διακύβευμα είναι διπλό: οικονομικό και κοινωνικό. Και για τον καταναλωτή, το ερώτημα παραμένει απλό αλλά κρίσιμο, θέλουμε απλώς φθηνότερο κοτόπουλο ή θέλουμε να ξέρουμε τι βάζουμε στο πιάτο μας;
Η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Πτηνοτροφίας (ΕΔΟΠ), η οποία αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο του κλάδου στη χώρα μας, απηύθυνε επιστολή προς τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) Κώστα Τσιάρα, στην οποία θέτονται οι σοβαρές ανησυχίες του κλάδου σχετικά με την εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών Mercosur, όπως έχει ήδη συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και βρίσκεται σε διαδικασία κύρωσης, καθώς και οι επιπτώσεις που η συμφωνία αναμένεται να έχει στην ελληνική πτηνοτροφία και συνολικά στην εγχώρια αγροδιατροφική παραγωγή. Σε επικοινωνία του N24/7 με το ΥΠΑΑΤ πηγές κοντά στον κ. Τσιάρα υπογράμμισαν ότι το Υπουργείο είναι ανοικτό σε συναντήσεις και πως “δεν συζητιούνται όλα με ανακοινώσεις, απαντήσεις και ανταπαντήσεις”.