ΑΙ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΤΙ ΜΕΛΛΕΙ ΓΕΝΕΣΘΑΙ; ΡΩΤΗΣΑΜΕ ΤΟΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ GRANTA

Διακεκριμένος δημοσιογράφος και επικεφαλής ενός από τα πιο επιδραστικά μέσα στον κόσμο του βιβλίου, ο Τόμας Μίνεϊ μίλησε στο NEWS 24/7 με αφορμή την επικείμενη παρουσία του στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας.

Η δημοσιογραφική ιδιότητα του συνεργάτη μέσων όπως τα New Yorker, London Review of Books και New Left Review θα ήταν από μόνη της αρκετή για να αποτελέσει ο Τόμας Μίνεϊ μία από τις μετακλήσεις οποιουδήποτε διεθνούς φεστιβάλ λογοτεχνίας.

Είναι όμως τα ηνία του διευθυντή που κρατά στα χέρια του, και μάλιστα με ρηξικέλευθη και ανανεωτική ζέση, από το 2023 στο Granta, το ξακουστό βρετανικό περιοδικό που σχεδόν 140 χρόνια μετά τη γέννησή του συνεχίζει να αποτελεί μία από τις «βίβλους» στον (αγγλοσαξωνικό και όχι μόνο) κόσμο του βιβλίου, που καθιστά εμφατικά εύλογη την παρουσία του στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (27-29/3, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων) και τη συμμετοχή του σε μια εκδήλωση για το παρόν και το μέλλον της λογοτεχνίας – μια εκδήλωση εμπνευσμένη, όπως λένε οι ιθύνοντες του φεστιβάλ, από ένα ερώτημα που προέκυψε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης από τον Τζέιμς Γουντ, τον κατά πολλούς εγκυρότερο εν ζωή κριτικό λογοτεχνίας στις ΗΠΑ, ο οποίος είχε παραχωρήσει το 2023 μια μεγάλη συνέντευξη στο NEWS 24/7.

Ένα από τα ζητήματα που θα αναλυθούν αναπόφευκτα στην εκδήλωση θα είναι οι αλλαγές που έχει ήδη αρχίσει να επιφέρει στην λογοτεχνία η Τεχνητή Νοημοσύνη. Περί αυτού είναι και το τελευταίο σχόλιο που του ζητήθηκε να κάνει στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Αναλάβατε τη διεύθυνση του Granta το 2023. Σε μια εποχή που μειώνεται ο χώρος για την ανάλυση και την κριτική της λογοτεχνίας και των τεχνών γενικότερα τουλάχιστον στο επίπεδο των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, ποια είναι η μεγαλύτερη ανησυχία και η υψηλότερη φιλοδοξία σας για το μέλλον ενός περιοδικού στο οποίο μέχρι σήμερα έχουν δημοσιευτεί κείμενα τριάντα ενός συγγραφέων βραβευμένων με Νόμπελ;
Αυτό που απολαμβάνω περισσότερο στον ρόλο μου είναι η δυνατότητα να συνεργάζομαι στενά με τους συναδέλφους μου, τα μέλη της συντακτικής ομάδας, και με τους συγγραφείς, τα κείμενα των οποίων δημοσιεύουμε στο περιοδικό. Το Granta αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μία ιδιαίτερη θέση στον κόσμο της λογοτεχνίας, καθώς παρατηρούμε διαρκώς μόνο αύξηση στις συνδρομές και το αναγνωστικό μας κοινό. Παρά λοιπόν την δύσκολη κατάσταση που περιγράφετε και τις αρνητικές προβλέψεις για το μέλλον, εμείς διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν ακόμη αναγνώστες που επιμένουν να θέλουν να απορροφηθούν από ένα μακροσκελές κείμενο σε έντυπη μορφή. Ή ακόμη και από ένα ποίημα.

Ποια είναι με λίγα λόγια η διαδικασία προετοιμασίας κάθε τεύχους;
Η διαδικασία, η μέθοδος, αν θέλετε, εξαρτάται από το αν το τεύχος έχει ή όχι συγκεκριμένο γεωγραφικό επίκεντρο. Αν όντως υπάρχει, κατά κανόνα αυτό που κάνουμε είναι να επικοινωνήσουμε με μεταφραστές, να τους αναλύσουμε την κεντρική ιδέα και νέα μάθουμε ποιο είναι το πιο αξιοσημείωτο νέο συγγραφικό υλικό που παράγεται στην εν λόγω περιοχή. Διαβάζουμε πάρα πολλά κείμενα, τελικά όμως όλα εξαρτώνται από τους μεταφραστές.

Στην περίπτωση των τευχών που είναι αφιερωμένα σε πιο εξειδικευμένα θέματα, χωρίς όμως γεωγραφικό προσδιορισμό, τείνουμε να βρίσκουμε ένα πολύ δυνατό κείμενο -μπορεί να αφορά οτιδήποτε- και κατόπιν, με αυτό ως θεμέλιο, χτίζουμε το υπόλοιπο τεύχος γύρω του. Για παράδειγμα το κείμενο που μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να αφιερώσουμε ένα τεύχος στη «θεραπεία» ήταν μια ιστορία του συγγραφέα από το Λος Άντζελες, Jesse Barron, σχετικά με μια σχέση θεραπευτή-ασθενή που ξέφυγε από τον έλεγχο αφού άρχισαν να κοιμούνται μαζί.

Ποια είναι η άποψή σας για τη σύγχρονη λογοτεχνία; Υπάρχουν συγκεκριμένες τάσεις που προτιμάτε και θεωρείτε σημαντικότερες από άλλες;
Στο Granta είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στη μυθοπλασία που έχει πολύ προφανές στιλ και μήνυμα και προσπαθεί εξώφθαλμα να το επιβάλλει στο αναγνωστικό κοινό. Εννοώ αυτή την τάση να μοιάζουν τα μυθιστορήματα με μεγάλα άρθρα γνώμης. Ή μάλλον το αντίστροφο: την τάση να μεταμφιέζονται τα άρθρα γνώμης συνήθως με άσχημο τρόπο ως διηγήματα ή μυθιστορήματα. Τείνουμε να μην προτιμούμε τη λογοτεχνία που προσπαθεί να κερδίσει πόντους λέγοντας για παράδειγμα απλώς όλα τα σωστά πράγματα για το κλίμα, με τη μορφή όμως μυθιστορήματος. Μας ελκύουν λιγότερο τα εκφραστικά «κουτάκια», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν προτιμούμε την προσεκτική και άκρως ελεγχόμενη πρόζα – είναι άλλο το ένα και άλλο το άλλο.

Πώς θα ορίζατε την καλή και την κακή λογοτεχνία; Συνάδει αυτή η διάκριση με εκείνη μεταξύ της λεγόμενης υψηλής και λαϊκής λογοτεχνίας, ή αν προτιμάτε μεταξύ απαιτητικών και εύκολων βιβλίων;
Είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς την κακή και την καλή λογοτεχνία. Μπαίνω όμως στον πειρασμό να πω ότι υπάρχουν τέσσερις ευρείες κατηγορίες: Η κακή «κακή λογοτεχνία», η κακή αλλά κατά κάποιον τρόπο «καλή λογοτεχνία», η καλή αλλά κατά κάποιον τρόπο «κακή λογοτεχνία» και η καλή «καλή λογοτεχνία». Αφήνω στους αναγνώστες σας να αποφασίσουν ποια από τα βιβλία έχουν στο κομοδίνο τους ταιριάζουν σε κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες.

Εξώφυλλο του περιοδικού

Τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα έχουν κλείσει μερικά εμβληματικά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία εξαιτίας της μη βιωσιμότητάς τους. Επιπλέον, είναι προφανές ότι όλο και περισσότερο «διαβάζουμε» εικόνες αντί για λέξεις, τις οποίες καταναλώνουμε τόσο γρήγορα ώστε δεν έχουμε καν τα λίγα λεπτά που μπορεί να απαιτούνται για να τις επεξεργαστούμε. Ταυτόχρονα, όμως, γράφονται και εκδίδονται περισσότερα βιβλία από ποτέ -και δεν μιλάω για τις αυτοεκδόσεις- και νέοι, μπουτίκ οίκοι μπαίνουν στο εκδοτικό τερέν. Πώς εξηγείτε αυτό το παράδοξο;
Με τα κλιμακούμενα επίπεδα αυτού που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν «διάκριση» σε εξαιρετικά πολύπλοκες ταξικές κοινωνίες όπως η δική μας, θα υπάρχει πάντα ένα κομμάτι της αγοράς για πράγματα και αποκτήματα που υποδηλώνουν το εκλεπτυσμένο μας γούστο. Είναι τα σήματα που στέλνουμε στον περίγυρό μας. Ένα τέτοιο σήμα εξακολουθούν να αποτελούν και τα βιβλία, και μάλιστα εξίσου καλό και δυνατό με οποιοδήποτε άλλο από αυτή την άποψη.

Από εκεί και πέρα η ιστορία έχει αποδείξει ότι η πρωτοποριακή λογοτεχνία ευδοκιμεί -ή, αν προτιμάτε, κάθε άλλο παρά πλήττεται- απευθυνόμενη σε ένα μικρό, επίλεκτο, πιο ψαγμένο κοινό. Όλη η ιστορία του μοντερνισμού είναι μια ιστορία μικρών περιοδικών, ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων και κοινού που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ένας σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης πρόσφατα μου είπε τα εξής: «Το ζήτημα δεν είναι απλά να περνάς την ώρα σου, αλλά να κερδίζεις ταυτόχρονα πράγματα που αφορούν την ψυχούλα σου, τη γνώση σου και τη θέση σου στον κόσμο. Τα βιβλία δεν θα σε βοηθήσουν ποτέ με οδηγίες για να ζητήσεις καλύτερο μεροκάματο ή για να κερδίσεις το άτομο που σε ενδιαφέρει ερωτικά ή για να φέρεις σε πέρας άλλα πρακτικά ζητήματα της ζωής. Θα σε κάνουν όμως άνθρωπο ικανό να τα διεκδικήσει όλα αυτά. Τα βιβλία είναι αναμορφωτήρια ψυχής. Δηλαδή τα απαιτητικά βιβλία, όχι τα άλλα». Συμφωνείτε;
Ο σημαντικός Ρωμαίος συγγραφέας Οβίδιος θα διαφωνούσε με τον σημαντικό Έλληνα συγγραφέα που αναφέρετε: η λογοτεχνία και βέβαια μπορεί να έχει να κάνει με το να μάθεις να πείθεις τους ανθρώπους να ξαπλώσουν στο κρεβάτι μαζί σου. «Τα βιβλία είναι αναμορφωτήρια ψυχής»; Ελπίζω πως όχι! Ακούγεται κάπως αυστηρό και σκληρό, η όλη ιδέα δηλαδή ότι τα βιβλία σε κάνουν κατά κάποιον τρόπο καλύτερο άνθρωπο. Μου φέρνει στο μυαλό την εικόνα βιβλίων που υποτίθεται ότι θεραπεύουν την ψυχή σου και τα πηγαινοφέρνουν σε ένα καροτσάκι στους διαδρόμους μιας φυλακής! Δεν νομίζω ότι τα καλύτερα βιβλία φιλοδοξούν καν να το κάνουν αυτό. Έχουν περισσότερο να κάνουν με το να προσφέρουν ευχαρίστηση, να σου δίνουν τη δυνατότητα να δεις τον κόσμο με έναν άλλο τρόπο, μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου. Με ένα τρόπο που ίσως να αφήσει αρκετά σημάδια στον εαυτό σου ώστε να γίνει κομμάτι σου και να αλλάξει τελικά τη ζωή σου.

Δεδομένου ότι έχει πια παγιωθεί ψηφιακά μια νέα δυναμική στη σχέση μεταξύ συγγραφέων και αναγνωστών, πιστεύετε ότι υπάρχουν όντως επιπτώσεις, αρνητικές ή θετικές, στα βιβλία καθαυτά εξαιτίας του γεγονότος ότι οι μεν, θέλοντας και μη, έχουν ακόμη και καθημερινή -ενώ γράφουν- επίγνωση των όσων λένε οι δε γι’ αυτούς, είτε γενικά είτε επικοινωνώντας απευθείας μέσω κοινωνικών δικτύων;
Είναι επί της ουσίας πραγματικά καινούργια αυτή η δυναμική; Τι γίνεται με εκείνους που διάβαζαν κάποτε με πάθος τον Ουόλτ Γουίτμαν και μετά ταξίδευαν στο Κάμντεν για να τον συναντήσουν; Ή οι ιστορίες που έχουμε ακούσει για ανθρώπους στη Γερμανία που έκαναν προσκυνηματικές εκδρομές στη Βαϊμάρη για να δουν τον Γκαίτε, ή ακόμα και που αυτοκτόνησαν μιμούμενοι τον ήρωα του βιβλίου «Tα πάθη του νεαρού Βέρθερου»; Πιστεύω ότι οι έντονες σχέσεις μεταξύ αναγνωστών και συγγραφέων δεν αποτελούν νέο φαινόμενο. Το νεότερο στοιχείο ίσως είναι το γεγονός ότι οι συγγραφείς μπορούν πλέον να παρακάμπτουν πιο εύκολα τους μεσάζοντες -εκδότες, τυπογράφους κ.λπ.- και να γράφουν πιο άμεσα για τους αναγνώστες τους.

Ποια είναι η άποψη σας για τις αλλαγές που έχει ήδη αρχίσει να επιφέρει στο εκδοτικό τοπίο η Τεχνητή Νοημοσύνη;
Είναι πολύ νωρίς για να πούμε με σιγουριά τι θα γίνει ακόμη και στο προσεχές μέλλον. Το πεδίο εξελίσσεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Μου έχουν ζητήσει πολλές φορές να κάνω κάποια επίσημη δήλωση σχετικά με τις απόψεις του Granta για τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Για την ώρα επιμένω να αρνούμαι.

Σχετικό Άρθρο
Info:

Περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση «Εντάξει με το παρελθόν, τι θα γίνει όμως με το παρόν και το μέλλον της λογοτεχνίας;» (28 Μαρτίου, 16:30-18:00) στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας: ailf.gr

Ακολουθήστε στην Google το NEWS 24/7 και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο

 

Παίξτε τα Games του NEWS 24/7: Σταυρόλεξο, Sudoku, WordroW & Word Search!

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα