ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΚΑΡΜΕΝ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ QUEER ΑΠΟΛΑΥΣΗ

Επίσης: Το Origin της Έιβα Ντιβερνέ είναι η πιο απρόσμενη ταινία του φετινού Διαγωνιστικού.

Δύο γκέι φίλοι, τρομερά διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά με τόση αγάπη μες στη φιλία τους. Σε μια παραλία γυμνιστών, όπου τα γυμνά κορμιά περνοδιαβαίνουν και γεμίζουν την οθόνη ανά πάσα στιγμή, είτε ως μια χιουμοριστική λεπτομέρεια στην άκρη του κάδρου είτε ως κάτι που σε κοιτά κατάματα διακόπτοντας έξυπνα τη ροή της ιστορίας.

Ο ένας είναι ο Νικήτας (Ανδρέας Λαμπρόπουλος), πρώην ηθοποιός που τώρα είναι σκηνοθέτης και προσπαθεί να γυρίσει μια «φαν, σέξι, low budget» ταινία και θαυμάζει τον Ξαβιέ Ντολάν. Τον πιάνει άγχος κιόλας: Στην ηλικία του, ο Ντολάν είχε ήδη γυρίσει ένα σωρό ταινίες!

Ο άλλος είναι ο Δημοσθένης (Γιώργος Τσιαντούλας), ηθοποιός κι αυτός κάποτε που τώρα έχει σοβαρή δουλειά όμως προτείνει στον Νικήτα να τον βοηθήσει να γράψουν μαζί το σενάριο που χρειάζεται για την ταινία του.

Και το σενάριο; Θα βασίζεται στην προ δύο ετών εμπειρία τους, ένα κομβικής σημασίας καλοκαίρι κατά τη διάρκεια του οποίου ο Δημοσθένης χώρισε με τον Πάνο, τη μεγάλη σχέση της ζωής του, έχοντας παράλληλα να διαχειριστεί μια οικογενειακή κρίση. Πώς εκείνο το καλοκαίρι –το Καλοκαίρι της Κάρμεν του τίτλου– τον καθορίζει συναισθηματικά μέχρι και σήμερα;

Οι δυο τους αναπτύσουν δραματουργικά τον σκελετό του σεναρίου, εκεί, στην παραλία γυμνιστών, με γυμνά κορμιά να πηγαίνουν και να έρχονται και κόσμο να κάνει σεξ σε κοινή θέα. Και καθώς αναλύουν τις μεγάλες αποφάσεις πλοκής και τις δραματικές κορυφώσεις εκείνου του καλοκαιριού, διαπιστώνουν πως ακόμα και μέχρι σήμερα, έχουν διαφορετική ανάγνωση της κατάστασης.

ΚΟΡΜΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΠΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Nikolas Kominis - Studio Kominis

Ο Ζαχαρίας Μαυροειδής μετά τον Απόστρατο επιστρέφει με διαθέσεις καυτές και δροσιστικές την ίδια στιγμή, θέλοντας να πει μια απλή ιστορία με παιχνιδιάρικο, ανάλαφρο τρόπο, που όμως κρύβει κάτι αληθινά απρόσμενο στην καρδιά της. Όχι απαραίτητα συνταρακτικό ή τρίσβαθο –δεν χρειάζεται όλες οι ταινίες να διαχειρίζονται το κοινωνικό βάρος της σύγχρονης Ελλάδας– όμως μιλάει με ειλικρίνεια και ευθύτητα για ένα είδος σχέσης που τελικά δεν βλέπουμε και τρομερά συχνά στο σινεμά.

Το εύρημα του είναι μια έξυπνη παραλλαγή της ταινίας-μέσα-στην-ταινία, όπου η «μέσα» ταινία δεν υπάρχει ακόμα, παρά είναι αντικείμενο συζήτησης και διαπραγμάτευσης. Οι δύο κεντρικοί πρωταγωνιστές συζητούν το προ διετίας καλοκαίρι μέσα από μια κινηματογραφική-δραματουργική σκοπιά (πόσοι από εμάς δεν έχουν αναλογιστεί πολλές φορές το παρελθόν και τις αποφάσεις τους σα να ήταν σημεία πλοκής σε κάποια ταινία;) κάτι που τους επιτρέπει να επισκεφθούν ξανά το παρελθόν με μια χιουμοριστική και ταυτόχρονα ψύχραιμη οπτική και απόσταση. Σε αυτή την πορεία υπάρχουν στιγμές που μπορεί η ταινία να πέσει σε μια μικρή λούπα επανάληψης (θα μπορούσε οπωσδήποτε να είναι πιο σφιχτή και μικρότερη σε διάρκεια) όμως διαθέτει μια φρεσκάδα που τελικά υπερκαλύπτει τα όποια αρνητικά.

Ο Μαυροειδής εναλλάσει τους χώρους όπου αναπτύσσεται το δράμα με τα απλωμένα, χορταστικά, ηλιόλουστα κάδρα στα βράχια που χτυπά η θάλασσα και είναι γεμάτα αντρικά κορμιά, σα να υπενθυμίζει διαρκώς στο θεατή, στον ίδιο και στους χαρακτήρες του πως, τελικά, είναι ΟΚ: Όλα αυτά εν τέλει γίνονται υλικό για προσωπικές αφηγήσεις, για προσωπική Ιστορία, το είδος των πραγμάτων που κάποτε θα σκεφτόμαστε και θα (χαμο)γελάμε, έστω κι αν συνεχίζουν να μας τσιγκλάνε ή –ακόμα και– να μας πονάνε.

Ο ίδιοι οι δύο χαρακτήρες, απόλυτα διακριτοί και με σαφήνεια σχηματισμένοι (και απολαυστικά παιγμένοι από τους δύο ηθοποιούς), παίζουν όλο αυτό το κινηματογραφικό παιχνίδι με χιούμορ αλλά και με δόσεις μελαγχολίας. Οι διάλογοι είναι γεμάτοι πνευματώδη διαμαντάκια με μπόλικες μάλιστα αναφορές στην εγχώρια –και όχι μόνο– κινηματογραφική σκηνή (με ένα φανταστικό Greek weird wave αστείο μεταξύ άλλων) και η αφήγηση στημένη με ένα τρόπο που κλείνει το μάτι στις δραματουργικές συμβάσεις και στα δομικά στοιχεία μιας οποιασδήποτε rom com, εμφανώς αγκαλιάζοντάς τα αλλά με μια διάθεση να κάνει και κάτι διαφορετικό με αυτά. (Η ταινία νοιάζεται βαθιά για μια φιλική σχέση με τρόπο που δε βλέπουμε συχνά στο σινεμά.)

Όχι πως όλα έτσι βγάζουν νόημα και μοιάζουν τακτοποιημένα: Ο Δημοσθένης ακόμα αδυνατεί να συλλάβει το πόσο τον πλήγωσε αυτός ο χωρισμός, ακόμα και καθώς περνάει κάθε απόφαση βήμα βήμα. Και ακόμα και απλώνοντας όλες τις κομβικές στιγμές στο χαρτί (ή έστω, στην οθόνη), υπάρχουν στιγμές που οι δύο φίλοι δεν είναι σίγουροι πώς αυτά που λένε υπακούν στους συμβατικούς κανόνες αφήγησης. «Περίμενε, μήπως αυτή η απόφαση είναι το τέλος της 2ης πράξης κι όχι της 1ης;», θα αναρωτηθεί κάποια στιγμή ο Νικήτας. Η ζωή δεν είναι ποτέ απόλυτα τακτοποιημένη. Αλλά μπορείς να την κοιτάς με φρέσκο βλέμμα.

(Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο τμήμα Giornate Degli Autori του 80ού φεστιβάλ Βενετίας και αναμένουμε περισσότερα για τη μελλοντική της κυκλοφορία στην Ελλάδα.)

ORIGIN: Η ΠΙΟ ΙΔΙΟΜΟΡΦΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Η Έιβα ΝτιΒερνέ στην πρεμιέρα του Origin στο 80ό φεστιβάλ Βενετίας. Vianney Le Caer/Invision/AP

Αξίζει πριν ολοκληρώσουμε αυτή την ανταπόκριση από το 80ό φεστιβάλ Βενετίας να αναφερθούμε και σε μια ακόμα ταινία του Επίσημου Διαγωνιστικού τμήματος, που αποτελούσε πριν την προβολή ένα από τα μεγάλα ερωτηματικά της φετινής διοργάνωσης.

Όταν ανακοινώθηκε το πρόγραμμα του φεστιβάλ κανένας τίτλος δεν δημιούργησε το μεγαλύτερο *gasp!* από το Origin της Έιβα Ντιβερνέ, μια ταινία που δεν ξέραμε καν πως ήταν έτοιμη (πως γυριζόταν;;) από μια σκηνοθέτη με τόσο αυστηρά αμερικάνικη θεματική και οπτική στο –απίστευτα άνισο– έργο της που θα έμοιαζε εκ των πραγμάτων πλήρως αταίριαστη με το φεστιβάλ Βενετίας.

Η Ντιβερνέ έγινε αληθινά γνωστή στους κινηματογραφικούς κύκλους όταν το Selma, ένα από τα πιο δυναμικά ακτιβιστικά φιλμ με τη μορφή biopic για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αποκλείστηκε εν πολλοίς από τις μεγάλες οσκαρικές κατηγορίες της χρονιάς του, παίζοντας κεντρικό ρόλο στην αλλαγή νοοτροπίας που ακολούθησε ως προς τη θέση των Μαύρων ιστοριών και ταλέντων στα Όσκαρ– και στη βιομηχανία γενικότερα.

Το ντεμπούτο της, Middle of Nowhere, παραμένει ένα φιλμ με ιδανική ισορροπία ανάμεσα στο διαπροσωπικό και το κοινωνικό, ενώ το μετέπειτα ντοκιμαντέρ της 13th για το Netflix αποτελεί ένα ένα από τα πλέον καθοριστικά μοντέρνα κινηματογραφικά κείμενα πάνω στη συστημικότητα του ρατσισμού και τις μορφές σύγχρονης σκλαβιάς στις ΗΠΑ. (Σκηνοθέτησε και την πρόσφατη μίνι σειρά When They See Us, επίσης με εξαιρετικά επίκαιρη θεματική.)

Το μπλοκμπάστερ ντεμπούτο της ωστόσο, A Wrinkle in Time, είναι ένα από τα πιο αδιανόητα άσχημα (και αδιανόητα γενικότερα), συναρπαστικά αποτυχημένα στουντιακά φιλμ της τελευταίας δεκαετίας, ενώ γενικότερα το σινεμά της έχει μια ροπή προς τον διδακτισμό και την ανάπτυξη ιδεών, συχνά εις βάρος της αφήγησης.

Δεν υπάρχουν σωστές και λάθος απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα βέβαια, ένα σινεμά ιδεών μπορεί να είναι επίσης σινεμά. Όμως το Origin περνά σε τέτοια άκρα που καταλήγει οριακά να μοιάζει με οπτικοποιημένο πόντκαστ. Κι ακόμα κι έτσι, περιέργως, αποτελεί ένα ιδιόμορφο και αξιοπερίεργο φιλμικό κομμάτι που έχει και με το παραπάνω θέση σε ένα διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου.

ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ


Το Origin εστιάζει στο έργο της βραβευμένης με Πούλιτζερ συγγραφέα Ίζαμπελ Γουίλκερσον καθώς ερευνά τη γένεση της κοινωνικής αδικίας και των ανισοτήτων σε ένα παγκόσμιο επίπεδο που μας ενώνει όλους και όλες – επιχειρηματολογώντας πως ο ρατσισμός στις ΗΠΑ δεν είναι παρά μία μόνο έκφραση αυτής της παγκόσμιας συστημικής ανισότητας. Η έρευνά της έχει αποτέλεσμα το βιβλίο Caste, και η ταινία παίρνει μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, ουσιαστικά προσπαθώντας να οπτικοποιήσει και μετατρέψει σε αφήγηση, τη διαδικασία μέσα από την οποία η Γουίλκερσον κατέληξε στην ανάπτυξη αυτής της θεωρίας.

Σαν σοβαρή, film essay εκδοχή του Adaptation(!), το Origin διασκευάζει τόσο το περιεχόμενο του βιβλίου, όσο και τη διαδικασία της δημιουργίας του, με πρόσωπα από διαφορετικές εποχές και διαφορετικές ηπείρους να μπλέκονται σε μια σύγχρονη αφήγηση που ξεκινά από την δολοφονία του Τρέιβον Μάρτιν και φτάνει ως μια έρευνα στη μακρινή Ινδία. Οι μεταβάσεις μάλιστα είναι συνήθως πολύ αποτελεσματικές, μεταφέροντάς μας από ένα καταγεγραμμένο συμβάν του σήμερα πίσω στη ναζιστική Γερμανία, από εκεί σε μια σύγχρονη διάλεξη κι από εκεί σε μια αναπαράσταση μιας μεταπολεμικής έρευνας στην καρδιά των ΗΠΑ. Είναι συναρπαστικό, τολμηρό, και σχεδόν λειτουργεί.

Οι μελοδραματικές, και κατά τόπους εντελώς τηλεοπτικές, τάσεις της Ντιβερνέ κάνουν την ταινία δύσκολη ως αισθητικό αντικείμενο: Διάλογοι που επαναλαμβάνονται και απλοποιούν, αναπαραστάσεις που δεν πείθουν πάντα, κι αυτά στο μέσον ενός εγχειρήματος που από τη φύση του είναι αποσπασματικό και διαρκώς σέρνει το θεατή με ορμή από το ένα σημείο στο άλλο.

Όμως ακόμα κι έτσι –και παρά την κάπως αδιανόητη απουσία του οικονομικού παράγοντα σε αυτή την ανάλυση, που κάνει το όλο τεράστιο πρόβλημα να μοιάζει σαν μια απόφαση που απλώς πρέπει να πάρουμε, ώστε να λυθεί– η Ντιβερνέ έχει κατασκευάσει κάτι μοναδικό, φιλόδοξο, και εν μέρει αποτελεσματικό. Η απόφασή της να μην δημιουργήσει απλώς ένα σπονδυλωτό δράμα που να ενώνει εποχές και τόπους (α λα Cloud Atlas, ενδεχομένως), αλλά να πάρει την πολύ πιο δύσκολη οδό της εμπλοκής ενός πολιτικοκοινωνικού σκεπτικού ΚΑΘΩΣ αυτό αναπτύσσεται, παίρνει τον θεατή σε ένα διαφορετικού τύπου ταξίδι, πολύ πιο ασυνήθιστου και ίσως αναγκαίου.

Το ότι παραδίδεται πλήρως στις τάσεις της να κάνει κήρυγμα δε θα ήταν απαραιτήτως προβληματικό σε ένα πρότζεκτ με τις συγκεκριμένες προθέσεις, αλλά εν τέλει η δομική αυτή επιλογή έχει ως αποτέλεσμα μια τρίτη πράξη αμήχανη, με μια διαρκή συναισθηματική κορύφωση μιας επαναλαμβανόμενης αφήγησης που έχει πια ξεχάσει οριστικά και αμετάκλητα ότι βρίσκεται σε κινηματογραφική αίθουσα.

Το Origin λειτούργησε σε πολύ κόσμο, με μια κάποια μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στους αμερικάνους κριτικούς –παρά την παγκοσμιότητα του εύρους του, που τελικά το έκανε και πολύ πιο κατανοητό ως επιλογή του φεστιβάλ–, και πιθανώς εξελιχθεί ακόμα και σε οσκαρικό παίχτη. Η εκτός Αμερικής διανομή πάντως, θα εξακολουθεί να είναι μεγάλο ρίσκο.

Το 80ό φεστιβάλ Βενετίας διεξήχθη 30 Σεπτεμβρίου ως 9 Αυγούστου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα