Dimitris Kapantais/SOOC

DUENDE: ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ ΠΟΤΑΔΙΚΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΣΕΛΙΔΑ

Με τον χαμηλό φωτισμό του, το άφθονο ουίσκι, τη θρυλική μακαρονάδα και τις συζητήσεις που κρατούσαν μέχρι αργά, σε μια Αθήνα που ολοένα αλλάζει, το Duende ήταν ένα από τα λίγα μέρη που έμοιαζαν να μένουν αναλλοίωτα στον χρόνο.

Τα παλιά to see and be seen μέρη της Αθήνας δεν είχαν ούτε ίνοξ επιφάνειες ούτε ακριβά ηχοσυστήματα· μερικά δεν είχαν τυπώσει ποτέ ούτε καν κατάλογο. Οι πιστοί προσκυνητές τους, εκείνοι που είχαν καθιερώσει μια jour fixe σε αυτά, ακουμπούσαν τους αγκώνες τους σε ξύλινες μπάρες και σίγουρα δεν προσδοκούσαν να σηκωθούν από αυτές, αφού ο χώρος δεν προσφερόταν για χορό αλλά για άφθονη συζήτηση.

Αυτά είναι τα λεγόμενα «ποτάδικα» στη γλώσσα των Αθηναίων, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν σαν χώρους ιερούς που απαιτούν κάποιο είδος έρματος· από τη στιγμή που η μουσική είναι απλώς ένα χαλί, οφείλουν όλοι να διατηρούν μια συγκεκριμένη τονικότητα προκειμένου να συνυπάρξουν αρμονικά οι παρέες.

Ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα αυθεντικά ποτάδικα του κέντρου της Αθήνας εμφανίστηκε λίγα βήματα πιο πέρα από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός το 1994, όταν ακόμα η Διονυσίου Αρεοπαγίτου δεν είχε πεζοδρομηθεί και η Αποστόλου Παύλου ήταν δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, την εποχή που τα ταξί μπορούσαν να περάσουν κάτω από την Ακρόπολη, ενώ στη γειτονιά υπήρχαν μόνο ταβέρνες και σίγουρα περισσότεροι μόνιμοι κάτοικοι παρά περαστικοί της βραχυχρόνιας μίσθωσης.

H χαρακτηριστική πινακίδα της οδού Τζιραίων με τα μπρούτζινα γράμματα Dimitris Kapantais/SOOC

Μπαρ δεν υπήρχε στο σημείο, μέχρι που ο Αλέξανδρος και η Ρένα Μπίστικα πάρκαραν στο στενό της Τζιραίων ένα βράδυ για να παρακολουθήσουν μια παράσταση στο κοντινό Θέατρο Σφενδόνη.

Οι δυο τους δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με αυτή τη δουλειά, πέρα από μια απόπειρα με το Amore Cortese στο Παγκράτι, «σε ένα νεοκλασικό στην οδό Τελεσίλης όπου ξοδέψαμε μια περιουσία για να το φτιάξουμε, αλλά ήμασταν άπειροι και δεν πήγε καλά». Βγαίνοντας από την παράσταση στο Σφενδόνη, μπήκαν στο μελλοντικό τους μαγαζί και, όσο η Ρένα ήταν στο μπάνιο, ο Αλέξανδρος έπιασε κουβέντα με τον ιδιοκτήτη, έμαθε πως το πουλούσε και την επόμενη μέρα το αγόρασε.

«Το μαγαζί ήταν λες και βρισκόσουν στην Αράχωβα, με κεραμίδια στο μπαρ, με κουρελούδες και πλακάκια στα τραπέζια, με μιλανέζικα έπιπλα που ήταν τότε της μόδας και τα αγόραζαν όλοι από τα επιπλάδικα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Αλλά μας άρεσε πολύ ο χώρος, οπότε μπήκαμε μέσα και τον αλλάξαμε όλο».

Ο Αλέξανδρος είχε υπάρξει πλοίαρχος, και καθώς τότε είχε μόλις βγει στη σύνταξη, σκεφτόταν τα λόγια ενός συναδέλφου του: «Μου έλεγε, “ρε συ, τι θα κάνουμε τώρα; Θα πηγαίνουμε απλά μέχρι το ταχυδρομείο να πληρώνουμε τους λογαριασμούς;”». Με αυτή την ατάκα καρφωμένη στο μυαλό, άρχισε να διαμορφώνει με όρεξη το μπαρ, στολίζοντάς το με αντικείμενα από πλοία του ’40 και του ’50 που θα πήγαιναν για σκραπ: επιτοίχια φωτιστικά που κάποτε φώτιζαν τις καμπίνες των αξιωματικών και ένα ρολόι από αυτά που ως δόκιμος είχε αναλάβει να κουρδίζει μια φορά την εβδομάδα.

 

Εδώ και 31 χρόνια, ο Αλέξανδρος και η Ρένα Μπίστικα τρέχουν ένα από τα τελευταία αυθεντικά ποτάδικα της Αθήνας Dimitris Kapantais/SOOC

Οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν το ιστορικό μπαρ της Ακρόπολης

Νονά του μαγαζιού είναι η Μαρία Μήτσορα, η συγγραφέας που εκείνη την περίοδο παρακολουθούσε μαθήματα ισπανικών και έτσι πρότεινε στους δύο φίλους της να αξιοποιήσουν αυτή τη λέξη, αυτή τη δυσμετάφραστη έννοια που ο Λόρκα ανέλυσε σε μια διάλεξη τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες, κατά τη διάρκεια της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική.

Στο κείμενο των ογδόντα σελίδων που προέκυψε από τη διάλεξη αναφέρει -μεταξύ άλλων- πως ένας χορευτής του φλαμένκο πρέπει να έχει μέσα του το Duende για να χορέψει καλά: τη φλόγα, το πάθος. Ή πως μπορεί κάποιος να έχει καλή φωνή, αλλά να μην έχει το Duende για να σε παρασύρει στο τραγούδι του, γιατί, όπως είχε ακούσει από έναν κιθαρίστα, «το Duende δεν βρίσκεται στο λαρύγγι, αλλά ανεβαίνει απ’ τις γυμνές πατούσες των ποδιών».

Κάπως έτσι συμβαίνει και με πολλά από τα σύγχρονα μπαρ της Αθήνας: μπορεί να τα έχει σχεδιάσει μια ομάδα αρχιτεκτόνων, μια άλλη να έχει ασχοληθεί με το storytelling τους και μια τρίτη να έχει βγάλει τις συνταγές για τα signature cocktails τους, αλλά -παρά την οργάνωση και τη μελετημένη τους ταυτότητα- ίσως να μην έχουν το Duende για να κάνουν τον κόσμο τους και να εξελιχθούν σε σταθερές αξίες της πόλης.

Στο Duende της Ακρόπολης έχει βάλει το χέρι του ο Πέρης Ιερεμιάδης, επιλέγοντας τα ασπρόμαυρα πλακάκια στο πάτωμα και έχοντας τρεις πίνακές του στους τοίχους, ανάμεσα σε ένα καδραρισμένο ύφασμα από φόρεμα τσάρλεστον του ’30 και έναν λαχουρωτό μποξά του 1850 που έντυνε μαξιλάρες. Τα μπρούτζινα, κομμένα με σέγα από έναν κοσμηματοποιό γράμματα της χαρακτηριστικής εξωτερικής ταμπέλας του μπαρ είναι κι αυτά σχεδιασμένα από τον ζωγράφο.

Dimitris Kapantais/SOOC

 

Στο μπαρ της οδού Τζιραίων, με τον χαμηλό φωτισμό, μπορούσε κανείς να μάθει λεπτομέρειες για τις παραστάσεις που ανέβαιναν στο Θέατρο Σφενδόνη και στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν πριν ακόμα τις παρακολουθήσει. «Εγώ ήμουν χωμένη στην κουζίνα, αλλά ρωτούσα μια κοπέλα που είχαμε στο σέρβις τι άκουσε για το έργο της Άννας (σ.σ. Κοκκίνου)», θυμάται η Ρένα.

Και επειδή τότε οι Αθηναίοι έκλειναν τραπέζι για μετά την παράσταση, η γειτνίαση του Duende με αυτές τις σκηνές είχε ως αποτέλεσμα η κουζίνα του να κλείνει αργά -στη μία και μισή το βράδυ-, τουλάχιστον αυτό ήταν το τυπικό ωράριό της, μια και καμιά φορά γίνονταν και κάποια χατίρια.

Σε μέρη σαν αυτό μπλέκονται τα indie kids με ανθρώπους που θαυμάζουν, οι φερέλπιδες της πόλης με εκείνους που θα ήθελαν για μέντορες. Αλλά είτε ανήκει κανείς στην αθηναϊκή ιντελιγκέντσια είτε θα ήθελε να ανήκει, σίγουρα ο επισκέπτης ενός τέτοιου ποτάδικου -νεότερος ή μεγαλύτερος- το αντιμετωπίζει σαν μέρος της ταυτότητάς του και όχι σαν χάσιμο χρόνου.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Μαριάννα Κάλμπαρη, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, ο Βασίλης Διοσκουρίδης και ο Ηλίας Νικολακόπουλος ήταν μερικοί από όσους σύχναζαν κάποτε σε αυτό το τζαζόμπαρο, όπου το ουίσκι «τραβιόταν» – εξού και κυριαρχούσε στις προθήκες του μπαρ. Η μουσική ήταν πάντα τόσο χαμηλά που «μια φορά που ήρθε επιθεώρηση, μας είπε: “Έτσι παίζετε; Άντε γεια.”», θυμάται ο Αλέξανδρος.

Dimitris Kapantais/SOOC

Παρά την τοποθεσία του, το μαγαζί δεν προσέλκυσε ποτέ πολλούς τουρίστες: «Δεν ήταν και κάτι που το θέλαμε· θα άλλαζαν την ατμόσφαιρα του χώρου. Και ένα ζευγάρι που εμφανίστηκε πρόσφατα από ένα κοντινό ξενοδοχείο υποσχέθηκε από μόνο του ότι δεν θα μοιραστεί τη διεύθυνση με άλλους».

Το επισκέπτονταν και πολιτικά πρόσωπα, με ένα από αυτά να μπαίνει μέσα και να ανακοινώνει κάθε φορά πως διατελεί υπουργός, ενώ στην πιο πρόσφατη ιστορία –τις παραμονές των εκλογών του 2015- ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιάνης Βαρουφάκης έδιναν ραντεβού εκεί, προκαλώντας με την παρουσία τους αναστάτωση στους μη φιλικά προσκείμενους στο τότε κόμμα τους θαμώνες.

Μαζί με τα ποτά έφταναν στα τραπέζια και στη μπάρα γαρίδες με ρύζι, βραστά λουκάνικα, μοσχαράκι λεμονάτο με πουρέ. Προ κρίσης, μπορεί δύο άτομα να ζητούσαν μια ποικιλία που ήταν για περισσότερα άτομα και, καθώς η Ρένα έβλεπε ότι γύριζαν πίσω στην κουζίνα πολλά τυριά, έφτιαξε την τυρόπιτα με τα πέντε διαφορετικά. Η κουζίνα της ήταν κάτι σαν το VIP του μαγαζιού: μαζευόταν κόσμος και της έκανε παρέα εκεί, ενώ ο εικαστικός και σκηνογράφος Νίκος Στεφάνου της έλεγε, «Ρένα, γιατί πάμε πάνω; Εδώ πρέπει να καθόμαστε».

Το πιάτο όμως που προσέφερε το Duende και έχει μείνει θρυλικό είναι τα μακαρόνια με κιμά της Ρένας, μια συνταγή που δεν έχουμε συνηθίσει να καταναλώνουμε σε μπαρ, αν και εκείνη δεν το έκανε για να ξεχωρίσει και να γίνει περιλάλητο. «Από τη στιγμή που είχαμε κουζίνα, δεν θα έπρεπε να έχουμε και μια μακαρονάδα; Θεραπεύει και το στομάχι μετά το πολύ αλκοόλ».

 

Ένα έργο του Πέρη Ιερεμιάδη δίπλα σε έναν λαχουρωτό μποξά του 1850 Dimitris Kapantais/SOOC

Η συνταγή μιας μακαρονάδας που αγαπήθηκε πολύ

Δύο πράγματα θέλουν προσοχή κατά την ίδια: ο κιμάς να μην είναι κομμένος δύο φορές και να είναι από ελιά ή σπάλα νεαρού μοσχαριού. Για ένα κιλό κιμά έριχνε μια κούπα λάδι σε μια πλατιά κατσαρόλα, και μόλις έκαιγε αρκετά το λάδι έριχνε το κρέας χωρίς να το ανακατέψει – το άφηνε να κάνει από κάτω λίγη κρούστα. Μόλις αυτή σχηματιζόταν, χαμήλωνε τη φωτιά στο μισό και άρχιζε να τον ανακατεύει με αυγοδάρτη μέχρι να στεγνώσει.

Στο διπλανό μάτι είχε ήδη τσιγαρίσει δύο κρεμμύδια, ψιλοκομμένα στο χέρι (ποτέ στον τρίφτη), μέχρι να ξανθύνουν. Όταν ο κιμάς πια ήταν στεγνός, έριχνε μέσα τα κρεμμύδια, αλάτι, πιπέρι, μοσχοκάρυδο, μπαχάρι και γαρύφαλλο. Στο τηγάνι όπου είχε τσιγαρίσει τα κρεμμύδια έριχνε δύο κονκασέ και έναν μικρό πελτέ με δύο κοφτές κουταλιές ζάχαρη, μια κοφτή της σούπας βούτυρο και, όταν πια η σάλτσα έπαιρνε βράση, τα έριχνε στον κιμά και ανακάτευε πάλι μέχρι να γίνουν όλα ένα.

Μιλάω σε παρελθοντικό χρόνο γιατί αυτή η μακαρονάδα έχει σταματήσει να ανακουφίζει όσους ξενυχτούν εδώ και λίγους μήνες. Όπως έγινε και με το άλλο τους μπαρ, το Παλιό Ραδιόφωνο, έτσι και τώρα ο Αλέξανδρος και η Ρένα θέλουν να κάνουν πίσω και να έρθει μια νέα εποχή για το Duende  – σε άλλα χέρια πια.

«Τριανταένα χρόνια είναι μια ζωή· πρέπει να ξεκουραστούμε. Έχει δείξει ενδιαφέρον πολύς κόσμος κατά καιρούς για το μαγαζί, αλλά θέλει κανονική βουτιά για να τρέξεις ένα μπαρ σαν αυτό. Δεν μπορεί να είναι απλά ένα πλαίσιο στο κάδρο σου, δεν μπορείς απλώς να είσαι οικοδεσπότης και να λες μόνο “χαίρετε” και “περάστε”. Σε αυτά τα μικρά μέρη πρέπει να δίνει το παρόν και να τα δουλεύει εκείνος που τα έχει».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα