Μεγαλύτερη πρόκληση για το 2020 η χρηματοδότηση της οικονομίας

Μεγαλύτερη πρόκληση για το 2020 η χρηματοδότηση της οικονομίας

Πως μπορεί η κρίση του κορονοϊού να μετεξελιχθεί σε ευκαιρία.

Μια δύσκολη, αλλά όχι χαμένη χρονιά, θεωρούν οι Διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών ότι θα είναι το 2020, καθώς η κρίση του κορονοϊού μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία για μεγάλες αλλαγές τόσο στο τραπεζικό σύστημα όσο και στην Οικονομία και τις επιχειρήσεις.

Με κάθε δημόσια τοποθέτησή τους οι επικεφαλής των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, δείχνουν ξεκάθαρα πώς η κρίση του Covid-19 αλλάζει άρδην τα μέχρι σήμερα δεδομένα, θέτοντας νέες προτεραιότητες και προκλήσεις. Κοινή πεποίθηση όλων των Ελλήνων τραπεζιτών είναι ότι η πανδημία του κορονοϊού μετεξελίχθηκε σε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση, η οποία όμως μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία για την ελληνική οικονομία. Οι εγγυήσεις του κράτους για το 80% των δανείων που θα δοθούν, η συμμετοχή της Ελλάδας στο QE, το πακέτο των 32 δις. ευρώ που ενδέχεται να φτάσει στην ελληνική οικονομία μέσω του ευρωπαϊκού ταμείου ανάκαμψης και ταυτόχρονα η χαλάρωση των κανόνων της ΕΚΤ για τα κόκκινα δάνεια, συνθέτουν ένα μοναδικό περιβάλλον.
 

Στο νέο τοπίο, οι τράπεζες μπορούν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην ανάκαμψη της Οικονομίας και στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας ώστε αυτό να γίνει σύγχρονο, βιώσιμο και ανταγωνιστικό. Τον ρόλο τους αυτό, οι τράπεζες θα κληθούν να τον παίξουν μέσω της χρηματοδότησης της Οικονομίας και της προσπάθειας κάλυψης του επενδυτικού κενού που άφησε πίσω της η δεκαετής κρίση, καθώς και μέσω της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Υπάρχει ανάγκη να γίνει ένας σχεδιασμός για το πώς το 2021 θα γίνει μια χρονιά ανάκαμψης στην οποία θα καλυφθεί το μεγαλύτερο μέρος ή και το σύνολο του χαμένου εδάφους λόγω της ύφεσης του 2020. Αυτή τη στιγμή, με τη σωστή διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση, το brand name της χώρας έχει ενισχυθεί και η βελτίωση της εικόνας της χώρας είναι σημαντική και κεφαλαιοποιήσιμη.

H Ελλάδα είναι μεταξύ των 5 πρώτων χωρών που θα λάβουν τα αναλογικά υψηλότερα κονδύλια από το Next Generation EU, το νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα ύψους 750 δισ. ευρώ, τα οποία θα αντλήσει η ΕΕ από τις αγορές. Εφόσον εγκριθεί η πρόταση στη Σύνοδο Κορυφής, θα διοχετευθούν στη χώρα μας περίπου 33 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 22,5 δισ. με τη μορφή επιχορήγησης και 9 δισ. ευρώ με τη μορφή δανείων. Επιπλέον, προετοιμάζεται και το νέο ΕΣΠΑ της περιόδου 2021-2027 με περίπου 20 δισ. ευρώ στη δεκαετία που ανοίγεται μπροστά μας. Αυτοί οι ανέλπιστα μεγάλοι πόροι θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να πετύχουμε μία συνολική επανεκκίνηση, δίνοντας έμφαση στις δράσεις που η ΕΕ στρέφει την προσοχή της, δηλαδή στην πράσινη οικονομία, στην έξυπνη οικονομία - δηλαδή την ψηφιακή μετάβαση - και στη δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη.

Με κρίσιμο παράγοντα το μέγεθος της ύφεσης φέτος, οι τραπεζίτες είναι αισιόδοξοι ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες των επιχειρήσεων θα καλυφθούν από το τραπεζικό σύστημα. «Είναι απολύτως ρεαλιστικός για τις τράπεζες ο στόχος πιστωτικής επέκτασης κατά 15 δισ. ευρώ φέτος» τονίζουν με κάθε ευκαιρία οι τραπεζίτες καθώς το πιστωτικό σύστημα έχει και τα εχέγγυα, σε κεφάλαια και ρευστότητα με τη συμβολή και των ευρωπαϊκών Αρχών, όπως επίσης και τους μηχανισμούς για να προχωρήσουν γρήγορα στις νέες δανειοδοτήσεις, όπου αυτές είναι απαραίτητες.

Οι τράπεζες εκτιμούν τις ανάγκες των επιχειρήσεων για κεφάλαιο κίνησης περίπου στα 10 δισ. ευρώ. Τα κρατικά προγράμματα που υπάρχουν ήδη (ΤΕΠΙΧ + εγγυοδοτικό σύνολο 9 δισ. ευρώ) καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρηματοδοτικών αναγκών, ενώ οι τράπεζες θα καλύψουν τα υπόλοιπα, κυρίως μέσω χρήσης ήδη εγκεκριμένων ορίων κεφαλαίων κίνησης. Σίγουρα οι εγγυήσεις του δημοσίου και τα διάφορα επιδοτούμενα από την Ευρώπη χρηματοδοτικά εργαλεία μπορούν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο και να κάνουν πολύ πιο ομαλή τη μετάβαση στη μετά κορονοϊό εποχή. Το ζητούμενο είναι οι τράπεζες να δώσουν χωρίς καθυστερήσεις και δαιδαλώδη γραφειοκρατία δάνεια στις επιχειρήσεις που δικαιούνται να τα πάρουν και παράλληλα να συμβάλλουν στη βελτίωση της απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων. Τα 15 δισ. ευρώ που υπόσχονται ότι θα δώσουν οι τράπεζες είναι κεφάλαια τα οποία μπορούν να κάνουν τη διαφορά καθώς αντιστοιχούν περίπου στο 8% του ΑΕΠ, όσο αναμένεται να συρρικνωθεί το ελληνικό ΑΕΠ φέτος. Μόνο έτσι θα μπορέσει να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό που υφίσταται και να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της πανδημίας και του lockdown.

Μεγαλύτερη πρόκληση για το 2020 η χρηματοδότηση της οικονομίας

Γραμμή ζωής 15 δις στην αγορά

Από το ξέσπασμα της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία κυβέρνηση και πιστωτικό σύστημα έλαβαν συνεκτικές πρωτοβουλίες προκειμένου να αμβλυνθούν οι σημαντικές συνέπειες της εξάπλωσης του κορονοϊού στην πραγματική οικονομία και να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή. Ιδιαίτερα οι ελληνικές τράπεζες έδειξαν αξιοσημείωτα αντανακλαστικά και έθεσαν σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα-«γέφυρα», που θα μείνει ενεργό για όσο διάστημα η κρίση του κορονοϊού προκαλεί αρρυθμίες στην οικονομική δραστηριότητα, με στόχο να κρατηθούν στη ζωή όλοι οι πελάτες τους ενήμεροι και μη.

Πρόκειται για δράσεις δυνητικού ύψους ακόμη και άνω των 15 δισ. ευρώ για το 2020, που θα υλοποιηθούν μέσω αναστολής πληρωμών ή αναδιάρθρωσης παλαιών δανείων, καθώς και χορήγησης φρέσκου χρήματος για κεφάλαιο κίνησης και για χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων. Με κάθε ευκαιρία οι διοικήσεις των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων διατύπωναν πως προτεραιότητά τους σε αυτή τη συγκυρία αποτελεί η στήριξη των υγιών επιχειρήσεων, η οποία θα συμβάλει όχι μόνο στη διάσωσή τους, αλλά και στη διάχυση ρευστότητας σε μεγάλος μέρος της αγοράς, στα οικοσυστήματα δηλαδή που είναι στημένα γύρω από βασικούς κλάδους της οικονομίας.

Αναλυτικότερα, η παροχή περιόδου χάριτος, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν θα πληρώνονται τα χρεολύσια, αφορά πράσινα επιχειρηματικά δάνεια περίπου 25 δισ. ευρώ, τα οποία μπορούν να παγώσουν και να προσθέσουν μόνο για εφέτος ρευστότητα της τάξης των 3-4 δισ. ευρώ, εφόσον όλοι οι δικαιούχοι κάνουν χρήση της διευκόλυνσης. Πρόσθετη στήριξη 1 δισ. ευρώ προσφέρει η 3μηνη επιδότηση τόκων στις συγκεκριμένες χορηγήσεις από το Δημόσιο. Από την άλλη, με το πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ ΙΙ (διετή επιδότηση τόκων 100%) εκτιμάται ότι θα διοχετευτούν στην πραγματική οικονομία περί τα 1,3 δισ. ευρώ μέσα στο καλοκαίρι, ενώ εάν αξιοποιηθεί στο 100% το νέο προϊόν κρατικής εγγυοδοσίας που θα ενεργοποιηθεί στις αρχές Ιουνίου, θα μπορούσαν να χορηγηθούν δάνεια περί τα 7 δισ. ευρώ.

Εξάλλου, έως και τον Ιούλιο αναμένεται να τρέξει νέα δράση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ, ενώ δεν αποκλείεται να ακολουθήσει και δεύτερος κύκλος.

Τέλος, ενισχύονται οι γραμμές πίστωσης απευθείας από τις τράπεζες σε μεγάλες κυρίως και μεσαίες κατά δεύτερο λόγο επιχειρήσεις. Μόνο το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου τα σχετικά όρια αυξήθηκαν κατά 3 δισ. ευρώ.

Στάση αναμονής

Είναι μάλιστα τέτοια η δύναμη πυρός που συγκεντρώθηκε σε επίπεδο ρευστότητας σε όλο το φάσμα του πιστωτικού συστήματος που όπως επισημαίνεται από τα τραπεζικά επιτελεία δύσκολα θα απορροφηθεί στο σύνολό της από την εγχώρια επιχειρηματική κοινότητα. Όπως μάλιστα αναφέρουν χαρακτηριστικά υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη, «αν εξαντληθούν όλοι οι διαθέσιμοι πόροι, οι ρυθμοί πιστωτικής μεγέθυνσης στην εταιρική πίστη μπορεί να ξεπεράσουν ακόμη και το 25% εφέτος, ποσοστό υπερβολικό για τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς».

Ήδη πάντως οι αρμόδιες διευθύνσεις των τραπεζών έχουν έρθει σε επικοινωνία με το σύνολο σχεδόν του πελατολογίου τους, ώστε να καταγράψουν τις ανάγκες ρευστότητας όχι μόνο του 2020, αλλά και της επόμενης χρονιάς. Κι αυτό διότι λόγω της εποχικότητας σε ορισμένους κλάδους και του ενδεχομένου επιχειρήσεις όπως π.χ. οι τουριστικές να μη λειτουργήσουν καθόλου εφέτος, οι ανάγκες είναι πιο σύνθετες. Με τον τρόπο αυτόν έχει γίνει ένας αρχικός σχεδιασμός για τους προϋπολογισμούς δανειοδοτήσεων του επόμενου ενάμισι χρόνου.

Αναμφίβολα το στρατηγικό σχέδιο των τραπεζών διευκολύνεται τόσο από τα προγράμματα εγγυοδοσίας και επιδοτήσεων που έχει ενεργοποιήσει το Δημόσιο, όσο και από τους χαλαρότερους εποπτικούς κανόνες ως προς την επίδραση των επισφαλειών της πανδημίας στους ισολογισμούς τους. Οι διοικήσεις τους γνωρίζουν ότι η επιβίωση σε αυτή τη φάση των ενήμερων επιχειρήσεων και των νοικοκυριών αποτελεί αναγκαία συνθήκη όχι μόνο για τις μακροοικονομικές προοπτικές της χώρας, αλλά και για τη χρηματοπιστωτική ευστάθεια.

Όπως εκτιμούν, εάν η ύφεση εφέτος διαμορφωθεί σε λογικά επίπεδα, δηλαδή δεν ξεπεράσει κατά πολύ το 5% και υπάρξει ισχυρή ανάκαμψη το 2021, το τραπεζικό σύστημα διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για να στηρίξει το σύνολο της πράσινης πελατείας. Πάντως, ακόμη είναι πολύ νωρίς για τη διατύπωση ασφαλών προβλέψεων για ύψος της νέας γενιάς 8γίνει εκτίμηση για τη συμπεριφορά των δανειοληπτών στις αποπληρωμές οφειλών μετά την τρέχουσα περίοδο χάριτος.

Σημείο κλειδί η ψηφιοποίηση

Πέρα από τις νέες χρηματοδοτήσεις και τον χειρισμό των κόκκινων δανείων, οι τραπεζίτες αναγνωρίζουν ως μεγάλη πρόκληση, για όλη την Οικονομία και όχι μόνο τις τράπεζες, την συνεχή προσαρμογή στις ψηφιακές εξελίξεις. Όποιος τομέας της Οικονομίας μείνει πίσω από τις τεχνολογικές εξελίξεις, θα χάσει μερίδιο αγοράς και θα καταστεί μη βιώσιμος.

Η ψηφιακή μετάβαση θα αποτελέσει βασικό πυλώνα για τις επενδύσεις κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης (32 δισ. ευρώ που αναλογούν στην Ελλάδα).

Ο Covid-19 έδωσε στις τράπεζες μια ανέλπιστη ώθηση στην ψηφιοποίησή τους και πλέον ό,τι μπορεί να γίνει μέσω διαδικτύου ή κινητού τηλεφώνου, περνάει μέσα από αυτές τις οδούς. Ήδη άνω του 90% των τραπεζικών συναλλαγών γίνεται πια εκτός τραπεζικού καταστήματος, ενώ παράλληλα, η ψηφιοποίηση αλλάζει και την εργασιακή κουλτούρα, με την τηλεργασία να αποτελεί τάση που ήρθε για να μείνει και να επεκταθεί.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Τράπεζες και Ανάπτυξη
SHARE:

24Media Network