Ο ρόλος της ΟΤΟΕ στις τράπεζες

Ο ρόλος της ΟΤΟΕ στις τράπεζες

Ανεξέλεγκτη η ΟΤΟΕ. Διόριζε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και επηρέαζε ακόμα και αποφάσεις στρατηγικής. Κατακτούσε μέσω πολιτικής παρέμβασης και των διορισμένων από τη κυβέρνηση, διοικήσεων, υπέρογκες αυξήσεις πολύ μεγαλύτερων από τον πληθωρισμό και το ΑΕΠ που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν με κανένα τρόπο

Όπως σε όλους τους τομείς της εργασιακής ζωής, ο συνδικαλισμός έπαιξε μεγάλο ρόλο και στις τράπεζες. Στόχος του, ήταν η προστασία των δικαιωμάτων των εργαζόμενων που υπηρέτησε με ευλάβεια, ωστόσο, πολύ συχνά η στενή πελατειακή συνεργασία με την πολιτική εξουσία οδηγούσε σε ανεξέλεγκτες και παράλογες απαιτήσεις από την εργοδοσία.

Για πάνω από 30 χρόνια η καθημερινότητα του μέσου τραπεζικού υπαλλήλου στριφογύριζε γύρω από τη προστασία και τις παροχές που κατακτούσε για αυτόν ο σύλλογος των εργαζόμενων. Οι συνδικαλιστές μονοπωλούσαν δε, κάθε παροχή προς τους εργαζόμενους, ακόμα μάλιστα και αυτές που προέρχονταν από την ίδια τη διοίκηση της τράπεζας. Μέχρι λίγο πριν την γιγάντωση της κρίσης, ο κακά ευνοούμενος κομματικός συνδικαλισμός κέρδισε την ηθική ανωτερότητα, με την πολιτική εξουσία να σιγοντάρει τις πρακτικές που ακολουθούσαν.

Η παντοδυναμία της ΟΤΟΕ σε συνεργασία με τους επιμέρους συλλόγους των τραπεζών προερχόταν από τον έλεγχο της ψήφου ενός μεγάλου μέρους των τραπεζικών υπαλλήλων-ψηφοφόρων, που έφτασε κάποτε να υπερβαίνει τις 60.000. Η δύναμή τους, τους έδινε τη δυνατότητα της συναλλαγής και τους εξασφάλιζε την υποχωρητικότητα των πολιτικών και των διοικήσεων που διόριζαν οι ίδιοι και που επέτρεπε στους συνδικαλιστές να εκμεταλλεύονται χωρίς κανένα περιορισμό και για δικό τους όφελος όλο τον τραπεζικό χώρο, όχι μόνο στις καθημερινές τραπεζικές εργασίες, αλλά αρκετές φορές επηρεάζοντας και μεγάλα στρατηγικά θέματα!

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η κατάργηση κάθε έννοιας χρηστής  Εταιρικής Διακυβέρνησης, κυρίως σε τράπεζες ελεγχόμενες από το κράτος, είτε μέσω μετοχικού ελέγχου, αλλά πολλές φορές και με την γνωστή τακτική του …έτσι θέλω.

Η λειτουργική παντοδυναμία των συνδικαλιστών βασίζεται στους “οργανισμούς λειτουργίας”, που δεν είναι τίποτα άλλο από συμφωνίες μεταξύ διοίκησης και συλλόγου εργαζομένων κάθε τράπεζας που καλύπτουν κάθε λεπτομέρεια της λειτουργίας των τραπεζών σχετικά με τη προστασία και διαχείριση των υπαλλήλων και που έχουν ισχύ νόμου του κράτους. Μονιμότητα, μισθοί, επιδόματα, επετηρίδες, προαγωγές, προσλήψεις, πειθαρχικά! Οι πρωτοβάθμιες αυτές συμφωνίες έρχονταν για διαπραγμάτευση κάθε χρόνο. Μετά από την διαπραγμάτευση των αιτημάτων και την υπογραφή τους, ακολουθούσε η διαπραγμάτευση της δευτεροβάθμιας συμφωνίας, αυτής της ΟΤΟΕ, με όλες τις τράπεζες μαζί. Πολλές φορές όμως, η διαδικασία άρχιζε με συμφωνία σε δευτεροβάθμιο επίπεδο και στη συνέχεια ακολουθούσε η πρωτοβάθμια σε κάθε τράπεζα.

Προτεραιότητα στη διαπραγμάτευση είχε το ποσοστό της ετήσιας αύξησης μισθών και επιδομάτων και ακολουθούσαν θεσμικά θέματα όπως ειδικά προνόμια, κλπ.

Σχεδόν πάντα η ΟΤΟΕ πήγαινε στη διαπραγμάτευση ζητώντας αυξήσεις πολλαπλάσιες της αύξησης του ΑΕΠ ή του πληθωρισμού. Αντίθετα, οι διοικήσεις των τραπεζών προσέρχονταν στη διαπραγμάτευση με πολύ χαμηλότερα ποσοστά αυξήσεων. Το αδιέξοδο συνήθως “έλυνε” ο εκάστοτε υπουργός εργασίας, χωρίς ωστόσο αυτός να έχει κάποια σχετική αρμοδιότητα, προβλεπόμενη από το νόμο. Καλούσε και τις δύο πλευρές κάτω από την πίεση που του ασκούσαν οι κρατικοδίαιτοι συνδικαλιστές και τελικά, επέβαλε το ποσοστό της αύξησης των μισθών που ήταν προσυμφωνημένη από τον ίδιο με τους συνδικαλιστές. Συνήθως, το ποσοστό της αύξησης ήταν κάπου στη  μέση των αιτημάτων των δυο μερών. Έτσι, επί σειράν ετών η ΟΤΟΕ κατακτούσε μέσω πολιτικής παρέμβασης και ανοχής των αδύναμων -διορισμένων από τη κυβέρνηση- διοικήσεων, υπέρογκες αυξήσεις, πολύ μεγαλύτερων από τον πληθωρισμό και το ΑΕΠ που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν με κανένα τρόπο από την κερδοφορία των τραπεζών, ενισχύοντας τις πληθωριστικές τάσεις της οικονομίας, αλλά και ενισχύοντας τη στήριξη των συνδικάτων από τους υπαλλήλους. Στις λίγες περιπτώσεις όπου δεν επέρχεται συμφωνία, ο νόμος (κατά παράβαση κάθε Ευρωπαϊκής Οδηγίας) προέβλεπε τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία από την ΟΤΟΕ η οποία πάντα ήταν ελεγχόμενη από τους συνδικαλιστές μέσω πολιτικών διασυνδέσεων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι οι σύλλογοι εργαζομένων περιείχαν πολλές διαφορετικές κομματικές παρατάξεις που αλληλοσπαραζόντουσαν, στην πραγματικότητα, «κάτω από το τραπέζι» συνεργάζονταν για το κοινό συμφέρον. Διότι απλά, «σήμερα» ήταν οι μεν και «αύριο» οι δε.

Χωρίς να το προβλέπει κανένας οργανισμός λειτουργίας, τα διοικητικά συμβούλια των κρατικά κυρίως ελεγχόμενων τραπεζών είχαν τουλάχιστον έναν, πολλές φορές και δυο, εκπροσώπους των εργαζομένων, που αν και εργαζόμενοι στην τράπεζα, αντίθετα από τους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, ελάμβαναν την αποζημίωση του μέλους ΔΣ αλλά και διατηρώντας και το μισθό του υπαλλήλου και όλα τα δικαιώματα για προαγωγές, έστω και εάν άφηναν τις οργανικές τους υποχρεώσεις για να αφιερωθούν στο Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ). Αν και φαινομενικά η εκπροσώπηση αυτή μπορούσε να θεωρηθεί ευθυγραμμισμένη με διεθνείς πρακτικές, στη πραγματικότητα αποτελούσε σοβαρότατο πρόβλημα, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να διατηρηθεί η εμπιστευτικότητα πολλών θεμάτων που συζητούσε το ΔΣ, με αποτέλεσμα πολλές φορές η συζήτηση για ορισμένα σοβαρά θέματα γινόταν εκτός ΔΣ. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις δεν αποφεύχθηκαν και μηνύσεις των εργαζομένων εναντίον της διοίκησης, αν αυτή αποφάσιζε κάτι που δεν συνέφερε τα συνδικαλιστικά συμφέροντα, όπως αμοιβές παραγωγικότητας στο προσωπικό, κλπ, που πάντα έπρεπε να φαίνονται ότι δίνονται από τους συνδικαλιστές και όχι από την διοίκηση της τράπεζας.

Ο οργανισμός κάθε τράπεζας επιβάλλει τη συμμετοχή σε όλες τις εσωτερικές επιτροπές σχετικά με τις προαγωγές των εργαζόμενων να συμμετέχουν εκπρόσωποι εργαζομένων, εκτός βέβαια από τον διευθυντή προσωπικού που πάντα ήταν τοποθετημένος σε συνεργασία με τον σύλλογο και την κυβέρνηση. Έτσι, ήλεγχαν πλήρως ποιοι θα προαχθούν και ποιοι όχι, ποιοι θα πάρουν άδεια, ποιανού το παιδί θα προσληφθεί, κλπ. Ο μηχανισμός αξιολόγησης υπαλλήλων ήταν απόλυτα διάτρητος, χωρίς καμία κατανομή του προσωπικού σε μια καμπύλη απόδοσης όπως αυτό γίνεται σύμφωνα με τις διεθνείς, κοινώς παραδεκτές, πρακτικές. Ήταν δυνατόν, όλοι να είναι άριστοι, κατά δήλωση του προϊσταμένου. Οποιαδήποτε προσφυγή υπαλλήλου σε δευτεροβάθμιο όργανο κρίσεως έβρισκε το εμπόδιο των εκπροσώπων των εργαζομένων στο όργανο αυτό που συντονισμένα απέρριπτε κάθε αίτημα αν δεν υπήρχε κομματική γραμμή.

Ο διευθυντής προσωπικού, πρόσωπο κλειδί στη όλη διαδικασία, ήταν στην ουσία ο συντονιστής όλης αυτής της ρουσφετολογικής κατάχρησης και ήλεγχε και όλη τη μισθοδοσία, για την οποία στις περισσότερες, κρατικού ελέγχου, τράπεζες υπήρχε τεράστια αντίδραση να μηχανογραφηθεί. Όλα γράφονταν σε …τεφτέρι, για να μην είναι εύκολο να ελεγχθεί τι μισθό και ποια επιδόματα έπαιρνε ο κάθε εργαζόμενος.

Ο διευθυντής προσωπικού τοποθετούσε φίλα προσκείμενα άτομα σε θέσεις κλειδιά και σε θέσεις «ψυγείου» ανάλογα με τις διάφορες εντολές της κομματικής και συνδικαλιστικής «νομενκλατούρας».

Άλλο σημαντικό «εργαλείο» των συνδικαλιστών ήταν ο έλεγχος των επικουρικών και των “εφάπαξ” ταμείων της τράπεζας όπου ο σύλλογος είχε πλειοψηφία στα ΔΣ των ταμείων αυτών. Από τα ταμεία αυτά, ελέγχονταν διαφόρων ειδών παροχές. Τα ταμεία αυτά επένδυαν τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοσίας κατά 100% σε μετοχές της τράπεζας, καταστρατηγώντας κάθε έννοιας διαχείρισης επενδυτικού ρίσκου, μόνο και μόνο για να έχουν οι συνδικαλιστές, φωνή και δύναμη στην Γενική Συνέλευση της τράπεζας. Και, για να μπορούν να ισχυρίζονται ότι πονάνε τη τράπεζα και προστατεύουν την εργασία των υπαλλήλων τους.

Ποτέ καμία εποπτική αρχή δεν επενέβη να επιβάλλει διασπορά επενδυτικού κινδύνου στα ταμεία αυτά, αφού αυτά ήταν …αυτοδιαχειριζόμενα και δεν επέτρεπαν ούτε στην τράπεζα την ίδια να επεμβαίνει. Μόνο αν το ταμείο είχε ελλείμματα λόγω κακοδιαχείρισης, ο σύλλογος ζητούσε τη συνδρομή από τη τράπεζα. Μόνο όταν γινόταν Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου και το ταμείο δεν είχε ρευστότητα να εξασκήσει τα δικαιώματα του ο σύλλογος  ζητούσε παράτυπα δάνεια από την τράπεζα για να συμμετάσχει. Ποτέ καμία εποπτική αρχή δεν επιχείρησε να βάλει τάξη στα εν λόγω ταμεία.

Τέλος, οι διοικήσεις των τραπεζών κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για το γεγονός ότι διατηρούσαν το 10-15% του ενεργητικού τους επενδεδυμένο σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που ήταν σύμφωνο με τα διεθνή αποδεκτά όρια, αλλά ουδέποτε έγινε λόγος για την «εγκληματική» διαχείριση των χρημάτων των εργαζόμενων από τους συνδικαλιστές.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα