“Μετα-νεοφιλελευθερισμός”: Η νέα συναίνεση;
Διαβάζεται σε 4'
Ο Γιάννης Καμπουράκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, γράφει στο NEWS 24/7 για την στροφή προς τη βιομηχανική πολιτική και τις ρωγμές στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό υπόδειγμα.
- 23 Απριλίου 2026 06:47
Μια καθοριστική πτυχή της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας είναι η επιστροφή του κράτους και της δημόσιας εξουσίας στον χώρο της οικονομίας.
Μια πρώτη σαφής ένδειξη της στροφής των μεγάλων οικονομιών του Παγκόσμιου Βορρά προς σχήματα με ενισχυμένο τον στρατηγικό ρόλο του κράτους στην οικονομία ήταν οι πολιτικές της προεδρίας Μπάιντεν με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και της βιομηχανικής πολιτικής, μέσω, για παράδειγμα, επιδοτήσεων για καθαρή ενέργεια και πράσινη βιομηχανία ή φορολογικών κινήτρων για παραγωγή εντός ΗΠΑ (τα λεγόμενα «Bidenomics»).
Πολλά στοιχεία αυτής της κρατικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ανέπαφα κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας Τραμπ, με σχολιαστές να υπογραμμίζουν περισσότερο τη συνέχεια παρά τη ρήξη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σε μεγάλο βαθμό ακολουθήσει μια αντίστοιχη πορεία μετά την πανδημία COVID-19, έστω και μέσα από παλινωδίες. Η στοχευμένη χαλάρωση του πλαισίου κρατικών ενισχύσεων, η διεύρυνση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και μια σειρά κρίσιμων νομοθετημάτων έχουν επαναφέρει τη βιομηχανική πολιτική στο προσκήνιο.
Ακόμη και σε επίπεδο ρητορικής και πολιτικής στόχευσης, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις εκθέσεις Letta και Draghi, η ΕΕ εμφανίζεται να βασίζεται λιγότερο στον συντονισμό μέσω της αγοράς και στον ανταγωνισμό για την επίτευξη στρατηγικών στόχων, και περισσότερο να στρέφεται προς ένα, τουλάχιστον κατ’επίφαση, αναπτυξιακό παράδειγμα.
Αλλά και σε επίπεδο διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης, η τελευταία έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας τον Μάρτιο αναγνωρίζει την σημασία της βιομηχανικής πολιτικής και προτείνει την υιοθέτηση εργαλείων για τη διαμόρφωση και κατεύθυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Πρόκειται για μια σημαντική μεταστροφή από το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα που ακολουθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, όταν η βιομηχανική πολιτική αντιμετωπιζόταν ως ταμπού και προκρίνονταν πολιτικές φιλελευθεροποίησης, ιδιωτικοποίησης και απορρύθμισης, ιδίως στο πλαίσιο προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής.
Καθοριστικός παράγοντας αυτής της μεταστροφής είναι η οικονομική άνοδος της Κίνας, αλλά και ευρύτερα της Ανατολικής Ασίας όπου αναπτύχθηκαν μορφές κρατικής καθοδήγησης της παραγωγής.
Ωστόσο, οι ρωγμές στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό υπόδειγμα δεν σηματοδοτούν την ολοκληρωτική αναδίπλωσή του.
Κρίνοντας, για παράδειγμα, από την ΕΕ, η στρατηγική στροφή προς τη βιομηχανική πολιτική στοχεύει όχι μόνο σε στόχους δημοσίου σκοπού (π.χ. πράσινη οικονομία, ψηφιακός μετασχηματισμός) αλλά και στην διασφάλιση της ιδιωτικής κερδοφορίας σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Οι υιοθετούμενες πολιτικές στηρίζονται καθοριστικά στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και στη χρήση εργαλείων απομείωσης του κινδύνου μέσω δημόσιων εγγυήσεων.
Με αυτόν τον τρόπο, η επένδυση στις στρατηγικά επιλεγμένες από την ΕΕ κατευθύνσεις (π.χ. εξόρυξη ή μεταποίηση κρίσιμων πρώτων υλών) κινητοποιείται μέσω κινήτρων ιδιωτικής κερδοφορίας και ταυτόχρονης κοινωνικοποίησης του ρίσκου σε περίπτωση επενδυτικής αποτυχίας. Η ουσιαστική απουσία δημόσιας κατεύθυνσης ως προς τον όγκο και την κατεύθυνση των επενδύσεων συνεπάγεται ότι το κεφάλαιο διοχετεύεται επιλεκτικά, ενίοτε με γνώμονα βραχυπρόθεσμες αποδόσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Έτσι, οι φιλοδοξίες της ευρωπαϊκής στροφής προς δημόσιους στόχους παραμένουν δομικά περιορισμένες από την εξάρτηση της επενδυτικής δραστηριότητας από την ιδιωτική κερδοφορία.
Είναι κρίσιμο τα νέα πολιτικά υποκείμενα που επιδιώκουν να παρέμβουν στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία να αναλύσουν διεξοδικά αυτούς τους πολιτικο-οικονομικούς μετασχηματισμούς.
Με άλλα λόγια, να διερωτηθούν ποια μορφή λαμβάνει σήμερα η συγκρότηση και η επιρροή του κεφαλαίου στην οικονομία.
Η διαφαινόμενη μετα-νεοφιλελεύθερη στροφή προς νέες μορφές κρατικής κατεύθυνσης της οικονομίας δεν συνεπάγεται από μόνη της μια προοδευτική ατζέντα: μια τεχνοκρατική βιομηχανική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εγγύησης της συσσώρευσης κεφαλαίου, αδυνατώντας ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κλιματική αλλαγή και συμβάλλοντας στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην ενίσχυση αυταρχικών τάσεων.
Από την άλλη πλευρά, η θεμελιώδης ιδέα ότι η οικονομία είναι αποτέλεσμα θεσμικών επιλογών κι όχι μιας υπερφυσικής «λογικής της αγοράς» ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τη διαμόρφωση μιας οικονομίας δημόσιου σκοπού, όπου δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες κατευθύνουν και καθορίζουν τι παράγεται, πώς παράγεται, με ποιά περιθώρια κέρδους και με ποιούς κοινωνικο-οικολογικούς όρους.
*Ο Γιάννης Καμπουράκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Erasmus του Ρότερνταμ και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα