Οι ταινίες της εβδομάδας: O Τζόνι Ντεπ φωτογραφίζει ένα σκάνδαλο κι ο Venom επιστρέφει σαν κωμωδία γάμου

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Σήμερα ξεχωρίζει το βραβευμένο στις Κάννες, αλλά άκρως απαιτητικό, "Memoria" με την Τίλντα Σουίντον, το υποψήφιο για Όσκαρ και πολύ σκληρό "Κβο Βάντις, Άιντα;" και σε πιο εμπορικές προτάσεις, το διασκεδαστικό "Venom 2" και η συμβατική αλλά ενδιαφέρουσα βιογραφική ταινία "Minamata" με τον Τζόνι Ντεπ.

Οι κριτικές των ταινιών της εβδομάδας:

Venom 2

3 / 5

(“Venom: Let There Be Carnage”, Άντι Σέρκις, 1ω37λ)

Ο ρεπόρτερ Έντι Μπροκ (Τομ Χάρντι) ετοιμάζεται για τη συνέντευξη που θα αναστήσει την καριέρα του (στον ρόλο του κακού ο Γούντι Χάρελσον βρίσκεται σε διαβολεμένα κέφια). Ο εξωγήινος συμβιωτής Venom όμως έχει παράπονα από αυτόν και το «συζυγικό» τους καβγαδάκι θα έχει έξαλλα αποτελέσματα.

Σίκουελ της προ τριετίας τεράστιας εμπορικής επιτυχίας που, με σκηνοθέτη πλέον τον Άντι Σέρκις (ο ηθοποιός πίσω από τον Σίζαρ του “Πλανήτη των Πιθήκων”), ακουμπά περισσότερο στις αυθεντικά καρτουνίστικες πτυχές εκείνης της ταινίας. Απαλλαγμένο από κάθε υπόνοια αυστηρά δομημένης πλοκής, το φιλμ αφοσιώνεται στην αναπολογητικά και απολαυστικά φτηνιάρικης υφής δράση του, με τους CGI κακούς να απλώνονται στην οθόνη σα να επρόκειτο για κάποιο υπερβολικό σχέδιο της ασυγκράτητης ‘90s Marvel των κόμικς.

Ταυτόχρονα, η σχέση του Έντι με τον Venom παίρνει διαστάσεις συζυγικής ρομαντικής κομεντί, με τους δυο τους μαζί να μην κάνουν και χώρια να μη μπορούν. Τσακώνονται, τα ξαναβρίσκουν, κάνοντας ο ένας τον άλλον καλύτερο. Η σκηνή που ο Venom, μόνος του, ξεδίνει σε ένα ρέιβ πάρτυ για να αποδείξει στον εαυτό του πως δεν χρειάζεται κανέναν Έντι για να περνάει καλά, είναι highlight της σεζόν. Αν θέλουμε να το τραβήξουμε ακόμα πιο πολύ, βρίσκουμε κάτι σχεδόν συναισθηματικό στον τρόπο με τον οποίο ο Έντι κι ο Venom μοιράζονται ένα σώμα στο οποίο κανείς δεν νιώθει απόλυτα ΟΚ από μόνος του- λίγο αργότερα ο Venom, ξεδίνοντας το βράδυ της απελευθέρωσής του από τα συναισθηματικά δεσμά του Έντι, παραδέχεται πως «βγήκε από τη ντουλάπα».

Απολαυστικό σε κάθε περίπτωση ως κωμωδία περήφανα β’ διαλογής, δίχως καμία έγνοια σοβαροφάνειας ή επιτηδευμένης βαρύτητας, το φιλμ τρέχει προς το φινάλε όχι με τέλειο τρόπο (υπάρχουν χαρακτήρες που απορεί κανείς γιατί υπάρχουν, ενώ η οποιαδήποτε λογική σύνδεση ανάμεσα στα σημεία πλοκής έχει πάει περίπατο) αλλά οπωσδήποτε με ξέφρενα καρτουνίστικο. Αυτό ίσως να είναι και προτιμότερο.

Minamata

(Άντριου Λέβιτας, 1ω55λ)

2 / 5

O Τζόνι Ντεπ παίζει τον φωτογράφο Γιουτζίν Σμιθ, το αληθινό πρόσωπο πίσω από την αποκάλυψη μιας τεράστιας οικολογικής καταστροφής στην Ιαπωνία των ‘70s. Η έρευνά του εκεί θα διαρκέσει δύο χρόνια και το φωτογραφικό του ρεπορτάζ θα φέρει στο φως τη νόσο της Μιναμάτα. Στυλιστικά αλλοπρόσαλλο και όχι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί ως συμβατική κινηματογραφική εξιστόρηση, όμως βλέπεται πολύ εύκολα και παίζει ευσυνείδητα το ρόλο ενός εκπαιδευτικού σινεμά.

Ανάμνηση

4.5 / 5

(“Memoria”, Απιτσατπόνγκ Βιρασετάκουν, 2ω16λ)

«Μαμά; Νιώθω τα πάντα». ~Η Λούσι της Σκάρλετ Γιόχανσον στο “Lucy” του Λικ Μπεσόν, έχοντας μόλις αποκτήσει όλη την γνώση της ανθρώπινης ύπαρξης.

***

Η Τζέσικα (της πιο αποσβολωμένης από ποτέ Τίλντα Σουίντον) επισκέπτεται την μυστηριωδώς άρρωστη αδερφή της στην Μπογκοτά της Κολομβίας. Εκείνη δεν ξέρει γιατί είναι στο νοσοκομείο, όμως το μεγάλο μυστήριο είναι άλλο. Όσο βρίσκεται εκεί, η Τζέσικα αρχίζει να ακούει έναν επαναλαμβανόμενο ήχο αγνώστου προέλευσης. Το ταξίδι αναζήτησης προς μια κάποια οποιαδήποτε απάντηση θα τη φέρει αντιμέτωπη με κάτι το αποστομωτικά αρχέγονο.

Ο μεγάλος Ταϊλανδός σκηνοθέτης Απιτσατπόνγκ Βιρασετάκουν, βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα για το ονειρώδες αριστούργημα “Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του”, και ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του 21ου αιώνα, επιστρέφει με μια ακόμη ποιητική αναζήτηση και ένα σινεμά που ζητά με θάρρος την εμπιστοσύνη του θεατή. (Αν μη τι άλλο, η “Ανάμνηση” είναι η σχετικά πιο γραμμική και σαφής ως προς την πορεία και λύση της πλοκής, δουλειά του. Κέρδισε Ειδικό Βραβείο στις φετινές Κάννες.) Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, έτσι κι εδώ η όποια σεναριακή ιδέα είναι αφορμή για μια εμβυθιστική μίξη ονείρου, ανάμνησης και οράματος σε μια δυσδιάκριτων ορίων συνάντηση εμπειριών, εικόνων αλλά κυρίως ήχων.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως σε μια σκηνή-κλειδί του πρώτου μέρους του φιλμ, η Τζέσικα προσπαθεί μάταια (με τη βοήθεια ενός τεχνικού ήχου που άλλοτε υφίσταται κι άλλοτε όχι) να αναπαράγει τον ήχο που την βασανίζει. Όπως όμως δε μπορούν να μπουν λόγια στο βίωμα, έτσι και καμία περιγραφή, καμία τεχνική μαεστρία δε μπορεί να ανασυστήσει κάτι που δονείται βαθιά στο μεδούλι της ύπαρξης της Τζέσικα. Ο ηχητικός σχεδιασμός κρατά εδώ εξίσου πρωταγωνιστική θέση με την Τίλντα Σουίντον (μια μεγάλη ηθοποιό που αποτελεί κάτι σαν βήμα στο άγνωστο για τον Απιτσατπόνγκ που ποτέ δεν δουλεύει με επαγγελματίες) αλλά και με τη φύση της Κολομβίας.

Καθώς η Τζέσικα ακολουθεί τον αινιγματικό ήχο εν μέρει φοβισμένη, εν μέρει παραδομένη, αρχίζει να αφήνει πίσω της τα κτίρια, τις κοινωνικές δομές, τον σύγχρονο πολιτισμό, και βρίσκεται κάπου στα βάθη. Στα βάθη του φυσικού τοπίου; Στα βάθη της Ιστορίας; Εδώ η λεπτή μεμβράνη που διαχωρίζει την αλήθεια από το όνειρο είναι λεπτή, σχεδόν ανύπαρκτη. Το κάδρο αφήνει το σκηνικό και την ακινησία να πουν τις ιστορίες τους, μετουσιώνοντας σε εικόνα την ανατριχιαστική ιδέα περί του πώς κάθε χώρος κουβαλά τις δικές του αναμνήσεις. Τίποτα από όσα έχουμε ζήσει δεν ανήκει σε εμάς, παρά στοιχειώνει ό,τι ποτέ ακουμπήσαμε, σε βαθμό που αποτελεί τελικά συλλογικό βίωμα. (Δεν χρειάζεται να προσεγγίσουμε αυτή τη σκέψη μεταφυσικά- οι ίδια η παράδοση των διηγήσεών μας, αυτή ακριβώς την αγωνία κρύβει μέσα.)

Η “Ανάμνηση” γίνεται λοιπόν μια παλλόμενα αδρανής συναίσθηση πάνω στην έμπρακτη ιδέα της μετενσάρκωσης, στην ηχώ των αναμνήσεων και την κοινή μας Ιστορία. Το σινεμά του Απιτσατπόνγκ πάντοτε αφουγκράζεται την Ιστορία και το βίαιο παρελθόν της χώρας του, κι εδώ έχοντας ταξιδέψει πια αλλού, φέρνει την αποικιοκρατία διαρκώς στο φόντο (το έδαφος της χώρας μονίμως σκάβεται από επισκέπτες που φέρνουν στην επιφάνεια παλαιότερα επίπεδα Ιστορίας). Η βία όμως συνδέεται με την μνήμη. Ή το πώς, συλλογικά και ατομικά, ξεχνάμε για να επιβιώσουμε, ίσως και μάταια- από τους εραστές του Κάουφμαν στο sci-fi ρομαντικό δράμα της “Αιώνιας Λιακάδας” μέχρι τους κύκλους που κάνει η Ιστορία επειδή πάντα τα διδάγματα ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου.

«Θυμάμαι τα πάντα», λέει στην Τζέσικα ένας άντρας που συναντά έξω από την πόλη και τη βοηθά στην αναζήτησή της. Έχει το ίδιο όνομα με τον τεχνικό ήχου και ενδέχεται να βιώνει την πρώτη ή την χιλιοστή ζωή του. «Οι εμπειρίες είναι βλαβερές. Κάνουν τον καταιγισμό της μνήμης ακόμα πιο βίαιο», της λέει. «Γιατί κλαίτε; Δεν είναι δικές σας οι αναμνήσεις», τη ρωτάει λίγο αργότερα. Κι όμως.

Κβο Βάντις Άιντα;

4 / 5

(“Quo Vadis, Aida?”, Τζασμίλα Σμπάνιτς, 1ω41λ)

Φιλμ-διάλυση. Όταν τα Σέρβικα στρατεύματα καταλαμβάνουν μια μικρή πόλη της Σρεμπρένιτσα, μια μεταφράστρια προσπαθεί να φέρει την οικογένειά της στην ασφάλεια ενός στρατοπέδου των Ηνωμένων Εθνών. Όχι απλά μια ματιά στην φρίκη του πολέμου από μια συντριπτική διπλή οπτική (και από το επίπεδο του άμαχου πληθυσμού αλλά και από το επίπεδο του εξωτερικού παρατηρητή), αλλά και ένα άκρως προσωπικό θρίλερ μέσα στα γρανάζια μιας εκτός τόπου και χρόνου, δυστοπικά απάνθρωπης γραφειοκρατίας. Υποψήφιο για Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας.

Γκαγκάριν

2.5 / 5

(“Gagarine”, Φανί Λιατάρ & Ζερεμί Τρουί, 1ω38λ)

Σε ένα συγκρότημα εργατικών κατοικιών στο Παρίσι που φέρει το όνομα του Γιούρι Γκαγκάριν, ένας έφηβος προσπαθεί να σώσει το υπό κατεδάφιση σπίτι του. Μια λυρικά κοινωνική ματιά στα φτωχά προάστια αναμιγνύεται άτοπα με τον μαγικό ρεαλισμό σε ένα κατασκευαστικά και οπτικά εντυπωσιακό αλλά αταίριαστα μελιστάλαχτο δράμα.

Δεν Υπάρχει Κακό

3 / 5

(“There Is No Evil”, Μοχάμαντ Ρασούλοφ, 2ω31λ)

Δυνατό Ιρανικό σπονδυλωτό δράμα που τιμήθηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο περσινό Φεστιβάλ Βερολίνου. Τέσσερις ιστορίες γύρω από τη θανατική ποινή και τις, συχνά σοκαριστικά απρόσμενες, συνδέσεις διαφόρων ανθρώπων με την -κρατικά θεσμοθετημένη- αφαίρεση μιας ζωής. Δεν μας οδηγεί σε κάποιο αληθινά νέο σημείο, όμως ειδικά μετά την τελική αποκάλυψη της πρώτης ιστορίας, δεν θα αφήσει κανέναν θεατή να χάσει το ενδιαφέρον του.

Μόνη με τα Όνειρά της: Η ιστορία ενός 11χρονου κοριτσιού που μένει με τη γιαγιά της όταν οι γονείς της μεταναστεύουν στη Γαλλία. Η περιέργειά της την σπρώχνει κοντά στον ενήλικο κόσμο, κι ένα φρικτό μυστικό που θα αλλάξει τα πάντα.

O Ρον Χάλασε: Παιδικό animation για μια διαφορετική φιλία. Ο Μπάρνεϊ έχει για κολλητό φίλο τον Ρον, ένα μιμητικό ρομπότ, και μαζί ξεκινούν ένα περιπετειώδες ταξίδι ανακάλυψης.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΣΙΝΕΜΑ

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ

24MEDIA NETWORK