Ποιο είναι, τελικά, το σινεμά του φανταστικού στην Ελλάδα;

Διαβάζεται σε 7'
Ποιο είναι, τελικά, το σινεμά του φανταστικού στην Ελλάδα;

Το σκηνοθετικό δίδυμο της ταινίας “Τόμος 7”, Δέσποινα Χαραλάμπους και Πάνος Παππας, μιλούν στο NEWS24/7 για τη διαδρομή του φανταστικού στο ελληνικό σινεμά, από τον Νικολαϊδη μέχρι τον Κούτρα και τον Λάνθιμο, και το πώς εμπνέει το δικό τους έργο, που προβάλλεται τώρα στη μεγάλη οθόνη.

«Ο “Τόμος 7” γεννήθηκε μέσα σε μια μικρού μήκους ταινία μας του 2013 (“Memory Reloaded”), όπου για πρώτη φορά είχαμε συλλάβει αυτόν τον παράξενο, αποκλεισμένο μικρόκοσμο», εξηγούν οι Δέσποινα Χαραλάμπους και Πάνος Παππάς, σκηνοθέτες της ελληνικής ταινίας επιστημονικής φαντασίας Τόμος 7.

«Αγαπάμε την επιστημονική φαντασία, και στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία και στο κόμιξ. Εκτιμούμε βαθιά στο είδος τη δυνατότητα που μας δίνει να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να πρέπει να αναφερθούμε στην επικαιρότητα. Τη δύναμη της αλληγορίας του», τονίζουν.

Η ταινία ακολουθεί έναν άντρα που πεθαίνει αλλά επιστρέφει ξανά και ξανά, πάντα νέος, για να σημαδέψει τη ζωή μιας θαρραλέας γυναίκας σε ένα μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν. Αποτελεί μία μελλοντολογική saga, από τις ελάχιστες ταινίες του είδους που γυρίζονται στην Ελλάδα, πάνω στον έρωτα, την εξέγερση και τη λαχτάρα της απόδρασης.

Είναι πάντα δύσκολο το να γυριστεί μια ταινία τέτοιων προδιαγραφών σε ένα ελληνικό οικοσύστημα που, μεταξύ άλλων (κι εκτός των πρακτικών και οικονομικών δυσκολιών), δεν διαθέτει ιδιαίτερη παράδοση στο είδος.

«Στη φάση του σεναρίου, η δυσκολία είναι η διαρκής αμφιβολία για το οικονομικό κόστος ή την επιτυχία όσων σκεπτόμαστε. Όπως επίσης γνωρίζουν και οι αρχιτέκτονες, δύσκολο είναι το να ενώσουμε στη μέση τα νήματα από δύο ξεχωριστές αφετηρίες. Δηλαδή το να συνδυάσουμε περιβάλλοντα χώρο και ανθρώπινες ζωές», αναφέρουν οι δύο σκηνοθέτες.

«Στην παραγωγή, προετοιμασία και γύρισμα, η δυσκολία είναι οι συνεργάτες να πειστούν ότι το καθετι είναι εφικτό. Ας έχουμε στο νου μας ότι σε μια μικρή κινηματογραφία, η έλλειψη πόρων αναπληρώνεται με σκληρή και μοναχική δουλειά, λεπτομερή προγραμματισμό και αισθητική ακρίβεια. Και ενίοτε …αυτολογοκρισία».

«Σεναριακά ξεκίνησε ως μια ιστορία προσδοκιών και ελπίδων των ανθρώπων μιας εγκλωβισμένης κοινωνίας. Την ιδέα απογείωσε η εικόνα του Κτιρίου-Πόλης, που μας έδωσε ο Βέλγος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής κόμιξ, Φρανσουά Σουιτέν. Ο θόλος είναι ο μόνος κόσμος που οι κάτοικοί του γνωρίζουν. Γι αυτό και μοιάζει με κυψέλη», εξηγούν.

Όμως η ίδια η παράδοση του φανταστικού αποτέλεσε οδηγό για τους δυο τους – όσο και η ίδια μας η πραγματικότητα. «Στην επιστημονική φαντασία, το έργο αντανακλά την εποχή του και τον τόπο του, είτε το θέλει είτε όχι. Και περισσότερο, τους φόβους μας. Αυτοί μεταγγίζονται αυτούσιοι, ακόμα και αν το έργο μιλά για μακρινούς γαλαξίες», τονίζουν.

«Στην περίπτωσή μας, η απομονωμένη πολιτεία, η γραφειοκρατία, οι κάστες, η αντίδραση στη μνήμη, είναι φυσικά προβολή της δικής μας πραγματικότητας. Και πιο προσωπικά, η ανεκπλήρωτη ανάγκη της απόδρασης. Επιμένουμε ότι η επιστημονική φαντασία είναι πάντα πολιτική», ξεκαθαρίζουν οι Παππάς και Χαραλάμπους.

Ακριβώς όμως επειδή υπάρχει μια τόσο έντονη σχέση, αγάπη, βαθιά εκτίμηση και κατανόηση από τους δυο τους σχετικά το συγκεκριμένο είδος (και μάλιστα σε ένα ελληνικό context όπου δεν υπάρχει μεγάλη παράδοση), τους ζητήσαμε να μας πουν περισσότερα.

Για το φανταστικό στο ελληνικό σινεμά, και για το πώς επηρέασε και οδήγησε στην δημιουργία του “Τόμου 7”.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Οι Παππάς και Χαραλάμπους μιλούν στο NEWS24/7 για τη διαδρομή του φανταστικού στο ελληνικό σινεμά, από τον Νικολαϊδη και τον Παναγιωτάτο, μέχρι τον Κούτρα, τον Λάνθιμο, και το ελληνικό μήκους που ανθίζει. Μιλώντας όμως και για τα βαρίδια, και τις παρανοήσεις που διαχρονικά ακολουθούν αυτές τις απόπειρες του φανταστικού στη χώρα μας.

1.

Ο φανταστικός κινηματογράφος στην Ελλάδα πάσχει από δυο “βαρίδια”. Το πρώτο προκαλείται από το αδιαπέραστο “τείχος” αντίδρασης που έχει απέναντί του. Στην Ελλάδα οι περισσότεροι θεωρούν ότι πρόκειται για έναν κινηματογράφο πανάκριβο, ευτελή, υπερατλαντικό και καθόλου ποιητικό.

Το δεύτερο είναι η φυσική δυσκολία του να πρωτοπορήσει ελεύθερα, νιώθοντας αναγκασμένος να αναμετρηθεί με ανάλογες γνωστές ξένες ταινίες. Αν από την άλλη, τον χαρακτηρίζει μια πολύτιμη αρετή, το ότι πάντα αναζητά την ελληνικότητα, μέσω του τόπου, των παραδόσεων, των φόβων και της γλώσσας.

2.

Κάνοντας ένα φλάσμπακ στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δημιουργοί, που τόλμησαν και μόχθησαν να κάνουν φανταστικό κινηματογράφο εκείνην την εποχή, πρέπει να αντιμετωπίζονται με σεβασμό ως περισσότερο πρωτοπόροι από μας σήμερα… Η αντίδραση που συναντούσαν ήταν απίθανη.

Παρά, ας πούμε, την επιτυχία που είχε στο κοινό η “Πρωινή Περίπολος” του Νίκου Νικολαΐδη, το 1987, μια πολύ πρωτότυπη ταινία δυστοπίας με στοιχεία φιλμ νουάρ, ο σκηνοθέτης της συχνά χαρακτηριζόταν ως …”Αμερικανός”.

Ο Δημήτρης Παναγιωτάτος ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα, που ανέλυσε τον φανταστικό κινηματογράφο, και στα πολλά κείμενά του και στο πολύτιμο βιβλίο του. Ένωσε τα τρια υπο-είδη, παραμύθι, επιστημονική φαντασία και τρόμο, ως παρακλάδια ενός ενιαίου είδους, λάτρεψε τον Τουρνέρ και τον Φίσερ, τη Χάμμερ, τους απελπισμένους βρυκόλακες, φανέρωσε την ποίηση και την πολιτική πλευρά τους.

Έκανε αρκετές ταινίες, αλλά οι “Εραστές Στη Μηχανή Του Χρόνου”, μια σύγχρονη ερωτική ματιά στον κόσμο του Χ.Τζ.Γουέλς, είναι μια εξαιρετική ταινία. Σκεφτείτε ότι τρεις ελληνικές ταινίες του φανταστικού, οι “Εραστές…” του Παναγιωτάτου, η “Βιοτεχνία Ονείρων”, ολοκάθαρη και ειλικρινέστατη επιστημονική φαντασία, πρώτη ταινία του Τάσου Μπουλμέτη και τα “Σημάδια Της Νύχτας” του Πάνου Κοκκινόπουλου, ποιοτική νυκτερινή ταινία βουντού στην αισθητική του Ζακ Τουρνέρ, βγήκαν και οι τρεις το 1990.

Ας μην ξεχνάμε και τη “Σκιά Του Φόβου” του Γιώργου Καρυπίδη, λίγο νωρίτερα, το 1988, ένα ασφυκτικό ονειρικό θρίλερ, “γκρίζο” σαν ανάμνηση. Πόσοι τις αναφέρουν;

Η “Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά” του Πάνου Κούτρα, το 1999, τολμηρή μείξη σάτιρας, επιστημονικής φαντασίας και B-movie αμερικανικού drive-in, τύπου “The Blob”… Δεν είναι λίγες, αλλά δεν είναι και πολλές.

Ακόμα και ο “Κυνόδοντας” του Γιώργου Λάνθιμου, που παίχτηκε το 2009, στην εποχή του, που δεν ήταν ακόμα κωδικοποιημένη η σχολή weird, ιδώθηκε ως ιστορία φαντασίας, εφιαλτική.

3.

Αγαπάμε τον προσωπικό χαρακτήρα των ταινιών εκείνης της εποχής ’80-’90, ακόμα και αν κατηγοριοποιούνται ως “ταινίες auteur”. Τις συναντούσαμε πότε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πότε σε αίθουσα. Είναι ανήσυχες και άρτιες κινηματογραφικά.

Αυτή η κινηματογραφική κατάθεση, περίπου δυο δεκαετιών, έχει χαθεί σε μια “μαύρη τρύπα”. Δεν προβάλλονται, δεν αποκαθίστανται ψηφιακά, και ίσως δεν τις γνωρίζει η νέα γενιά σκηνοθετών.

Το ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια είναι ότι συναντά κανείς μεγαλύτερη ευρηματικότητα και ποικιλία σε ελληνικές ταινίες μικρού μήκους. Αρκετές ακολουθούν και τα τρια παρακλάδια του φανταστικού, πότε τρόμο, πότε παραμυθία, πότε επιστημονική φαντασία, αλλά με μια τόλμη που δεν συναντά συχνά κανείς στην επίσημη κινηματογραφική παραγωγή.

Ακόμα και αυτές όμως, συχνά αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό.

Info:

Η ταινία “Τόμος 7” θα προβληθεί στο Τριανόν (Κοδριγκτώνος 21) τη Δευτέρα στις 18.00.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα