Είδαμε τον “Γυάλινο Κόσμο” στη Στέγη με μια ερμηνεία Ιπέρ-ηρωική

Είδαμε τον “Γυάλινο Κόσμο” στη Στέγη με μια ερμηνεία Ιπέρ-ηρωική
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Από το πρώτο στριφογύρισμα της κουτάλας στην κατσαρόλα της μέχρι το κρεσέντο της τελευταίας σκηνής, η Ιζαμπέλ Ιπέρ μαγνήτισε το κοινό της παράστασης "Γυάλινος Κόσμος".

Τα εισιτήρια για τον «Γυάλινο Κόσμο» του Ίβο Βαν Χόφε ξεπουλήθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, κάτι που δεν προκαλεί εντύπωση: όλοι οι θεατρόφιλοι ήθελαν διακαώς να δουν το ιερό τέρας που ακούει στο όνομα Ιζαμπέλ Ιπέρ να ερμηνεύει επί σκηνής. Και με το δίκιο τους: Πρόκειται για ένα πλάσμα μαγικό, που σε μαγνητίζει κάθε λεπτό που στέκεται ή “οργώνει” το σανίδι.

Η πλατεία και τα θεωρεία στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση γέμισαν και για τις δύο ώρες και 5 λεπτά που διήρκησε η παράσταση δεν ακούστηκε ούτε κιχ, όλοι ήταν προσηλωμένοι και είχαν μια αίσθηση ότι διαδραματιζόταν μπροστά τους κάτι αληθινό, σχεδόν ιερό. Η αρχή έγινε με τον Τομ (Αντουάν Ρεινάρτζ) ο οποίος κάλεσε δύο από τους θεατές για να τον βοηθήσουν σε ένα ταχυδακτυλουργικό τρικ. Με την ολοκλήρωσή του μας συνόδευσε στο σπίτι του, ένα υπόγειο μικρό διαμέρισμα στο Σεντ Λούις. Οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με μια ταπετσαρία που θύμιζε ξύλο, με χαραγμένα πρόσωπα πάνω της που έμοιαζαν να κοιτούν συνεχώς τους ήρωες και το κοινό.

Enter Ιζαμπέλ Ιπέρ: Η αυλαία ανοίγει για να αποκαλύψει το σπίτι-“ξύλινο” κουτί της οικογένειας Γουίνγκφιλντ και στην κουζίνα του στέκεται η θρυλική γαλλίδα ηθοποιός που ερμήνευε την υστερική μητέρα Αμάντα. Από το πρώτο στριφογύρισμα της κουτάλας στην κατσαρόλα της μέχρι το κρεσέντο της τελευταίας σκηνής, η Ιπέρ έμοιαζε σαν ενορχηστρωτής του έργου. Χειμαρρώδης, αβίαστη, έδωσε στο κοινό κάθε συναίσθημα και “χρώμα” του ρόλου της, ενώ άφηνε με επιδεξιότητα τον χώρο στους άλλους ηθοποιούς να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους μαζί της. Στην τελευταία σπαρακτική σκηνή όπου η Αμάντα κυριολεκτικά “γκρεμίζεται” στην προσπάθειά της να κρατήσει τον γιο της Τομ στο σπίτι, χάρισε μια συγκλονιστική ερμηνεία και δικαιώς το κοινό σηκώθηκε από τα καθίσματά του και τη χειροκροτούσε επί ένα τέταρτο. Δικαίως τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης την αποθέωσαν, κάνοντας λόγο για «ρόλο ζωής».

Ως προς τους άλλους ηθοποιούς, ο Ρεινάρτζ -με μια πολύ ιδιαίτερη χροιά στη φωνή του- απέδωσε έναν Τομ ονειροπόλο, δυναμικό αλλά ταυτόχρονα “ήσυχο” και στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων ως αφηγητής του έργου και ξεναγός του κοινού. Η Ζιστίν Μπασελέ ερμήνευσε την εύθραυστη Λώρα με μαεστρία και οφείλω να ομολογήσω ότι δεν το περίμενα, δεδομένου ότι η ηθοποιός αποπνέει δυναμισμό. Όμως κατάφερε να αποδώσει τη συστολή και τους φόβους της Λώρα μέσα από μια παιδική αγαρμποσύνη, αιφνιδιάζοντας το κοινό με μια δυο χιουμοριστικές πινελιές. Ο Συρίλ Γκεί τέλος που υποδύθηκε τον Τζίμ ήταν αυτό που λέμε killer: μεθοδικός, μπήκε στη σκηνή του σίγουρος για το πώς θα αντιδράσει και θα κινηθεί σε κάθε στιγμή.

Η σκηνοθεσία

Ο Ίβο Βαν Χόφε προσπάθησε να μείνει πιστός στο κείμενο του Τένεσι Ουίλιαμς, αφήνοντας για λίγο πίσω τις πειραματικές τάσεις που τον έχουν καθιερώσει και υιοθετώντας μια πιο κλασική προσέγγιση. Κράτησε αυτούσιες τις οδηγίες του συγγραφέα, διαχωρίζοντας την κάθε σκηνή με κλείσιμο αυλαίας κσι εστίασε σε δύο άξονες: Ο πρώτος ήταν φυσικά η Ιπέρ και η πορεία του χαρακτήρα της από τον έλεγχο στην ήττα. Και ο δεύτερος ήταν η σκηνή μεταξύ της Λώρας και του Τζιμ, η οποία διήρκεσε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στο έργο. Μέσω αυτής ο Βαν Χόφε θέλησε να υπογραμμίσει τη μοναξιά που βιώνουν οι ήρωες του Ουίλιαμς και την ευθραυστότητά τους. Πώς νιώθουν σημαντικοί μόνο μέσα από τα μάτια των άλλων και πόσο εύκολα αυτή η φευγαλέα αίσθηση μπορεί να “σπάσει”, όπως σπάει και ο αγαπημένος γυάλινος μονόκερος της Λώρα. Μπορεί στην εν λόγω σκηνή ο Τομ και η Αμάντα να είναι απόντες, εντούτοις είναι καθοριστική και για αυτούς γιατί η ενηλικίωση της Λώρα που συντελείται σηματοδοτεί και την αλλαγή στη δική τους πορεία: του Τομ που φεύγει και της Αμάντα που μένει πίσω.

Ο Βαν Χόβε κατάφερε να ξεκλειδώσει επί σκηνής τους χαρακτήρες του Ουίλιαμς και να διατηρήσει τις ισορροπίες και το χιούμορ ώστε το έργο να αφορά στο σήμερα χωρίς να χάνει τον ρομαντισμό του. Επέλεξε γήινους φωτισμούς (με εξαίρεση τους ψυχρούς προβολείς στο παράθυρο με τη βροχή και στη γυάλινη συλλογή της Λώρα) και έντυσε την παράσταση με τους ήχους τρυφερών τραγουδιών όπως το “La mer” που έπαιζαν στο πικάπ της κόρης Γουίνγκφιλντ. Μόνη ίσως παράλειψη ήταν το ότι δεν ακούστηκε η ατάκα «ο χρόνος είναι η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους» και όλα αυτά που σηματοδοτεί.

Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος από τους θεατές είδε την παράσταση και δεν αισθάνθηκε ότι είδε κάτι σπουδαίο.

Υπενθυμίζεται ότι ο «Γυάλινος Κόσμος» είναι το πιο αυτοβιογραφικό έργο του Τένεσει Γουίλαμς. Στην ουσία, περιγράφει την ίδια του την οικογένεια. Ο πατέρας του, μια αυστηρή πατριαρχική φιγούρα, τον θεωρούσε ουσιαστικά “απόντα” λόγω της δουλειάς του. Ο Τομ του έργου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας (το πραγματικό μικρό όνομα του Ουίλιαμς ήταν Τόμας), η Αμάντα είναι η μητέρα του, μια αριστοκρατική γυναίκα, ωστόσο υπερπροστατευτική, αλλά κυρίως έχει επηρεαστεί από την αδερφή του, Ρόουζ. Η Ρόουζ είναι η έμπνευση για τη Λώρα, καθώς η ίδια έπασχε από σχιζοφρένεια κι είχε υποβληθεί σε λοβοτομή, με αποτέλεσμα να μείνει σχεδόν ανάπηρη για το υπόλοιπο της ζωής της.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα