Είδαμε τα "Κόκκινα Φανάρια" του Βασίλη Μπισμπίκη - Ένας σκανδαλιστικός φόρος τιμής στον queer κόσμο της νύχτας

- Γιώργος Καλφαμανώλης

Είδαμε την παράσταση που σκηνοθετεί ο Βασίλης Μπισμπίκης στον Τεχνοχώρο Cartel και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

Μπαίνοντας στον CARTEL Τεχνοχώρο στο Παλιό Μηχανουργείο στην περιοχή του Ρέντη, νιώθεις πως μπαίνεις σε ένα νυχτερινό μαγαζί μιας άλλης δεκαετίας. Αριστερά της σκηνής ένα μεγάλο ξύλινο μπαρ, δίπλα δύο μεγάλοι καναπέδες κι ένα τραπεζάκι "συνθέτουν" ένα πρόχειρο σαλόνι. Στο κέντρο περίπου της σκηνής δεσπόζει μία μεγάλη πασαρέλα, ενώ στα δεξιά της υπάρχουν δύο δωμάτια- κλουβιά (που παραπέμπουν στα "κόκκινα φώτα" του Άμστερνταμ), ένα καναπεδάκι, μία "ανοιχτή" τουαλέτα και ο ταπεινός χώρος της καθαρίστριας του οίκου ανοχής.

Αυτό είναι το σκηνικό των "Κόκκινων Φαναριών", όπως το φαντάστηκε ο Βασίλης Μπισμπίκης. Των δικών του "Κόκκινων Φαναριών", που ναι μεν βασίζονται στην ομώνυμη θρυλική ταινία (σενάριο Αλέκου Γαλανού, σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη) που το 1964 ήταν προτεινόμενη για το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών, αλλά αναδύουν το δικό τους μοναδικό άρωμα. Οι πόρνες της Τρούμπας του Πειραιά των αρχών της δεκαετίας του '60 έχουν δώσει τη θέση τους σε queer μορφές σε μία άχρονη - μπορεί και σύγχρονη- Αθήνα που υποδέχονται στις αγκαλιές τους κάθε λογής ανθρώπους.

Προβοκατόρικη εκδοχή; Ναι. Και σκανδαλιστική και ριζοσπαστική, αλλά και βαθιά ρεαλιστική. Ένας άγνωστος σε πολλούς κόσμος ξεπροβάλλει και σκιαγραφείται με κάθε λεπτομέρεια, όχι με τη συγκλονιστική μουσική υπόκρουση των συνθέσεων του Σταύρου Ξαρχάκου και τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου (στη θρυλική ταινία ακούγονται τραγούδια όπως η ''Άπονη ζωή'', το ''Σου' φερα νερό στις χούφτες''), αλλά υπό τους ήχους της Δέσποινας Βανδή (το τραγούδι “Τι κάνω μόνη μου” ανοίγει και τη βραδιά και κλείνει πονηρά το μάτι στα ζητήματα της προσωπικής του ζωής) της Άννας Βίσση (Στην Πυρά), της Lady Gaga (Bad Romance), των Queen -Bohemian Rhapsody), του George Michael (Faith), των Bauhaus (Bela Lugosi's Dead), της Εντίθ Πιαφ (Non, je ne regrette rien, της Μαρινέλλας (Τολμώ), αλλά και της Σίρλεϊ Μπάσεϊ (This is my life).

Ο Βασίλης Μπισμπίκης δε σκηνοθετεί απλώς τα "Κόκκινα Φανάρια", σκηνοθετεί ουσιαστικά τις δικές του εμπειρίες στην underground Αθήνα των νεανικών του χρόνων. Και αποτίει φόρο τιμής στους ανθρώπους αυτούς καθώς τους απεκδύει από το αμαρτωλό τους περιτύλιγμα και τους χαρίζει τους μία συγκλονιστικη ανθρώπινη υπόσταση. Σεβόμενος απόλυτα το πρωτότυπο έργο και τους χαρακτήρες του Αλέκου Γαλανού σκιαγραφεί έναν κόσμο που ζει δίπλα μας, μπαίνει βαθιά μέσα στην ψυχή του, μιλά στη σκληρή γλώσσα του, αναπαριστά εικόνες άγριες και σκληρές, όμως ποτέ το θέαμα δε γίνεται χυδαίο.

Η παράσταση που στήνει είναι ωμά ρεαλιστική και θυμίζει τη λογική που ακολούθησε στους “Ανθρώπους και Ποντίκια”, καθώς τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα με κινηματογραφική λογική στους διάφορους χώρους της σκηνής του Cartel. Εκεί, ξετυλίγονται οι ιστορίες και το δράμα όλων των ηρώων, της Μαντάμ Παρί και των κοριτσιών της που ανοίγουν με γενναιότητα την κουρτίνα του μπαρ τους, αφηγούνται τις ιστορίες τους, χορεύουν, τραγουδούν, ερωτεύονται, ονειρεύονται, ελπίζουν, διαψεύδονται, σκιαγραφώντας έναν κόσμο υπαρκτό και ζωντανό, γεμάτο χρώματα, θραύσματα και σπαράγματα, γεμάτο φως και σκοτάδια, τραύματα και θαύματα.

Αστοχίες υπάρχουν, αλλά αυτές “καλύπτονται” από το συνολικότερο στήσιμο, την μαγνητιστική ατμόσφαιρα και τον διαχέοντα ερωτισμό της. Φυσιολογικό βέβαια, καθώς το εγχείρημα αυτό δεν είναι εύκολο και οι πρώτες παραστάσεις που παρακολουθήσαμε εμείς, ενέχουν μέσα τους έναν πειραματισμό και στις χημείες των ηθοποιών και στον δραματουργικό άξονα, αλλά και στις αντοχές του κοινού. Καταρχάς, η παράσταση αγγίζει τις τρεισήμισι ώρες. Αυτό εν καιρώ πανδημίας -που τα μέτρα επιβάλλουν τη χρήση μάσκας καθ όλη τη διάρκειά της- είναι σχεδόν απαγορευτικό. Όσο καλή, εύρυθμη και να είναι μία σκηνοθετική προσέγγιση, ο χρόνος της αφαιρεί μέρος της δυναμικής της. Δεύτερον, η δραματουργία στο πρώτο μέρος είναι χαλαρή, κυρίως γιατί τα διαλογικά επεισόδια διακόπτονται συνέχεια από τα μουσικά ιντερμέδια. Το γεγονός αυτό, ναι μεν κάνει το κοινό συμμέτοχο στη δράση και του δημιουργεί αισθήματα ευφορίας, αλλά ταυτόχρονα φρενάρει την καταβύθιση μέσα στις σκοτεινές ιστορίες των πρωταγωνιστών και την ψυχολογία τους. Το δεύτερο μέρος είναι σαφώς πιο δεμένο (ευφυής η χρήση του τροπάριου της Κασσιανής ως μουσικής υπόκρουσης), τα διαλογικά μέρη είναι πολύ πιο εκτενή, οι χαρακτήρες αποσαφηνίζονται και οι ιστορίες αγγίζουν τον θεατή παίρνοντας τον δρόμο της κάθαρσης.

Στο σκοτεινό εξαιρετικό underground σκηνικό του Κένι ΜακΛέλαν και ανάμεσα στις δουλεμένες και καλοκουρδισμένες χορογραφίες της Αγγέλας Πατσέλη, οι αντρικές ερμηνείες υπερτερούν κατά πολύ έναντι των γυναικείων. Δίνουν την αίσθηση πως έχουν εμβαθύνει πολύ περισσότερο στους χαρακτήρες τους και χαρίζουν πολύ πιο πειστικές και ρεαλιστικές ερμηνείες.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στις στιβαρές παρουσιες της Μπέττυς Βακαλίδου και του Δημήτρη Παπάζογλου. Αγέρωχη και ατσαλάκωτη η Μαντάμ Παρί της Βακαλίδου, πιο εύθραυστη και ονειροπόλα η Κατερίνα του Παπάζογλου που, εργαζόμενη πια ως λεκανατζού, αφηγείται τις τρομερές παλιές ιστορίες της Αθήνας του ΄60, αποτέλεσαν τους βασικούς πυλώνες και με την ξεχωριστή τους αύρα έδωσαν το κυρίαρχο στίγμα της παράστασης.

Σαρωτικός ο Δημήτρης Γαλάνης έδωσε μία εκπληκτική ερμηνεία μαγνητίζοντας το βλέμμα μας με την εντυπωσιακή του κινησιολογία ως κομπέρ (αλλά και ως Φρέντι Μέρκιουρι στο Bohemian Rhapsody) και συγκινώντας βαθιά στον ρόλο του Δημήτρη. Συγκινητικός ο Μάνος Καζαμίας ως Μαρίνα, κατορθώνει να ισορροπήσει στις εντάσεις του δύσκολου ρόλου του ζώντας επί σκηνής το προσωπικό του δράμα με τον Ντορή (Λευτέρης Αγουρίδας) και λέγοντας σπαρακτικά τη φράση “Μη μ΄αφήνεις Ντορή, θα φαρμακωθώ” με την οποία η Κατερίνα Χέλμη άφησε εποχή. Εκπλήσσει ευχάριστα η ρεαλιστική η επιβλητική queer μεταμόρφωση του Στέλιου Τυριακίδη στον ρόλο της ανένταχτης, επαναστάτριας και φιλόδοξης Μυρσίνης. Εξαιρετικός και ο Γιώργος Σιδέρης στον ρόλο του Νικόλα (στον εμβληματικό ρόλο του ναυτικού Μάνου Κατράκη στην ταινία) που εδώ ασκεί το επάγγελμα του νταλικέρη και βρίσκει τον έρωτα στο πρόσωπο της Άννας. Πιο αδύναμος ο Τάσος Σωτηράκης στον ρόλο του Μιχαήλου, καθώς νιώσαμε πως του έλειπε το ειδικό βάρος του ρόλου του (στον ρόλο θα φανταζόμασταν άνετα τον ίδιο τον Βασίλη Μπισμπίκη).

Η Μάρα Ζαλώνη ξεχώρισε στο θεατρικό της ντεμπούτο στον ρόλο της Άννας, δίνοντας μία στιβαρή και πειστική ερμηνεία, η Ελεονώρα Αντωνιάδου διακρίνεται στη σκηνή που δέχεται bullying από τις υπόλοιπες κοπέλες και η Ερατώ Αγγουράκη ξετυλίγει όμορφες υποκριτικές της πτυχές στον ρόλο της φοιτήτριας δραματικής σχολής.

Συμπέρασμα: Μία βαθιά ανθρωποκεντρική τολμηρή παράσταση που φέρει τομή στη συντηρητική αθηναϊκή θεατρική σκηνή, όχι μόνο λόγω της queer θεματολογία της, αλλά λόγω της ρηξικέλευθης προσέγγισής της. Αυτοί οι ήρωες αποκτούν μία καθ’ όλα ορατή συγκλονιστική τραγική υπόσταση καθώς διεκδικούν ο καθένας με τον δικό τους τρόπο έναν χώρο ύπαρξης, έναν χώρο να αναπνεύσουν ελεύθερα, αλλά το δικαίωμα στην ελπίδα. Μην τη χάσετε.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΙΣΜΠΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΧΩΡΟΣ CARTEL ΘΕΑΤΡΟ

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ

24MEDIA NETWORK