Κινηματογράφος Ιντεάλ Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson/24 Media

ΧΩΡΙΣ ΣΙΝΕΜΑ – ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Οι ιστορικές αίθουσες Ιντεάλ, Άστορ και Αελλώ βρίσκονται ένα βήμα από την εξαφάνιση την ώρα που η υπουργός και ο υφυπουργός Πολιτισμού σφυρίζουν αδιάφορα. Στην Αθήνα των ξενοδοχείων, δεν χωράνε πια τα σινεμά.

«Σε όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες υπάρχουν παραδοσιακές μεγάλες αίθουσες στο κέντρο. Δεν μπορείς να το στερήσεις αυτό. Είναι προϊόν πολιτισμού, είναι ένα πολιτιστικό θέμα που αφορά κάθε πρωτεύουσα», λέει στο Magazine ο Σπύρος Σπέντζος, ένας από τους διαχειριστές της ιστορικής κινηματογραφικής αίθουσας Ιντεάλ που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και αποτελεί έναν από τους ζωτικότερους χώρους διάδοσης του ανεξάρτητου σινεμά– και που τώρα κινδυνεύει άμεσα να γκρεμιστεί, με τους υπεύθυνους φορείς να αδιαφορούν ως αυτή τη στιγμή.

«Δεν υπάρχει πρωτεύουσα που στην καρδιά της να μην έχει σινεμά ή να έχει μόνο μία-δύο. Πολιτιστικά, είναι έγκλημα αυτό», λέει ο Σπέντζος.

Τι κέντρο Αθήνας θέλουμε; Όλο και περισσότερο είναι εμφανές πως η διοίκηση, σε όλα τα επίπεδα, επιθυμεί ένα πλήρως διαφορετικό αστικό τοπίο από εκείνο που θέλουν οι κάτοικοι. Για την ακρίβεια ένα κέντρο ιδανικά ίσως και χωρίς κατοίκους.

Μέσα σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο σκηνικό στο κέντρο της Αθήνας με ανεξέλεγκτη τουριστοποίηση, μια εξαιρετικά δυσάρεστη εξέλιξη για την πολιτιστική ζωή του τόπου έρχεται δυστυχώς όχι ως έκπληξη, αλλά ως ένα κάποιο αποκορύφωμα.

Άστορ Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson/24 Media

Σε προ λίγων ημερών επιστολή του, ο Μπάμπης Κονταράκης (αιθουσάρχης του Άστορ, της αίθουσας στην στοά της πλατείας Κοραή) εξηγεί πώς έχει η κατάσταση:

«Ο ΕΦΚΑ (Υπ. Εργασίας) είναι ο ιδιοκτήτης, μεταξύ πολλών άλλων, και των ακινήτων που στεγάζουν το Ιντεάλ, το Άστορ και το Αελλώ και θέλει να αξιοποιήσει τα ακίνητα χωρίς όμως καμία δέσμευση για τη διατήρηση των κινηματογράφων. Με άλλα λόγια, η αξιοποίηση των ακινήτων μπορεί να οδηγήσει στον αφανισμό και τις τρεις αίθουσες, ιστορικά τοπόσημα και χώρους πολιτισμού της Αθήνας».

Οι προσκλήσεις ενδιαφέροντος βρίσκονται εδώ για το Άστορ κι εδώ για Ιντεάλ και Αελλώ, ενώ για το Ιντεάλ συγκεκριμένα μαθαίνουμε πως προχωράει εντελώς άμεσα, με τον διαγωνισμό να έχει τεθεί για τις 23 Νοεμβρίου και το γκρέμισμα να είναι ένα πάρα πολύ πιθανό σενάριο.

«Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο χρόνου», τονίζει ο Σπύρος Σπέντζος. «Στις 23 Νοεμβρίου αποσφραγίζονται οι προσφορές, μιας και ο πλειοδοτικός διαγωνισμός έχει ξεκινήσει ήδη. Έχουν βγει ήδη οι αξίες. Αν έχει κατατεθεί προσφορά που ανταποκρίνεται στα ζητούμενα, τότε θα συγκληθεί και πάλι το συμβούλιο κι αυτό πρέπει να την κάνει δεκτή». Μας εξηγεί δηλαδή πως εκεί θα υπάρξει ενδεχομένως ένα μικρό περιθώριο χρόνου, αλλά με τα υπάρχοντα δεδομένα θα είναι απίθανο το συμβούλιο να μην εγκρίνει κάποια προσφορά που ανταποκρίνεται στα ζητούμενα.

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson/24 Media

«Θεωρείται γεγονός στην Ευρώπη ότι οι κινηματογράφοι, εκτός του πολιτιστικού τους αντίκτυπου, λειτουργούν υπέρ της κοινότητας και της ενίσχυσης των τοπικών δεσμών, τόσο μεσω των προβολών, όσο και μέσω ειδικών εκδηλώσεων», λέει ο Μπάμπης Κονταράκης στο Magazine. «Οπότε είναι δεδομένο ότι καμιά γειτονιά δεν είναι ίδια χωρίς τους χώρους της. Για την επίδραση τους στο κέντρο νομίζω ότι και μόνο η δεκαετής εικόνα του Απόλλων-Αττικόν δίνει την απάντηση», συνεχίζει αναφερόμενος στις δύο ιστορικές αίθουσες που παραμένουν κλειστές και παροπλισμένες παρά το γεγονός πως, ως γνωστόν, το εσωτερικό τους παραμένει σε άψογη κατάσταση.

Ο κύριος Κονταράκης είχε συνάντηση με τον ΕΦΚΑ όπου ενημερώθηκε για τις προθέσεις να δοθεί όλο το ακίνητο για να γίνει γραφεία ή ξενοδοχείο δίχως την παραμικρή δέσμευση για διατήρηση του κινηματογράφου Άστορ– η διάσωση της διατηρητέας αίθουσας επαφίεται στα χέρια των επιχειρηματιών. Καταλάβαμε.

«Από την ελάχιστη ενημέρωση που είχαμε, σε λίγες μέρες θα ολοκληρωθεί η οικονομοτεχνική αξιολόγηση των κτιρίων – το πόσο γρήγορα θα γίνουν τα πράγματα μετά (θα προκηρυχθεί διαγωνισμός; θα δοθούν άμεσα κάπου; ) δεν το γνωρίζουμε», μας λέει ο Κονταράκης. «Αυτό που μας είπαν προφορικά είναι ότι μπορούμε να λειτουργήσουμε τον κινηματογράφο μέχρι το τέλος της σεζόν, χωρίς βέβαια να δεσμεύεται κανείς ούτε και γι αυτό».

Κάτι τέτοιο εξυπακούεται πως θα σήμαινε το τέλος των συγκεκριμένων αιθουσών. «Το Άστορ απλώς θα πάψει να υπάρχει. Επίσης όσο εύκολο είναι να αλλάξεις χρήση σε μια αίθουσα, άλλο τόσο δύσκολο είναι να ξαναφτιάξεις μια από την αρχή», μας εξηγεί. «Δεν γίνεται να μεταφερθεί αλλού», επιβεβαιώνει κι ο Σπύρος Σπέντζος για το Ιντεάλ. «Είναι δύσκολο να βρεις αίθουσα εξοπλισμένη. Κι όπως πάει η κατάσταση, με τα εισιτήρια πεσμένα και τα ενοίκια ανεβασμένα, δεν θα είναι βιώσιμο. Εξάλλου το θέμα είναι διατηρηθεί στο κέντρο η κινηματογραφική πιάτσα, όχι να πάμε σε προάστια».

Άστορ Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson/24 Media

Είναι περιττό να εξηγήσουμε τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη για το κέντρο όπως το ξέρουμε. Ίσως το κλείσιμο μιας ακόμα αίθουσας (ή δύο…. ή τριών…) να μην κάνει όλη τη διαφορά του κόσμου, όμως μην ξεχνάμε πως αυτή η εξέλιξη έρχεται αφενός σε μια χρονική στιγμή όπου το κέντρο υπόκειται μια εκτός ελέγχου αλλοίωση, αλλά και την ίδια στιγμή πως αυτό συμβαίνει μετά από δύο χρόνια πανδημίας που λειτούργησαν ήδη καταστροφικά απέναντι στις αίθουσες και τον κινηματογραφικό χώρο.

Έμπασσυ, Πτι Παλαί, Όσκαρ, Χολαργός είναι μερικές μόνο από τις αίθουσες που έχουν κλείσει, κάνοντας επιτακτική, όπως γράφει ο Μπάμπης Κονταράκης, την ανάγκη για «μια συνολικότερη θεσμική βούληση προστασίας των αιθουσών, μέσα από την ανακήρυξη διατηρητέας χρήσης των χειμερινών κινηματογραφων (αντίστοιχα με το νόμο της Μερκούρη που έσωσε τα θερινά)». Υπερθεματίζει ο Σπέντζος: «Πρέπει κάτι να γίνει στο κέντρο. Αττικόν-Απόλλων δεν έχουν ανοίξει ακόμα, το Έμπασσυ έχει κλείσει… είναι πολύ σοβαρό να μείνει χωρίς παραδοσιακές αίθουσες το κέντρο».

Στο μεταξύ αντίδραση από την Πολιτεία δεν υπήρξε. Προς το παρόν έχουν υπάρξει δύο ερωτήματα στη Βουλή.

«Παρά την μη-ανταπόκριση στα δημοσιεύματα εμείς σκοπεύουμε να ζητήσουμε συνάντηση τόσο με τον δήμο όσο και με το υπουργείο και να ζητήσουμε να πάρουν θέση απέναντι στο ζήτημα και ιδανικά να παρέμβουν», τονίζει ο Μπάμπης Κονταράκης. «Θέλουμε να πάμε το θέμα σε όλους τους επίσημους και εμπλεκόμενους φορείς και να ζητήσουμε την τοποθέτηση τους. Στη συνέχεια σκοπεύουμε να οργανώσουμε μια συζήτηση στο Άστορ με καλεσμένους και πάλι όλους όσους θεωρούμε ότι θεσμικά τους αφορά το ζήτημα και με ανοιχτές τις πόρτες μας για όλους όσους ενδιαφέρονται».

Σκοπός εδώ, μας λέει ο Κονταράκης, είναι «να πιέσουμε τόσο για την διατήρηση των αιθουσών, όσο και για την ανάδειξη του ως ζήτημα του ευρύτερου πολιτισμού της πόλης. Ιδανικά θα θέλαμε να πετύχουμε με αφορμή αυτό μια σωτήρια ανακήρυξη διατηρητέας λειτουργίας των κινηματογράφων, ώστε όποιος και να είναι ο ιδιοκτήτης τους οι χώροι να παραμείνουν».

Ιντεάλ Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson/24 Media

Ο Σπέντζος εξετάζει το ενδεχόμενο να έρθει σε επαφή ακόμα και με τις Νύχτες Πρεμιέρας, να ξεκινήσει συγκέντρωση υπογραφών, και φυσικά να έρθει σε επαφή με το υπουργείο. «Προσπαθούμε να έρθουμε σε επαφή με τα υπουργεία πολιτισμού και εργασίας μήπως αλλάξουν τον διαγωνισμό. Ζητάμε να γίνει πλειοδοτικός διαγωνισμός όπου όποιος πάρει το έργο να είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει τον κινηματογράφο. Μπορεί να τον πάρει άλλος δηλαδή, αλλά να παραμείνει σαν αίθουσα», ξεκαθαρίζει.

Είναι δεδομένο πως κέντρο πόλης δίχως ιστορικά σινεμά δε νοείται. Το ότι δεν αποτελούν προφανή σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος (όπως τα θερινά) μάλλον τα κάνει πιο αναλώσιμα στα μάτια μιας πολιτείας που φαίνεται πως έχει βαλθεί να ξεριζώσει κάθε τελευταίο στοιχείο τοπικότητας από μια πόλη που μετατρέπεται σε ξενοδοχειακή μονάδα.

Στον ίδιο τόνο, δεν είναι τελικά καθόλου παράδοξο ο πρωθυπουργός να διατυμπανίζει την προσέλκυση εκατοντάδων κινηματογραφικών παραγωγών στη χώρα (όπως έκανε πριν λίγες μέρες όταν βρέθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης μαζί με τον υφυπουργό σύγχρονου πολιτισμού Νικόλα Γιατρομανωλάκη) την ίδια στιγμή που η Πολιτεία αφήνει στις ορέξεις της ελεύθερης αγοράς μερικές από τις τελευταίες ιστορικές αίθουσες της Αθήνας.

Άστορ Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson/24 Media


«Εντάσσεται στο πιο συνολικό ζήτημα της απαγωγής του κέντρου της πόλης από την τουριστική και την κτηματομεσιτική βιομηχανία που σε σύμπνοια με τις αρμόδιες αρχές εκτοπίζουν τους κατοίκους του κέντρου (με αυξημένη ένταση κατα τη διάρκεια των λοκντάουν και των πανδημικών μέτρων) και ίσως και ολόκληρου του δήμου Αθηναίων», καταλήγει ο Μπάμπης Κονταράκης του Άστορ. «Μοιάζει να είναι σημαντικό για το παραπάνω πρότζεκτ να μην υπάρχει κανένας χώρος συνάντησης και καμιά εναλλακτική πολιτισμού για τους πραγματικούς κατοίκους της πόλης».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα