ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ: “ΤΑ ΤΣΟΝΤΑΔΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ”

O δημοσιογράφος, συγγραφέας και ταγμένος αθηναιολόγος μίλησε στο Magazine με αφορμή την επανέκδοση μετά από τρεις δεκαετίες του βιβλίου «Αυστηρώς ακατάλληλον» με τα προγράμματα αθηναϊκών κινηματογράφων σεξ που δεν υπάρχουν πια. Συμβαίνουν αυτά στις μεγάλες πόλεις. Συνέχεια αλλάζουν.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, της τέταρτης της ζωής του, ο μετέπειτα πολυγραφότατος συγγραφέας, δημοσιογράφος, και κειμενογράφος Δημήτρης Φύσσας, δεν είχε καν φανταστεί ότι θα γινόταν «επαγγελματίας του λόγου». «Καθηγητής έκθεσης ήμουν. Αποφοίτησα από τη φιλολογία, στην αρχή έκανα ιδιαίτερα, στη συνέχεια δούλεψα σε φροντιστήρια άλλων και μετά άνοιξα το δικό μου. Δεν είχα δηλαδή μέχρι τότε ασχοληθεί ακόμη σοβαρά με το γράψιμο» λέει σήμερα στο Magazine, εννοώντας το γράψιμο άρθρων και βιβλίων, αν και είχε ήδη ντεμπουτάρει συγγραφικά με το «Η γενιά του Πολυτεχνείου. Ένα βιογραφικό λεξικό» (εκδ. Δελφίνι, 1993), «ένα who is who της γενιάς μου που μπορεί να θεωρηθεί και κάπως δημοσιογραφικό. Λόγω χούντας, ξέρεις, πάρα πολλοί της γενιάς μου έγιναν αριστεροί. Ακόμη κι εγώ που το σπίτι μου είχε δεξιές καταβολές, και πολύ δικαιολογημένα γιατί ο παππούς μου ήταν θύμα των Δεκεμβριανών. Ήταν ένας αθώος άνθρωπος που πιάστηκε όμηρος από τον ΕΛΑΣ μόνο και μόνο γιατί ήταν βασιλόφρων. Δεν τον σκότωσαν αλλά έπαθε κρυοπαγήματα δεύτερη φορά στη ζωή του μετά το αλβανικό μέτωπο. Με τη συμφωνία της Βάρκιζας γύρισε πίσω και πέθανε. Η χούντα λοιπόν μας έκανε όχι απλά να είμαστε αντιχουντικοί, αλλά να γίνουμε πάρα πολύ αριστεροί. Έπαιξαν φυσικά ρόλο και τα ερεθίσματα από το εξωτερικό, από το Γούντστοκ μέχρι τον Μάη του ’68. Έτσι γιγαντώθηκε η Αριστερά στα πανεπιστήμια, ενώ την ίδια στιγμή ο λαός ψήφιζε Καραμανλή».

Σήμερα, στα τα 67 του πια, δεν θεωρεί τυχαίο ότι το πιο πετυχημένο εμπορικά βιβλίο του παραμένει το «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος» (εκδ. Εστία, 2005), «ένα βιβλίο εναλλακτικής ιστορίας στο οποίο δεν έχει γίνει ο Εμφύλιος και οι Σοβιετικοί αντί να σταματήσουν στη Βουλγαρία το ’44, καταλαμβάνουν και την Ελλάδα που γίνεται χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο Ρίτσος είναι ο εθνικός ποιητής και πάει λέγοντας, οπότε το ’89-’90 καταρρέει κι εδώ ο κομμουνισμός. Και γίνεται της πουτάνας».

Ούτε όμως ότι στη δύση των 80s, μετά από κάποια χρόνια έντονης πολιτικοποίησης, άρχισαν να ασφυκτιούν πολλοί της γενιάς του. «Ζοριζόμασταν ούτως ή άλλως εξαρχής γιατί εκτός από την Αριστερά υπήρχαν και οι εκδρομές, το χασίσι, η πρέφα, οι γκόμενες, οι τσόντες, ο Πετρόπουλος, το ροκ. Όλα αυτά ήταν δαιμονοποιημένα από την Αριστερά». Σε αντίστιξη με τη σοβαροφάνεια, όπως τονίζει, αποφάσισε να βγάλει ένα βιβλίο για τα πορνοσινεμά της Αθήνας. «Ήθελα να κάνω και λίγο πλάκα δηλαδή, αν και ήξερα ότι θα ακούσω πολλά και διάφορα από τους συντρόφους μου, “δεν είναι πράγματα αυτά” και τέτοια. Όμως στα τσοντάδικα έβρισκες τους πάντες. Αριστερούς, δεξιούς, φασίστες, αναρχικούς, απολιτικούς. Γιατί όλοι θέλουμε στη ζωή μας την καύλα».


Η ιδέα για το «Αυστηρώς ακατάλληλο. Προγράμματα αθηναϊκών κινηματογράφων σεξ» (εκδ. Δελφίνι, 1993), «προέκυψε ως συνισταμένη τεσσάρων συνιστωσών» λέει στο Magazine με αφορμή την επανέκδοσή του από τις Εκδόσεις ΑΩ. «Πρώτον, πάντα ήμουν τύπος που μάζευε διάφορα – τα οποία τώρα ξεφορτώνομαι γιατί μεγαλώνω. Δηλαδή είχα τη μανία ποικίλων συλλογών. Δεύτερον, ήταν η εποχή που σαν αντίδραση στην υπερπολιτικοποίηση, κάποιοι άνθρωποι αποφασίσαμε να κάνουμε χαβαλέ. Τρίτον, σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει η καύλα. Όπως έλεγα τότε: kavla makes the world go round. Έτσι είναι. Τέταρτον, είχαν ήδη αρχίσει να φθίνουν τα τσοντάδικα. Οπότε σκέφτηκα: Κάτσε τώρα και καν’το, ρε Μήτσο, κρίμα είναι να χαθεί όλο αυτό. Τότε υπήρχε ήδη πολύ βίντεο. Υπήρχαν επίσης τα πορνογραφικά περιοδικά που σήμερα είναι συλλεκτικά. Δηλαδή αυτό το βιβλίο ήταν σχεδόν σαν ρέκβιεμ».

Σημαντική στο όλο εγχείρημα ήταν και η επιρροή του μεγάλου, όπως τον χαρακτηρίζει, Ηλία Πετρόπουλου, στον οποίο ο Δημήτρης Φύσσας αφιέρωσε εκείνη την πρώτη έκδοση ενώ του έστειλε αμέσως στο Παρίσι ένα αντίτυπο του βιβλίου του που είχε βγει «από ένα φίλο εκδότη της ηλικίας μου, ο οποίος δεν ζει πια και γι’ αυτό αφιερώνω την επανέκδοση στη μνήμη του. Ο Πέτρος Σταθάτος ψήθηκε τότε με τη μία. Ούτε λεφτά ζήτησα ούτε τίποτα. Είναι δηλαδή ένα βιβλίο χαράς. Άλλωστε ακόμη τότε θεωρούσα τον εαυτό μου καθηγητή σε φροντιστήρια, δεν το έπαιζα συγγραφέας. Βγάλαμε -χωρίς συμβόλαια και συγγραφικά δικαιώματα, στ’ αρχίδια μας όλα- χίλια κομμάτια και γρήγορα εξαντλήθηκαν». Γρήγορα ακούστηκαν και τα πρώτα αρνητικά σχόλια από συγκεκριμένους κύκλους. «Πολλοί σχολίαζαν αρνητικά που ένας αριστερός ασχολείται με τσοντάδικα. Σε κάποιο βαθμό, γι’ αυτό ακριβώς το έκανα» λέει ο Φύσσας. Για εκείνον τότε ήταν μια μορφή αντίδρασης. «Είχα ήδη φύγει από το ΚΚΕ, θα λέγαμε ότι κινούμουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας. Ήξερα ότι οι παλιοί μου σύντροφοι θα με λοιδορούσαν για το “Αυστηρώς ακατάλληλον”. Όντως με έπαιρναν τηλέφωνο και με βρίζανε. Ένας μου είχε πει το εξής: “Εντάξει, το καταλαβαίνω να φύγεις από το κόμμα, αλλά να γράψεις τέτοιο βιβλίο, να μαζεύεις τα προγράμματα των τσοντάδικων”; Και του λέω: Ρε μαλάκα, με το χέρι στην καρδιά, δεν πήγαινες κι εσύ στα τσοντάδικα; “Πήγαινα”, μου λέει, “αλλά δεν το λέω δημόσια”. Ε, εγώ το λέω δημόσια, του απαντάω. Όλος ο κόσμος πήγαινε στην τσόντα. Στ’ αρχίδια μου λοιπόν, δεν με απασχόλησε ποτέ αν θα με κρίνουν. Στην τελική ήταν μια δήλωση διαφοροποίησης».

Λίγα χρόνια μετά την προηγούμενη, την οποία θεωρεί πολύ πιο σοβαρή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα κείμενό του στο περιοδικό Αντί. «Εκεί δημοσίευσα το ’84, πολύ νωρίς δηλαδή, μόλις δέκα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο, ένα κείμενο δημόσιας αυτοκριτικής. Εξηγούσα γιατί φεύγω από το ΚΚΕ, έγραφα ότι δε γουστάρω να χαλάω το μυαλό μου, δε γουστάρω άνθρωποι της δικής μου συγκρότησης να βριζόμαστε και να πλακωνόμαστε ακόμα και στο ξύλο» λέει, χαρακτηρίζοντας το συγκεκριμένο άρθρο ως το σημαντικότερο ίσως της ζωής του. «Ήταν το διαβατήριο μου για να βγω πάλι στον κόσμο μετά από δέκα χρόνια. Τα οποία δεν ήταν “πεθαμένα”, αλλά για πολλά σημεία τους έχω τύψεις. Έχω καταλήξει ότι για να μείνεις σε οποιοδήποτε ολοκληρωτικό κόμμα, αν έχεις μυαλό πρέπει να το κλειδώσεις κάπου. Εκτός κι αν δεν έχεις, οπότε δεν τρέχει τίποτα».

Το εξώφυλλο του βιβλίου.


Λίγο μετά την πρώτη έκδοση του «Αυστηρώς ακατάλληλον» θα ξεκινούσε και ο βιοπορισμός του από τις δημοσιευμένες λέξεις του. «Αν και ήμουν καλός καθηγητής με πολλές επιτυχίες, όταν άλλαξε το εκπαιδευτικό σύστημα επί Αρσένη, είδα ότι οι εγγραφές μου για την επόμενη χρονιά ήταν ελάχιστες, οπότε αναγκάστηκα να κλείσω το φροντιστήριο. Τι άλλο ξέρω να κάνω; σκέφτηκα. Να γράφω. Οπότε άρχισα να στέλνω γράμματα σε εταιρίες διαφήμισης και επικοινωνίας: Χαίρετε, είμαι ο τάδε, ξέρω να γράφω και θέλω να γίνω κειμενογράφος. Παράλληλα ξανάγινα μισθωτός σε φροντιστήρια, όπως όταν ήμουν νεαρούλης. Γενικά δουλεύω 50 χρόνια, από το ’74, και δεν έχω πάρει σύνταξη ακόμα γιατί δεν έχω ένσημα για όλες τις δουλειές. Επί χρόνια λοιπόν δούλευα ως κειμενογράφος, παράλληλα έστελνα κείμενα στην Ελευθεροτυπία, όπου με πλήρωναν καλά, και στο Αντί όπου δεν πληρωνόμουν. Μετά άνοιξε η Athens Voice, όπου δούλεψα αρχικά ως εξωτερικός συνεργάτης και κατόπιν μισθωτός. Έτσι άνοιξε η πόρτα και στον Αθήνα 9.84. Είχα ένα ψιλοονοματάκι πια. Παράλληλα ήρθαν και τα βιβλία».

Δισέλιδο του βιβλίου.

Μέχρι σήμερα έχει γράψει συνολικά δεκαέξι, μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές αλλά και ερευνητικά για το αγαπημένο του θέμα: τη ζωή στην Αθήνα. «Τα βιβλία μυθοπλασίας τα βγάζω στην Εστία. Τα υπόλοιπα σε άλλους εκδότες» λέει, επισημαίνοντας το soft spot που κατέχει το «Αυστηρώς ακατάλληλον» που παρέμενε εξαντλημένο για τρεις δεκαετίες. «Όμως ο κόσμος το ζήταγε και το ζητάει συνέχεια, και γι’ αυτό το ξαναβγάζω τώρα» γράφει στον πρόλογο της επαυξημένης Β’ έκδοσης που μόλις κυκλοφόρησε. Σε αυτή μάλιστα συμπεριέλαβε και τις σημαντικότερες ατάκες του πατριάρχη του ελληνικού πορνό. «Δε σου κρύβω ότι χάρηκα πολύ όταν τίμησε τον Κώστα Γκουσγκούνη ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, ο οποίος είχε μεγάλη αγάπη για το περιθώριο. Είναι κρίμα που πέθανε τόσο νέος» λέει στο Magazine.

Ο Βασίλης Γκουσγκούνης. PAPADAKIS PRESS


«Αν και επίσημα λοιδορούμενη» έγραφε στον πρόλογο της Α’ έκδοσης, «η τσόντα θέριευε σε Αθήνα και άλλες πόλεις. Κι όσο τα Κόμματα, οι παραθρησκευτικές οργανώσεις, οι λυκειάρχες, οι γονείς επέμεναν να την καταδικάζουν, τόσο στην αίθουσα μπορούσε να δει κανείς καθηγητές σχολείων, αξιωματικούς, παπάδες, στελέχη οργανώσεων της Αριστεράς και της Δεξιάς, μαθητές, φοιτητές, οικογενειάρχες, μουτζούρηδες των συνεργείων, στρατιώτες, μεσήλικες, πούστηδες, αθλητές, γέρους, τουρίστες – ακόμα και μερικές γυναίκες, πάντοτε φυσικά συνοδευόμενες! Η απήχηση της ταινίας πορνό υπήρξε συνεπώς διαστρωματική, διαταξική και διηλικιακή, έτι δε και διακομματική – το τελευταίο φαινόταν καθαρά από το πόσο διαφορετικές εφημερίδες ξεδιπλώνονταν στο διάλειμμα του θεάματος (από “Ελεύθερος Κόσμος” μέχρι “Λαϊκοί Αγώνες”)».

Πώς ακριβώς εννοεί όμως τη «Συμβολή στη σύγχρονη κοινωνιολαογραφία» του υπότιτλου στο βιβλίο του; «Είναι ένας όρος που εφηύρα κάνοντας την πλάκα μου» λέει, τονίζοντας ότι ανέκαθεν ήταν και για πάντα θα είναι ενάντια στη σοβαροφάνεια. «Κάνω ό,τι μου κατέβει. Ουσιαστικά αυτό το βιβλίο είναι η συλλογή των προγραμμάτων πολλών αθηναϊκών τσοντάδικων με ένα πρόλογο. Δεν υπάρχει συμβολή στην κοινωνιολογία. Αν υπάρχει σε κάτι είναι η αστική ηθογραφία». Τα οποία προγράμματα, σημειώνει στον πρόλογο ότι: «Παρουσιάζονται σε αλφαβητική σειρά με βάση το όνομα της αίθουσας προβολής. Καλύπτουν μια ευρεία χρονική περίοδο (από το 1976 έως το 1993) και έχουν επιλέγει από ένα σύνολο αρκετών εκατοντάδων. Η επιλογή έχει γίνει με κριτήριο κυρίως την πρωτοτυπία τους. Η δε συλλογή από εμένα τον ίδιο κυρίως, αλλά και με τη βοήθεια καλών φίλων, συναγωνιστών σε “πολεμικές” περιπέτειες».

Σήμερα λέει ότι υπάρχει πια μόνο ένας κινηματογράφος σεξ στην Αθήνα, «κοντά στην πλατεία Καραϊσκάκη, στο Μεταξουργείο, αν και δεν νομίζω ότι θα σταθεί για πολύ ακόμα. Εδώ που τα λέμε δεν έχει πια νόημα η ύπαρξη τέτοιων σινεμά. Στο κινητό σου σήμερα βλέπεις ό,τι τσόντα θέλεις και μάλιστα σε συνθήκες πιο εύκολες. Δεν πληρώνεις εισιτήριο. Δεν λες στον άλλο πρόσεξε μη σε λερώσω ή πρόσεξε πού θα κάτσεις. Ούτε σου κολλάνε διάφοροι. Γιατί εκεί μέσα γινόταν γινόταν και ψωνιστήρι, έπρεπε να το χειριστείς». Δεν ήταν δηλαδή όλα ρόδινα. «Εντάξει, ίσως να υπήρχε ένας βαθμός επικινδυνότητας. Αλλά αν ήσουν νέος, εύρωστος και ευγενής δεν είχες κανένα πρόβλημα» λέει ο συγγραφέας που έχει έναν ακόμη λόγο να χαίρεται για την επανακυκλοφορία του «Αυστηρώς ακατάλληλον», μιας και η πρώτη του έκδοση αποτέλεσε και την εκκίνηση της έρευνας για το opus magnum του, με τίτλο «“Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου». Ένα αλφαβητικό λεξικό για τους κινηματογράφους της Αθήνας από την περίοδο 1896 έως 2013, στο οποίο περιλαμβάνονται όλων των ειδών οι κινηματογράφοι: χειμωνιάτικοι και θερινοί, εντοπισμένοι και μη, λαϊκοί και κυριλέ, διατηρητέοι και όχι, βραχύβιοι και μακρόβιοι, κατεδαφισμένοι, κανονικοί και τσοντάδικα, κουφάρια ή σε λειτουργία κλπ. Μια κεφαλαιώδους σημασία έρευνα που ο συγγραφέας αποφάσισε να διαθέσει δωρεάν online.

«Καταρχήν πρόκειται για ένα βιβλίο που εξ ορισμού δεν τελειώνει γιατί τα σινεμά αλλάζουν συνεχώς. Αποφάσισα όμως να το τελειώσω γιατί σκέφτηκα ότι στην τελική κάποτε τελειώνει και η ζωή του ανθρώπου. Μου πήρε δέκα χρόνια να το γράψω και ξέρω ότι γι’ αυτό θα με θυμούνται στο μέλλον. Η λογοτεχνία θα ξεχαστεί. Δεν έχω καμία αυταπάτη ότι είμαι ο Καβάφης ή ο Σεφέρης. Δεν είμαι. Ένας συγγραφίσκος είμαι με δυο-τρία καλά βιβλία και μερικά μέτρια. Από τη στιγμή λοιπόν που το τελείωσα, δεν πήγα καν σε εκδότες γιατί ήξερα ότι θα έβγαινε πανάκριβο, ήταν χίλιες σελίδες, με οπτικό υλικό θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερο. Πήγα σε ιδρύματα, μορφωτικά κλπ, στον δήμο Αθηναίων, στο Υπουργείο Πολιτισμού. Πήρα κάτι που το είχα ήδη: Τ’ αρχίδια μου. Το έβγαλα λοιπόν στο internet. Και καλά έκανα, διαφορετικά θα πήγαινα χαμένη όλη αυτή η δουλειά. Στο internet το έχουν διαβάσει χιλιάδες. Έχω λάβει πάρα πολλά ωραία σχόλια κι έχω γνωρίσει πολύ ωραίο κόσμο. Όπως τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, για παράδειγμα. “Τι έγραψες, ρε μαλάκα”, μου είπε, “καταλαβαίνεις τι έγραψες”; Έτσι γίναμε φίλοι και μου έκανε μια εκτύπωση για μένα. Στο οπισθόφυλλο έβαλε ένα δικό του εισιτήριο από το αγαπημένο του σινεμά του ’50».

Ο Κινηματογράφος Ιντεάλ EUROKINISSI

Κι όμως ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου και ταγμένος αθηναιολόγος δεν θεωρεί ότι όλοι οι κινηματογράφοι, ιστορικοί και μη, πρέπει πάση θυσία να συνεχίσουν στο διηνεκές τη λειτουργία τους, αν και ανήκει σε μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στις σκοτεινές αίθουσες. «Κάθε γενιά βλέπει σινεμά με τον δικό της τρόπο. Η τέχνη του σινεμά δεν σταματάει. Γίνονται συνέχεια ταινίες. Αυτό που αλλάζει είναι οι όροι του γυρίσματος και της προβολής. Όταν βγήκε η φωτογραφία πολλοί είπαν ότι οι ζωγράφοι θα χάσουν τη δουλειά τους. Όταν βγήκε το σινεμά, πολλοί έλεγαν ότι θα πεθάνει το θέατρο. Όταν βγήκαν τα talkies, οι ομιλούσες ταινίες, πιο πολύ απ’ όλους γκρίνιαζαν οι μουσικοί που έπαιζαν στις προβολές των βωβών ταινιών. Μαλακίες. Επίσης είναι περίεργο να γκρινιάζουν αυτοί που λόγω τηλεοπληξίας και μαλακίας χαντακώσαν τα σινεμά» λέει, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και ο χαρακτηρισμός ως διατηρητέας της χρήσης κινηματογράφων, όπως έγινε στο μακρινό παρελθόν με τους θερινούς και μόλις πριν από λίγες μέρες με το Άστορ και το Ιντεάλ (με αστερίσκους στην περίπτωση του δεύτερου) δεν αποτελεί αλάνθαστη επιλογή. «Υπάρχουν διατηρητέα σινεμά που ακμάζουν, όπως το Θησείο ή ο Ζέφυρος, υπάρχουν και άλλα που ρημάζουν, όπως το Αττικόν στην οδό Κυψέλης ή το Μον Ρεπώ στη Μοσχοπόλεως. Οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούν να τα κάνουν τίποτα άλλο παρά μόνο σινεμά και προτιμάνε να τα αφήσουν να ρημάξουν. Όσον αφορά το Ιντεάλ, είναι μεν ιστορικό και μάλιστα το παλιότερο χειμερινό στην Αθήνα αυτή τη στιγμή, αλλά…κράτα το ανοιχτό αν μπορείς. Το Άστορ κρατήθηκε, κατά τη γνώμη μου, γιατί το σημερινό είναι ένα κλάσμα του παλιού Άστορ που έφτανε ως τη Σταδίου, πλέον τα 5/6 είναι κατάστημα που πουλάει εσώρουχα και το 1/6 έγινε το “Αστοράκι” που υπάρχει σήμερα και όντως μαζεύει κόσμο, παίζει καλές ταινίες. Αυτός που έχει ένα κτίριο όμως κρίνει ότι με άλλο τρόπο μπορεί να έχει μεγαλύτερο κέρδος. Δικαίωμα του είναι.».

Δεδομένου του πόσο καυτό είναι το συγκεκριμένο ζήτημα συνεχίζει: «Δεν μπερδεύω τις προσωπικές μου νοσταλγίες και τα πράγματα που γουστάρω με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η ζωή είναι η ζωή. Και η τέχνη και η αθηναιολογία είναι η τέχνη και η αθηναιολογία. Είναι διαφορετικά πράγματα. Όποιος νομίζει ότι πρέπει να υπάρχουν κι άλλα σινεμά, ας ανοίξει ένα. Αν η πόλη όμως μπορεί να κρατήσει μόνο λίγα σινεμά, τότε της ταιριάζουν λίγα σινεμά. Και το λέω αυτό όντας κάποιος που πηγαίνει ακόμα συνέχεια σινεμά. Το αγαπημένο μου είναι το Άστυ, στην πλ. Κοραή, ένας πανέμορφος κινηματογράφος. Μακάρι να κρατηθεί. Αυτό θα επιτευχθεί πρώτα απ’ όλα αν έχει πελατεία. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι οι πόλεις αλλάζουν» λέει για να καταλήξει στο βιβλίο του τονίζοντας ότι κομμάτι του νεότερου αθηναϊκού πολιτισμού αποτελούν φυσικά και οι κινηματογράφοι σεξ που πια έχουν σχεδόν εκλείψει. «Πάντως η τάση να κλείνουν τα τσοντάδικα δεν είναι μόνο ελληνική» λέει και παραπέμπει σε αυτά που γράφει στο «Αυστηρώς ακατάλληλον»: «Η αποτύπωση του πορνό φυσικά δεν πέθανε. Πάντα υπήρχε (αρχαία αγγεία, σεξουαλικές τοιχογραφίες, γκραβούρες και πίνακες, γυμνές φωτογραφίες, σλάιντς, πρωτόγονα φιλμάκια, πορνοπεριοδικό κ.λπ.) και πάντα θα υπάρχει, απλά αλλάζει μορφή. Μόνο που τώρα η οφθαλμοπορνεία και η μαλaκία ξανάγιναν κατά μόνας και οικιακές e-υποθέσεις, ενώ τα τσοντάδικα τις είχαν κάνει, πρόσκαιρα, ημιδημόσιες, συλλογικές και σχεδόν ανεκτές».

Το βιβλίο «Αυστηρώς ακατάλληλον» του Δημήτρη Φύσσα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΑΩ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα