Η θεσμική αδιαφορία για τις γυναικοκτονίες ως πολλαπλασιαστής τους
24 MEDIA LAB
ΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΟ

Η θεσμική αδιαφορία για τις γυναικοκτονίες ως πολλαπλασιαστής τους

Με τα διαθέσιμα στοιχεία, προκύπτει ότι κάθε μήνα δολοφονείται τουλάχιστον μια γυναίκα με πιο συνήθη τόπο εγκλήματος το ίδιο της το σπίτι.

Το ξημέρωμα της Παρασκευής σ’ ένα διαμέρισμα στην οδό Ματρόζου στο Κουκάκι μια γυναίκα έπεφτε νεκρή από τα χέρια του (εν διαστάσει) συζύγου της. Στη συνέχεια ο ίδιος ειδοποίησε τον γιο τους ότι «σκότωσε τη μητέρα του» κι έφυγε – κι αλήθεια τι αδιανόητο σοκ και ανεξίτηλη πληγή είναι κάτι τέτοιο για ένα παιδί. Ήταν η έκτη τουλάχιστον γυναικοκτονία για το 2022, ενώ το ελληνικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις Γυναικοκτονίες στα ποιοτικά δεδομένα που έχει συλλέξει για την τρέχουσα χρονιά απαριθμεί εννέα γυναικοκτονίες μέχρι στιγμής. Το γεγονός πως στον δημόσιο λόγο δεν φωτίζονται όλες οι γυναικοκτονίες που διαπράττονται οφείλεται αφενός στην απουσία ενός επίσημου δικτύου καταγραφής και αφετέρου στο στένεμα των γυναικοκτονιών σε συγκεκριμένες τυπολογίες, δηλαδή στις δολοφονίες γυναικών από τον πρώην ή νυν σύντροφο.

Η συγκεκριμένη τυπολογία είναι ασφαλώς η πιο διαδεδομένη, όχι όμως η μοναδική. Μια κατηγορία γυναικοκτονιών που παραμένει αθέατη είναι οι δολοφονίες ηλικιωμένων γυναικών από τον σύζυγο, τον γιο ή τον εγγονό. Παρότι συμβαίνουν και στη χώρα μας, σπανίως αναγνωρίζονται ως γυναικοκτονίες κι αυτό αναμφισβήτητα σχετίζεται με την υποτίμηση των σωμάτων των ηλικιωμένων γυναικών, τη σήμανση τους ως «ανάξια», «αντιπαραγωγικά», «αποθυληκοποιημένα» και εν τέλει «περιττά».

Αν σ’ αυτά τα συμφραζόμενα συνεκτιμήσουμε την παράμετρο των πλήρως αποσιωπημένων και κρυφών γυναικοκτονιών, για τις οποίες δεν μαθαίνουμε ποτέ, επειδή αφορούν σε θηλυκότητες με μηδενική ορατότητα και προστασία, όπως προσφύγισσες, τρανς γυναίκες, σεξεργάτριες, τοξικοεξαρτημένες, άστεγες, γυναίκες με ψυχιατρική εμπειρία, τότε θα οδηγηθούμε στη θλιβερή διαπίστωση ότι τα πραγματικά νούμερα είναι μεγαλύτερα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και με τα διαθέσιμα στοιχεία, προκύπτει ότι κάθε μήνα δολοφονείται τουλάχιστον μια γυναίκα με πιο συνήθη τόπο εγκλήματος το ίδιο της το σπίτι.

Ένα πρώτο χρονικό ορόσημο για τη δημόσια συζήτηση για τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα ήταν το 2018 με τον βιασμό και τη γυναικοκτονία της Ελένης Τοπαλούδη. Ενώ ο προβληματισμός και οι επεξεργασίες υπήρχαν πολύ νωρίτερα στον χώρο του φεμινισμού, όπως και στις κοινωνικές επιστήμες, σε ευρύτερα ακροατήρια τέθηκε για πρώτη φορά με ορμητικότητα τότε. Μια περίοδος με χαρακτηριστικά ιστορικής τομής ήταν το 2021, όπου το ξέσπασμα του ελληνικού metoo συνομίλησε ευρύτερα με ζητήματα έμφυλης βίας, συμβάλλοντας στην υπογράμμιση και των γυναικοκτονιών.

Ήταν εξάλλου η χρονιά με το μεγαλύτερο αριθμό γυναικοκτονιών των τελευταίων ετών. Συγκεκριμένα, πάλι σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού τμήματος του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις γυναικοκτονίες, το 2019 καταγράφηκαν 17 γυναικοκτονίες, το 2020 καταγράφηκαν 19 και το 2021 έφτασαν τις 30. Θέλω να πω, είναι καιρός που οι δείκτες για την έμφυλη βία δείχνουν αύξηση, που ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι αφυπνισμένο και ανήσυχο, που οι προτάσεις έχουν κατατεθεί αλλά που δυστυχώς η Πολιτεία δεν έχει αναλάβει καμία πρωτοβουλία στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του προβλήματος.

Συγκεκριμένα, πάλι σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού τμήματος του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις γυναικοκτονίες, το 2019 καταγράφηκαν 17 γυναικοκτονίες, το 2020 καταγράφηκαν 19 και το 2021 έφτασαν τις 30.

Αντίθετα, στις 30 Μαΐου ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Κώστας Τσιάρας απαντώντας σε σχετική ερώτηση στη Βουλή, επανέλαβε τη διαφωνία του στη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας. «Η πρόβλεψη ενός νέου ποινικού αδικήματος γυναικοκτονίας θα οδηγήσει σε μια ανεπίτρεπτη, τόσο συνταγματικά όσο και ηθικά, σχετικοποίηση της ανθρώπινης ζωής, που είναι το υπέρτατο αγαθό και προστατεύεται απόλυτα», ανέφερε χαρακτηριστικά, παραβλέποντας βέβαια ότι εντός των πατριαρχικών σχέσεων εξουσίας οι ζωές των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων είναι ήδη σχετικοποιημένες. Η ένταξη της βιωμένης πραγματικότητας των γυναικοκτονιών στην έννομη τάξη αποτελεί μια βασική διεκδίκηση των γυναικείων και φεμινιστικών οργανώσεων και σε αρκετά διεθνή δικαιικά συστήματα έχει ήδη συντελεστεί, σε 18 κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής αλλά και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες με διαφορετικές μεθοδολογίες.

Ο πυρήνας του αιτήματος δεν είναι μόνο η προστασία της ζωής μα συνολικότερα το δικαίωμα των γυναικών να απολαμβάνουν μια ζωή με ασφάλεια, χωρίς βία και χωρίς διακρίσεις εξαιτίας του φύλου τους. Δεν είναι φετιχιστικό, ούτε φέρει κάποια αυταπάτη για λύση δομικών προβλημάτων με μια νομοθετική ρύθμιση. Έχει, όμως, υλικό αποτύπωμα και κυρίως συμβολικό, καθώς αφορά στην παιδαγωγική διάσταση του νόμου και στα πρότυπα που παράγει αλληλεπιδρώντας με την κοινωνία.

Ένα άλλο πεδίο που το κράτος έχει επιδείξει απραξία στα όρια της αναλγησίας είναι η έλλειψη οποιαδήποτε μέριμνας για τις οικογένειες των δολοφονημένων γυναικών. Πρόκειται για οικογένειες ραγισμένες που έχουν να διαχειριστούν μια βαριά απώλεια και παράλληλα μια δικαστική διαδικασία μακροχρόνια, γραφειοκρατική, κοστοβόρα και επίπονη. Ένα ελάχιστο χρέος της Πολιτείας απέναντι στις οικογένειες που θρηνούν δολοφονημένες γυναίκες, είναι να παράσχει δυνατότητες δωρεάν ψυχοκοινωνικής στήριξης και νομικής αρωγής και στην περίπτωση που υπάρχουν ανήλικα παιδιά να διασφαλίσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα φροντίδας προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους. Δυστυχώς ούτε τέτοια πρόνοια υπάρχει. Δεν υπάρχει καν πρόβλεψη για άμεση και εκ του νόμου αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τους γυναικοκτόνους.

Οι γυναικοκτονίες, βεβαίως, είναι η κορυφή της πυραμίδας της έμφυλης βίας και οποιαδήποτε βούληση αντιμετώπισης τους δε μπορεί παρά να αντιλαμβάνεται την έμφυλη βία ως συνεχές με επιδίωξη την εξάλειψη της. Πέρα από το διακύβευμα της απονομής δικαιοσύνης για τις δολοφονημένες γυναίκες, είναι επιτακτική η ανάγκη να μην προστεθούν άλλα ονόματα στο μαρτυρολόγιο της πατριαρχίας. Οι πολιτικές πρόληψης απαιτούν ριζικές διεργασίες σε όλους τους τομείς, από την εκπαίδευση και media, μέχρι την οικογένεια και την τέχνη ώστε να ξεριζωθεί η κουλτούρα του σεξισμού. Σ’ αυτό το πλαίσιο υπάρχουν κάποια μέτρα άμεσης και ζωτικής σημασίας που θα έπρεπε να είχαν ήδη δρομολογηθεί ως σωτήριες παρεμβάσεις για τον απεγκλωβισμό γυναικών από κακοποιητικά περιβάλλοντα.

Είναι διαπιστωμένο πως η πιο επικίνδυνη φάση για την κλιμάκωση της κακοποίησης είναι εκείνη που μια γυναίκα θα φύγει ή θα προσπαθήσει να φύγει. Συνέβη στην τελευταία γυναικοκτονία και σε αρκετές από τις προηγούμενες. Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο οι γυναίκες να μπορούν να αποδεσμευτούν από μια απειλητική συνθήκη στη βάση ενός σχεδίου ασφαλούς διαφυγής, πρέπει να μπορούν να φύγουν με ασφάλεια και να έχουν κάπου να πάνε που θα είναι προστατευμένες.

Εδώ έγκειται το θέμα της ενίσχυσης του δικτύου δομών και υπηρεσιών για τις επιζώσες έμφυλης βίας. Με βάση τις προδιαγραφές που θέτει η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και την οποία έχει κυρώσει το ελληνικό κοινοβούλιο από το 2018, η Ελλάδα θα έπρεπε να διαθέτει 1072 κλίνες σε ξενώνες κακοποιημένων γυναικών. Ωστόσο, υπολείπεται σημαντικά του στόχου, καθώς διαθέτει περίπου 450 κλίνες. Ένα από τα πιο κραυγαλέα δείγματα επίσημης απάθειας είναι ότι όχι μόνο δεν δημιουργήθηκαν καινούργιοι ξενώνες αλλά έκλεισαν και δύο από τους υφιστάμενους. Το αποτέλεσμα είναι αρκετές φορές οι ξενώνες να είναι υπερπλήρεις και οι γυναίκες που πρέπει να απομακρυνθούν άμεσα από το περιβάλλον τους να αναζητούν εναγωνίως μια θέση. Επιπλέον, οι ξενώνες διέπονται από μια γραφειοκρατία και από αποκλεισμούς ορισμένων γυναικών (οροθετικές, τοξικοεξαρτημένες, ψυχικά ασθενείς, γυναίκες - μητέρες με αγόρια άνω των 12 ετών).

Για να μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα επαρκές και συμπεριληπτικό δίκτυο, θα πρέπει να δημιουργηθούν καινούργιοι ξενώνες και να λειτουργούν Συμβουλευτικά Κέντρα σε κάθε δήμο, να φτιαχτούν δομές επείγουσας φιλοξενίας όπου θα μπορούν οι γυναίκες να πηγαίνουν την επόμενη ώρα, εναλλακτικές δομές για τις γυναίκες που αποκλείονται από τους υπάρχοντες κανονισμούς, δομές εξειδικευμένες για ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αλλά και εκπόνηση αποτελεσματικού πλάνου εξόδου από τους ξενώνες που να διασφαλίζει την οικονομική και ψυχοκοινωνική αυτάρκεια των επιζωσών. Μαζί μ’ αυτά εννοείται πως χρειάζεται επιτάχυνση και απλοποίηση των δικαστικών διαδικασιών για την προστασία των επιζωσών, απρόσκοπτη, δωρεάν και εξειδικευμένη νομική εκπροσώπηση, εκπαίδευση των αρχών που χειρίζονται τα περιστατικά έμφυλης βίας και απόδοση ευθυνών στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται αργή, μειωμένη ή ακατάλληλη απόκριση.

Όλα αυτά ασφαλώς δεν είναι άγνωστα στην κυβέρνηση. Έχουν κατατεθεί υπομνήματα επί υπομνημάτων από γυναικείες οργανώσεις και επιστημονικούς φορείς, αναλυτικά και τεκμηριωμένα, αντλώντας εργαλεία από έρευνες και τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές. Δε λείπει η γνώση, η πρόθεση λείπει. Αν αφαιρέσεις από την κρατική πολιτική τα επετειακού τύπου μηνύματα ευαισθητοποίησης, θα αποκαλυφθεί ατόφιο το σκήνωμα της θεσμικής αδιαφορίας που λειτουργεί ως συνηγορία στο καθεστώς της έμφυλης βίας και ανισότητας, παράγοντας θύματα και συλλογικά τραύματα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: ρεπορτάζ, Metoo, Γυναικοκτονία