Πωλ Μέισον: "Πρέπει να υπάρξουν νόμοι που θα απαγορεύουν τη φασιστική δραστηριότητα"
TOBY OLMOS
Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΚΑΡΑΔΟΚΕΙ

Πωλ Μέισον: "Πρέπει να υπάρξουν νόμοι που θα απαγορεύουν τη φασιστική δραστηριότητα"

Δεν πρέπει να αφήνεις ίχνος ζωτικού χώρου στον φασισμό, λέει στο Magazine, με αφορμή το νέο του βιβλίο, ο διακεκριμένος Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας που δεν κρύβει την ανησυχία του για τις παγκόσμιες πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις στο εγγύς μέλλον.

“Η ακροδεξιά είναι σε άνοδο σε ολόκληρο τον κόσμο. Από τον Μόντι στην Ινδία μέχρι τον Μπολσονάρο στη Βραζιλία και τον Ερντογάν στην Τουρκία, ο φασισμός δεν είναι μια φρίκη που έχουμε αφήσει στο παρελθόν”, σημειώνει ο Πωλ Μέισον στο νέο του βιβλίο με τίτλο “Πώς να σταματήσει ο φασισμός” (“How to Stop Fascism”).

Αρκετά χρόνια μετά την ενεργή αντιφασιστική του δράση στο Λονδίνο των 70s και των 80s, ο Βρετανός δημοσιογράφος (BBC, Channel 4, The Guardian, The New Statesman, κ.α.) και συγγραφέας (στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του “Μετακαπιταλισμός - Ένας οδηγός για το μέλλον μας” και “Καθαρό λαμπρό μέλλον - Μια ριζοσπαστική υπεράσπιση του ανθρώπινου είδους” από τις εκδόσεις Καστανιώτη και “Ο κόσμος σε εξέγερση” από τις εκδόσεις Δίαυλος) είναι εμφανέστατα θορυβημένος από τις τρέχουσες εξελίξεις σε διάφορες κομβικής σημασίας γωνιές του πλανήτη.

“Είναι ένας επαναλαμβανόμενος εφιάλτης που ζωντανεύει ξανά. Πρέπει να βρούμε ένα καλύτερο τρόπο να τον πολεμήσουμε”, γράφει και κάνει, χαριτολογώντας, μία sci-fi υπόθεση: Αν μία επίλεκτη ομάδα των SS χρησιμοποιούσε μια χρονομηχανή για να ταξιδέψει στο δικό της μέλλον και δικό μας παρόν, μπορεί να τραβούσαν τα μαλλιά τους παρατηρώντας ορισμένες εξωφρενικά προχωρημένες, για τα δεδομένα τους, πτυχές της σημερινής πραγματικότητας, με άλλες όμως θα έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση.

“Η επικινδυνότητα του σύγχρονου φασισμού έγκειται στο ότι έχει πιο βαθιές από ποτέ ρίζες στην κοινωνία καθώς και πολύ ισχυρούς συμμάχους στις ελίτ” λέει στο Magazine, με τους -πιο ευέλικτους και ταυτόχρονα πιο ανερμάτιστους από ποτέ- φασίστες να “ορίζουν από κοινού μέσω δικτύων την ιδεολογία τους. Κάποτε για να γίνεις Ναζί έπρεπε να διαβάσεις και να συμφωνήσεις με όσα έγραψε ο Χίτλερ. Σήμερα οι φασίστες συνδημιουργούν το δικό τους ‘Mein Kampf’” και “κατηγορούν άκριτα από τη Μέρκελ ως την Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι για τους φασίστες όλοι οι υπόλοιποι είναι μαρξιστές. Όταν πέφτεις σε αυτή την κουνελότρυπα, σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, είναι δύσκολο να επιστρέψεις. Προσπαθείς διαρκώς να ισχυροποιήσεις το σκάρτο σύστημα αξιών σου”.

Έχοντας καλύψει δημοσιογραφικά το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό “ελληνικό δράμα” της πενταετίας 2010-2015, δεν θα μπορούσε παρά να του ζητηθεί ένα σχόλιο για τη χώρα μας. “Όταν η πραγματικότητα αλλάζει, πρέπει να προσαρμόζεσαι”, λέει. “Μια συμμαχία της αριστεράς και του κέντρου μόνο σε εκλογικό επίπεδο δεν θα αρκούσε, αν και στην περίπτωση της Ελλάδας δεν θα ήταν καθόλου αμελητέα, δεδομένου ότι οι αναγνώστες σας γνωρίζουν πια καλά πόσο πολύ είναι διατεθειμένη να καταχραστεί την εξουσία η κυβέρνηση Μητσοτάκη”.

Ποιο είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τον φασισμό σήμερα σε σχέση με το πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν;
Στην Ελλάδα δυστυχώς χρειάστηκε να αντιμετωπίσετε τη Χρυσή Αυγή, μία φασιστική και ναζιστική οργάνωση σαν και αυτές που στο βιβλίο μου χαρακτηρίζω “tribute συγκροτήματα στον Χίτλερ”. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήμουν ενεργά αναμεμιγμένος στον αντιφασιστικό ακτιβισμό. Τότε στη Βρετανία έπρεπε αντιμετωπίσουμε οργανώσεις επί της ουσίας ίδιες με τη ΧΑ, κι ας μην διατυμπάνιζαν με φωτογραφίες, όπως οι Χρυσαυγίτες, τις ναζιστικές στολές, τα σύμβολα και τα όπλα που είχαν στα σπίτια τους. Όμως οι περισσότεροι υποστηρικτές του Εθνικού Μετώπου και του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος ιδιωτικά προσκυνούσαν τη σβάστικα.

Τώρα είμαστε αντιμέτωποι με ένα νέο φαινόμενο. Όπως γράφω στο βιβλίο, είναι σαν ένα νέο “λουλούδι” να φύτρωσε από τη ρίζα του παλιού. Οι φιλοσοφικές ρίζες του σύγχρονου φασισμού παραμένουν ίδιες. Είναι, μεταξύ άλλων, ο αντιρασιοναλισμός του Νίτσε. Είναι ο επιστημονικός ρατσισμός της δεξιάς που ξεκίνησε πριν από το 1914. Είναι η λατρεία και η εκλογίκευση της απόλυτης εξουσίας, όπως αυτή ορίστηκε από τον θεωρητικό του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος, Καρλ Σμιτ. Ο νέος φασισμός όμως έχει ανθίσει στο πλαίσιο μιας απόλυτα παγκοσμιοποιημένης και δικτυωμένης κοινωνίας. Γι’ αυτό ενδεχομένως να φαντάζει διαφορετικός. Δεν έχει δηλαδή να κάνει με το ότι οι φασίστες είναι αρκετά έξυπνοι ώστε να κρύβουν την ιδεολογία τους. Εδώ που τα λέμε, δεν την κρύβουν και πολύ.

Σήμερα οι φασίστες συνδημιουργούν το δικό τους “Mein Kampf”. Πάρτε για παράδειγμα τους θιασώτες του κινήματος QAnon. Δεν τους παραδόθηκε μία ξεκάθαρη θεωρία συνωμοσίας από ένα πεφωτισμένο ηγέτη.

Ο νέος φασισμός έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο υπερεθνικισμός έχει λάβει διαφορετικές διαστάσεις. Δεν έχει να κάνει πια, όπως στη μεταστρουκτουραλιστική περίοδο, με την ανωτερότητα ενός συγκεκριμένου λευκού έθνους σε σχέση με κάποια άλλα, αλλά με τη συνολική ανωτερότητα των λευκών έναντι των υπολοίπων. Επιπλέον στον πυρήνα του νέου φασισμού βρίσκεται ο αντιφεμινισμός. Προφανώς τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσολίνι ήταν μισογύνηδες, και καταπίεζαν τις γυναίκες. Σήμερα οι γυναίκες έχουν, τουλάχιστον θεωρητικά, τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες. Οπότε φασισμός ευδοκιμεί πάνω στις αντιδράσεις των αντρών ως προς την εδώ και δεκαετίες απελευθέρωση των γυναικών.

Εκτός αυτού, οι σύγχρονοι φασίστες ορίζουν από κοινού μέσω δικτύων την ιδεολογία τους. Κάποτε για να γίνεις Ναζί έπρεπε να διαβάσεις και να συμφωνήσεις με όσα έγραψε ο Χίτλερ. Σήμερα οι φασίστες συνδημιουργούν το δικό τους “Mein Kampf”. Πάρτε για παράδειγμα τους θιασώτες του κινήματος QAnon. Δεν τους παραδόθηκε μία ξεκάθαρη θεωρία συνωμοσίας από ένα πεφωτισμένο ηγέτη. Κάποιοι έκαναν μερικές εξωφρενικές υποθέσεις και ο κόσμος άρχισε να εμβαθύνει και να χτίζει βήμα-βήμα το νόημα. Οι υποστηρικτές συνδημιούργησαν την ιδεολογία που ενστερνίστηκαν. Το 1930 αν ήθελες να προσθέσεις στο ναζιστικό κόμμα για παράδειγμα μια οικολογική πτέρυγα -και είναι γνωστό ότι υπήρχε κάτι τέτοιο- έπρεπε να ζητήσεις την άδεια από τον Χίτλερ. Σήμερα κανείς δεν χρειάζεται να ζητήσει την άδεια κανενός για να προσθέσει νέα χαρακτηριστικά στη φασιστική ιδεολογία. Αυτό επιτρέπει στο σύγχρονο φασισμό να προσαρμόζεται σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Άρα ο σύγχρονος φασισμός είναι δυνητικά πιο ανθεκτικός και επικίνδυνος;
Προφανώς ήταν πάρα πολύ επικίνδυνος και ο “παραδοσιακός φασισμός”. Νομίζω ότι όλοι γίναμε μάρτυρες της τελευταίας του κορύφωσης με την περίπτωση της Χρυσής Αυγής. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ως μέλος του αντιφασιστικού αγώνα στη χώρα μου, ένα από τα καθήκοντα μου ήταν να παρεισφρέω σε ομάδες φασιστών και να καταγράφω τις συζητήσεις τους. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι κατά πλειοψηφία δεν επρόκειτο για παραπλανημένους πολίτες. Ήταν προφανώς δυσάρεστοι τύποι, ρατσιστές, προερχόμενοι από οικογένειες που επί γενιές ολόκληρες διαστηριοποιούνταν στην ακροδεξιά, οι πρόγονοι τους πήγαιναν σε παμπ μόνο για φασίστες πίσω στο 1930, δεν κορόιδευαν δηλαδή τους εαυτούς τους. Σήμερα όμως η συμπεριφορά που συνδέει τους τυπικούς ακροδεξιούς με τους QAnon, τους αντιεμβολιαστές, τους αρνητές της κλιματικής αλλαγής κλπ είναι αυτό που εγώ αποκαλώ “παράσταση της αυτο-εξαπάτησης” (performative self deception). Αυτός είναι ένας καθώς πρέπει ορισμός του να πιστεύεις απόλυτες ανοησίες και να το διατυμπανίζεις.

Γράφοντας το βιβλίο αναζήτησα τέτοια στοιχεία στον παραδοσιακό φασισμό. Πράγματι και το 1920 υπήρχαν φασιστές που πίστευαν ανοησίες, έρχονταν σε απόλυτη ρήξη με την πραγματικότητα, αποστρέφονταν την επιστήμη και τον ρεαλισμό και μισούσαν τα Μέσα Ενημέρωσης. Η επικινδυνότητα του σύγχρονου φασισμού έγκειται στο ότι σε αντίθεση με παλιότερα, για παράδειγμα με τον φασισμό της περιόδου γιγάντωσης του νεοφιλελευθερισμού, έχει πιο βαθιές από ποτέ ρίζες στην κοινωνία καθώς και πολύ ισχυρούς συμμάχους στις ελίτ. Εξ ου και ηγέτες μεγάλων χωρών, από τον Μπολσονάρο μέχρι Ερντογάν και τον Όρμπαν, όχι απλά συνεργάζονται με την ακροδεξιά, αλλά ενθαρρύνουν τη διάδοση τέτοιων μηνυμάτων.

In this Aug. 18, 2018 file photo man holds a sign that reads
Οπαδός QAnon AP

Είναι λοιπόν πιο κρίσιμο από ποτέ να εντοπίσουμε τις συνθήκες που έχουν οδηγήσει στην σημερινή κατάσταση. Κατά τη γνώμη σας, ποιες είναι αυτές;
Πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την οικονομική κρίση σαν τον απόλυτο πυροκροτητή του φασισμού. Ναι, το 1929, το κραχ ήταν ο πιο σημαντικός από τους παράγοντες που πυροδότησαν την άνοδο του Χίτλερ. Αλλά δεν είναι αλήθεια ότι η οικονομική κρίση οδήγησε στην άνοδο του Μουσολίνι. Ακόμη και η έκρηξη του ιστορικού φασισμού, δηλαδή, δεν οφειλόταν αποκλειστικά στην οικονομία. Κατά τη γνώμη μου, αυτό που ειδικά σήμερα επιταχύνει τη διάδοση του φασισμού, το ορίζω στο βιβλίο ως “κρίση του νεοφιλελεύθερου εαυτού”. Είναι η κρίση που εκπορεύεται από την πίστη στο νεοφιλελευθερισμό, μια ιδέα που έχει πια καταρρεύσει. Στο απόγειό του ο νεοφιλελευθερισμός χρησιμοποιήθηκε για να εξηγηθούν τα πάντα, από το γιατί κερδίζει μία ομάδα στο ποδόσφαιρο και όχι μία άλλη, μέχρι το γιατί εσύ μπορεί να κερδίζεις περισσότερα χρήματα από τους συναδέλφους σου. Ήταν η εξήγηση ακόμη και για τη συνέχιση ή μη συναισθηματικών δεσμών. Δεν επρόκειτο απλά για ένα οικονομικό δόγμα. Ήταν ένα δόγμα ζωής, μια ολοκληρωμένη φιλοσοφία που εξηγούσε τα πάντα.

Η ιδέα όμως ότι ο καλύτερος τρόπος ελέγχου και οργάνωσης της κοινωνίας είναι μέσω των αγορών, καταβαραθρώθηκε το 2008 και πολλοί άνθρωποι σχεδόν έχασαν το νόημα της ζωής τους. Θρηνούσαν αυτή την κατεστραμμένη ιδέα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ακριβώς επειδή επρόκειτο για μία συνολική φιλοσοφία ζωής, οι άνθρωποι αναζήτησαν άλλες τέτοιες για να την αντικαταστήσουν. Δεν είπαν: “Δώστε μου δέκα επί μέρους ιδέες για να αντικαταστήσω τον νεοφιλελευθερισμό”. Είπαν: “Δώστε μου μία άλλη, μεγάλη ιδέα”. Για πολλούς αυτή η ιδέα είναι ο ακραίος εθνικισμός. Στα πρόσωπα προσφύγων και μεταναστών βλέπουν τους εχθρούς που θέλουν να προκαλέσουν τη γενοκτονία των λευκών. Πιστεύουν ότι οι μεταναστευτικές ροές συντονίζονται από κάποιο σατανικό εγκέφαλο. Το ίδιο πιστεύουν για τον φεμινισμό και γενικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φτάνουν σε σημείο να κατηγορούν άκριτα από τη Μέρκελ ως την Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι για τους φασίστες όλοι οι υπόλοιποι είναι μαρξιστές. Όταν πέφτεις σε αυτή την κουνελότρυπα, σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, είναι δύσκολο να επιστρέψεις. Προσπαθείς διαρκώς να ισχυροποιήσεις το σκάρτο σύστημα αξιών σου.

Είδα αστυνομικούς να φωτογραφίζουν με τα δικά τους κινητά τους κρατουμένους και να τους απειλούν ότι θα στείλουν τις φωτογραφίες στη Χρυσή Αυγή.

Αν δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη για την άνοδο του φασισμού στον 21ο αιώνα από το γεγονός ότι οι Χρυσαυγίτες κατάφεραν να μπουν στη Βουλή της πιο παλιάς δημοκρατίας στον κόσμο, το γεγονός ότι τελικά καταδικάστηκαν, δεν θα έπρεπε να γεννά ένα αίσθημα αισιοδοξίας;
Πρώτα απ’ όλα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρξε μία πολύ έντονη πίεση από τον λαό που ανάγκασε τη Νέα Δημοκρατία να κινηθεί κατά της Χρυσής Αυγής. Κατά δεύτερον, έχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση υπερβολικού ζήλου εκ μέρους των φασιστών. Το παρατράβηξαν σε σχέση με αυτό που οι σύμμαχοι τους στις ελίτ ήθελαν από εκείνους. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι η οικονομική ελίτ στην Ελλάδα είναι πολύ διεφθαρμένη. Η διαφθορά είναι σχεδόν εγγενές της στοιχείο. Από εκεί και πέρα, είναι προφανές ότι πριν από τη δολοφονία του Φύσσα, η Νέα Δημοκρατία έπαιζε ένα επικίνδυνο παιχνίδι: Ας δούμε που μπορεί να φτάσει η Χρυσή Αυγή για να τρομοκρατήσει τους εχθρούς μας στην αριστερά, ριζοσπαστική και μη. Ακόμη κι αν δεχτώ ότι δεν ήταν η επίσημη γραμμή του κόμματος, ήταν μία κατάσταση που εξυπηρετούσε τις επιχειρηματικές και οικονομικές ελίτ γύρω από τη Νέα Δημοκρατία. Για ποιον άλλο λόγο τους ανέχτηκαν τόσο πολύ; Για ποιο λόγο υπήρξε ταυτόχρονα τέτοια έκρηξη της βίας από την πλευρά της αστυνομίας προς τους πολίτες; Θυμάμαι στα πλαίσια ενός ρεπορτάζ που έκανα για το BBC σχετικά με την κακομεταχείριση -ή μάλλον τον βασανισμό- συλληφθέντων. Είδα αστυνομικούς να φωτογραφίζουν με τα δικά τους κινητά τους κρατουμένους και να τους απειλούν ότι θα στείλουν τις φωτογραφίες στη Χρυσή Αυγή. Γιατί λοιπόν ως κυβέρνηση να τα ανέχεσαι όλα αυτά αν δεν βρίσκεις ότι υπάρχει μια χρησιμότητα στην παρουσία της Χρυσής Αυγής; Όμως με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα ξεπέρασαν τα όρια της χρησιμότητας τους. Για το γεγονός ότι οδηγήθηκαν σε δίκη και τελικά καταδικάστηκαν αξίζουν ένα μεγάλο ευχαριστώ οι δικηγόρουι που έκαναν το καθήκον τους, το μαζικό αντιφασιστικό κίνημα, και, φυσικά, η μητέρα του Φύσσα.

Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι μετά τον πρόσφατο ανασχηματισμό, υπάρχουν πια τρεις υπουργοί στην Ελλάδα προερχόμενοι από την ακροδεξιά πτέρυγα του κυβερνώντος κόμματος;
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τους λόγους που οδήγησαν τον Μητσοτάκη σε αυτή την απόφαση. Είναι όμως ενδεικτικό του κινδύνου που εντείνεται σε όλο τον κόσμο: ακροδεξιοί λαϊκιστές βρίσκουν το δρόμο τους μέσα σε παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα. Δεν υπάρχει καλύτερο, πιο κραυγαλέο παράδειγμα από τον Τραμπ. Αυτό το ωφελιμιστικό αλισβερίσι της ακροδεξιάς με την μετριοπαθή, έστω θεωρητικά, δεξιά είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Όλοι ξέρουμε ποια εκ των δύο συνεργαζόμενων πλευρών βγαίνει κερδισμένη στο τέλος.

Οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν ξοδέψει χρόνια ολόκληρα για να οριοθετήσουν τις υποδιαιρέσεις της ακροδεξιάς. Ακόμη και η ΕΕ έχει ένα σχετικό εγχειρίδιο με οδηγίες για το πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε ένα φασίστα από έναν ακροδεξιό λαϊκιστή. Οι διαφορές όμως είναι πια δυσδιάκριτες γιατί έχει υιοθετηθεί μια κοινή γλώσσα, ένας κοινός τρόπος σκέψης. Ναι, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στον συντηρητικό Μητσοτάκη, τον ακροδεξιό λαϊκιστή Πλεύρη και τους φασίστες της Χρυσής Αυγής. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν και πολλά κοινά στοιχεία. Όλοι τους υιοθετούν τον στιγματισμό της μετανάστευσης ως μία συντονισμένη επίθεση στην ευρωπαϊκή, λευκή, χριστιανική ταυτότητα. Κοινός ανάμεσά τους είναι ο αντιφεμινισμός. Πώς μπορεί κανείς να υποστηρίξει το αντίθετο για την κυβέρνηση της Ελλάδας όταν τοποθετείται στο υπουργείο Υγείας ένας πολιτικός που έχει επανειλημμένα ταχθεί κατά των αμβλώσεων; Είναι νοσηρή αυτή η συμβιωτική σχέση της λαϊκιστικής δεξιάς με την ακροδεξιά και τον φασισμό. Έχουν κοινή γλώσσα, κοινή σκέψη, κοινή ρητορική, κοινούς εχθρούς, ανάμεσα στους οποίους είναι πια και ο φιλελευθερισμός, όχι μόνο ο μαρξισμός ή ο αναρχισμός. Πλέον στρέφονται ακόμη και κατά αρχών που παραδοσιακά υιοθετούν οι φιλελεύθεροι δημοκράτες.

Που εντοπίζετε τη δυσκολία για μία λειτουργική συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην αριστερά, ριζοσπαστική και μη, και το κέντρο; Από πότε το κενό μεταξύ κέντρου και δεξιάς άρχισε να φαντάζει μικρότερο;
Προφανώς το σημείο καμπής είναι η κατάρρευση του νεοφιλελευθερισμού το 2008. Από τότε το φιλελεύθερο κέντρο έγινε μια νοσταλγική υπόθεση, με την ελπίδα της επιστροφής στις παλιές, καλές μέρες των Κλίντον, Μπλερ, Σρέντερ και Παπανδρέου, στη δική σας περίπτωση. Από το 2010 και μετά υπήρξε διάρρηξη των σχέσεων ανάμεσα στην αριστερά και το κέντρο. Τι άλλο ήταν η ελληνική κρίση το 2015 αν όχι η κήρυξη πολέμου του ευρωπαϊκού φιλελεύθερου κέντρου απέναντι σε ένα κόμμα που κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές διακηρύσσοντας ότι θα αψηφούσε τη λογική του νεοφιλελευθερισμού; Δεν μπορώ λοιπόν να κατηγορήσω όσους αριστερούς αδυνατούν να ξεχάσουν τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Όμως ο νέος εχθρός δεν είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Ο νέος εχθρός με μεγάλη άνεση θα έβαζε και τον Τσίπρα και τον Ντάισεμπλουμ στο ίδιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αυτό είναι το πρόβλημα.

Όταν η πραγματικότητα αλλάζει, πρέπει να προσαρμόζεσαι. Μια συμμαχία της αριστεράς και του κέντρου μόνο σε εκλογικό επίπεδο δεν θα αρκούσε, αν και στην περίπτωση της Ελλάδας δεν θα ήταν καθόλου αμελητέα, δεδομένου ότι οι αναγνώστες σας γνωρίζουν πια καλά πόσο είναι διατεθειμένη να καταχραστεί την εξουσία η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Πρέπει να υπάρξει μία συμμαχία που θα λειτουργήσει ανασταλτικά προς την ολοένα και πιο έντονη στροφή προς τα δεξιά, προς την αδιαφορία για θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, την κλιματική αλλαγή κλπ.

Η επόμενη κρίσιμη στιγμή στην Ευρώπη θα είναι οι εκλογές στη Γαλλία. Αν η αριστερά και το κέντρο κατάφερναν να συνεννοηθούν και να συμμαχήσουν, θα μπορούσαμε να δούμε στο δεύτερο γύρο έναν αριστερό υποψήφιο κόντρα στη δεξιά. Έτσι όπως έχουν τα πράγματα τώρα, το πιο πιθανό σενάριο είναι Μακρόν εναντίον Λεπέν. Σε αυτή την περίπτωση, όπως λέμε στην Αγγλία, πρέπει να κλείσεις τη μύτη σου για να αντέξεις την μπόχα και να ψηφίσεις τον Μακρόν.

Μπορείτε να ρισκάρετε μια πρόβλεψη για το εγγύς μέλλον;
Πιστεύω ότι η πολιτική κρίση θα γίνει πιο οξεία. Σε ορισμένες από τις ΗΠΑ απαγορεύονται οι αμβλώσεις, οι Proud Boys γιγαντώνονται, το Κογκρέσο μοιάζει ανερμάτιστο. Αν αυτά συμπέσουν με μία απλώς ισχνή νίκη του Μακρόν έναντι της Λεπέν, αν δηλαδή η ακροδεξιά στη Γαλλία αυξήσει τη δύναμή της, θα έχουμε δύο από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στα οποία η ακροδεξιά θα μπορεί να ασκήσει έντονη πίεση στην κυβέρνηση. Στη Βρετανία έχουμε μία αναποτελεσματική, λαϊκιστική, δεξιά κυβέρνηση. Και στα άλλα δύο μέλη του Συμβουλίου (Ρωσία, Κίνα) πρακτικά έχουν δικτατορίες. Όποιος λοιπόν διατείνεται ότι έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας το 1930, λέει ψέματα.

Δεν αρκούν οι ελπιδοφόρες κινητοποιήσεις που παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό, ούτε οι ενδεχόμενες πολιτικές συμμαχίες της αριστεράς με το κέντρο. Πρέπει να υπάρξουν νόμοι που θα απαγορεύουν τη φασιστική δραστηριότητα. Πρέπει να αναγκάσουμε τις big tech εταιρίες να σταματήσουν να προσφέρουν πεδίο διάδοσης του φασισμού. Χρειαζόμαστε αυτό που το 1930 ο Karl Loewenstein, ένας μπουρζουά Γερμανοεβραίος δικηγόρος, χαρακτήρισε “μαχητική δημοκρατία”. Δεν είναι δουλειά της δημοκρατίας να διευκολύνει τον φασισμό. Η δουλειά της δημοκρατίας είναι να καταπνίγει τον φασισμό. Κάτι τέτοιο ίσως να είναι πιθανό στη Βρετανία. Είναι όμως αδύνατο στις ΗΠΑ. Η πρώτη τροπολογία του Συντάγματος δίνει στο λαό το δικαίωμα να ξεκινήσουν εξέγερση. Η δεύτερη τους δίνει το δικαίωμα να οπλοφορούν για να τα καταφέρουν. Η ελπίδα μου είναι ότι η ανθρωπότητα θα καταφέρει να σταματήσει ξανά το φασισμό, για δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Ίσως μετά να κρατήσει τη δημοκρατία για πάντα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Politics, Φασισμός, Ακροδεξιά, Μεγάλη Βρετανία