Rock & Roll Circus Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

ΠΩΣ ΚΥΛΑΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΡΙΑΖΕΙ Η ΖΩΗ ΣΕ ΕΝΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΔΙΣΚΑΔΙΚΟ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Με αφορμή τη φετινή Record Store Day και την επανέκδοση του High Fidelity, το Magazine πέρασε μία ολόκληρη μέρα στο Rock & Roll Circus, έναν εμβληματικό «ναό» των δίσκων βινυλίου. Ήταν μία διδακτική εμπειρία ακόμη και σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Λίγο πριν πέσει η αυλαία του 2021 οι εβδομαδιαίες πωλήσεις δίσκων βινυλίου στις ΗΠΑ σημείωσαν άλλο ένα ρεκόρ, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα τελευταία 30 χρόνια τα 2 εκατομμύρια. Ήταν η 23η κατά σειρά εβδομάδα κατά την οποία το βινύλιο ξεπέρασε σε πωλήσεις το CD (2,11 και 1,58 εκατομμύρια αντίστοιχα), κάτι που είχε συμβεί μόλις 5 εβδομάδες το 2020 και ποτέ ξανά στις δεκαετίες του κοινού παρελθόντος στα ράφια των (τρισδιάστατων αλλά και ψηφιακών) δισκοπωλείων των δύο φυσικών φορμάτ. Συνολικά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 2021 πουλήθηκαν στις ΗΠΑ συνολικά 41,7 εκατομμύρια δίσκοι 33 και 45 στροφών, σημειώνοντας άνοδο 45% από το 2006, οπότε και ξεκίνησε η πολυσυζητημένη αναβίωση του βινυλίου.

Είναι όλο αυτό μια καρμική τιμωρία για «τους ανόητους που ξεφορτώθηκαν κάποτε τα πικάπ τους για να αγοράσουν CDplayers», όπως έλεγε ένας από τους ήρωες του High Fidelity; Το βινύλιο ήρθε ξανά και εμφατικά για να μείνει; Μήπως το hype είναι μια κραυγαλέα μεν μάταιη δε περίπτωση κορύφωσης της αναλογικής ρετρομανίας εν μέσω καθολικής ψηφιακής διασύνδεσης; Θα μπορέσουν να ανταποκριθούν οι απαρχαιωμένοι -ως προς την παραγωγή δίσκων- εργοστασιακοί μηχανισμοί της αγοράς στην ολοένα και μεγαλύτερη ζήτηση; Θα επιβιώσουν οι μικρές, ανεξάρτητες εταιρίες που δεν σταμάτησαν ποτέ να πιστεύουν στο βινύλιο ή θα σαρωθούν από τις πολυεθνικές που «είδαν φως και μπήκαν»; Τι θα γίνει επιτέλους με τις τιμές που έχουν «ξεφύγει»; Κινδυνεύει να εξελιχθεί η συλλογή δίσκων βινυλίου σε γιάπικο και ελιτίστικο σπορ; Τελικά ποιες υπαρξιακές τρύπες προσπαθείς να γεμίσεις αγοράζοντας δίσκους ενώ μπορείς να «στριμάρεις» μια ανεξάντλητη δισκοθήκη στο κινητό;

Το Magazine αναζήτησε τις απαντήσεις σε ένα εμβληματικό ανεξάρτητο δισκάδικο στο κέντρο της Αθήνας, περνώντας μία ολόκληρη μέρα στο Rock & Roll Circus. Με αφορμή τη φετινή Record Store Day και την επανακυκλοφορία του διαχρονικού High Fidelity (εκδ. Πατάκη) του Νικ Χόρνμπι 27 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση και 22 μετά τη μεταφορά του στον κινηματογράφο, η εμπειρία αποδείχτηκε διδακτική ακόμη και σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Το ψάξιμο στα ράφια του Rock & Roll Circus ξεκινά από νωρίς. Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

9:45

Ο Άγγελος Κυρούσης, συνιδιοκτήτης, μαζί με τον Δήμο Πασσά, του δισκοπωλείου Rock & Roll Circus, ξεκλειδώνει, ανάβει τα φώτα, γυρίζει την μικρή ταμπέλα που είναι κολλημένη στη τζαμαρία επί της Σίνα 21 ώστε να φαίνεται προς τα έξω η ένδειξη “OPEN”, ανοίγει πρώτα το laptop και μετά το πικάπ δίπλα στο ταμείο, βάζει τη βελόνα στο δίσκο που είχε μείνει από την προηγούμενη μέρα στο πλατό, πατάει play και κάθεται στο ψηλό σκαμπό, εκεί που κάθεται κάθε μέρα. Το επίσημο ωράριο του μαγαζιού τα Σάββατα είναι από τις 11πμ ως τις 4μμ, όμως ο Άγγελος προτιμά να ανοίγει το μαγαζί τουλάχιστον μισή ώρα νωρίτερα. Ίσως και μία. Ίσως, όπως σήμερα, ακόμη πιο νωρίς.

10:10

Μπαίνει στο (για τους φίλους σκέτο) Circus η πρώτη πελάτισσα της ημέρας. Ο δισκοπώλης δεν βάζει το χέρι του στη φωτιά αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι η μοναδική γυναίκα που θα μπει στο μαγαζί όλη την ημέρα. «Θέλω δύο τέτοια» λέει, εννοώντας δύο αντίτυπα του βιβλίου “PlayBack”, μιας ανθολογίας κειμένων του Νίκου Πετρουλάκη, ζωντανού θρύλου της εγχώριας μουσικής δημοσιογραφίας, ραδιοφωνικού παραγωγού (σήμερα Στο Κόκκινο 105,5), αθεράπευτου βινυλιομανή (με μία από τις πιο πολύτιμες δισκοθήκες στην Ελλάδα με έμφαση στη μαύρη μουσική) και πάλαι ποτέ συνιδιοκτήτη του συγκεκριμένου δισκάδικου.

10:25

Μπαίνει άλλος ένας πελάτης. Σε αντίθεση με την προηγούμενη, φαίνεται -από τον τρόπο που κινείται στο χώρο- ότι πρόκειται για θαμώνα. Θέλει και αυτός το βιβλίο του Πετρουλάκη. Θέλει όμως να μάθει και πότε θα έρθουν οι δίσκοι που έχει παραγγείλει. «Όχι αυτή την εβδομάδα, την άλλη» λέει ο δισκοπώλης. «Post-bop είναι, νοτιοαφρικάνικος ήχος» του θυμίζει. Ο πελάτης χαιρετά και φεύγει συγκρατημένα αισιόδοξος.

10:40

Μπαίνει άλλος ένας θαμώνας απλώς για να πει γεια και να ρωτήσει τι δίσκο παρήγγειλε τις προάλλες – ξέχασε, άνθρωπος είναι. «Sun Ra» απαντά ο δισκοπώλης. «Α ναι!» λέει ο πελάτης και φεύγει στα γρήγορα.

Σαν σκηνή από το High Fidelity Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography


11:00

Πλέον το Rock & Roll Circus είναι ανοιχτό επισήμως, δηλαδή και για όσους πρωτάρηδες το αναζητήσουν στο Google Maps. Ο Κυρούσης έχει κάθε λόγο να αισθάνεται δικαιωμένος που και σήμερα ήρθε στη δουλειά νωρίτερα. Ξέρει τι κάνει, εργάζεται άλλωστε εδώ από το 2008. «Το μαγαζί άνοιξε από τον Δήμο Πασσά και τον Νίκο Πετρουλάκη τον Μάρτιο του 2000, άρα έχουν συμπληρωθεί πια 22 χρόνια. Ο Νίκος σταμάτησε το 2008. Από τότε είμαι εγώ εδώ. Τι σημαίνει αυτό; Δεκατέσσερα χρόνια» λέει. Στην πραγματικότητα είναι περισσότερα. «Τότε ήμουν 23 και είχα μόλις πάρει το πτυχίο μου από το Τμήμα Eπικοινωνίας και ΜΜΕ. Είχα μάλιστα ξεκινήσει να δουλεύω κάνοντας “λάντζα” σε κάποια έντυπα, ήμουν όμως σε άλλη φάση. Στο Circus ερχόμουν ως πελάτης από μαθητής Λυκείου και μετά ως φοιτητής γιατί η σχολή ήταν κοντά. Ανήκω στη γενιά του CD, έτσι ξεκίνησα τη συλλογή μου και μετά πέρασα στους δίσκους. Είχα ήδη στο σπίτι αρκετούς από τους γονείς μου και πήγαινα σε συναυλίες από μικρός. Μεγαλώνοντας ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα είχα δισκάδικο. Ξεκίνησα να δουλεύω εδώ part-time ενώ παράλληλα έγραφα για μουσική στο Ποπ & Ροκ». Άρα έπαθε ότι και ο Ρομπ Γκόρντον στο High Fidelity, ο πρωταγωνιστής του all-time classic βιβλίου του Νικ Χόρνμπι που κυκλοφόρησε το 1995 και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2000 από τον Στίβεν Φρίαρς με πρωταγωνιστή τον Τζον Κιούζακ. Απλά ξεκίνησες να δουλεύει σε ένα δισκάδικο, του λέω και μερικά χρόνια μετά συνειδητοποίησε ότι όχι μόνο δεν σταμάτησες ποτέ, αλλά είναι και δικό σου. «Ναι, αυτό έγινε» επιβεβαιώνει γελώντας.

11:10

Μπαίνει άλλος ένας «συνήθης ύποπτος». Ζητάει και αυτός το βιβλίο του Νίκου Πετρουλάκη. Με σχεδόν απολογητικό ύφος εξηγεί στον κατά πολύ νεαρότερό του δισκοπώλη ότι αυτή την εβδομάδα έπρεπε να πληρώσει το κινητό, για αυτό θα φύγει με άδεια, από βινύλιο, χέρια. Ο δισκοπώλης προφανώς δεν τον παρεξηγεί. Ο πελάτης ανανεώνει το ραντεβού τους για την ερχόμενη εβδομάδα. «Μόλις έφυγε από το μαγαζί ο Νίκος Πετρουλάκης μπήκα εγώ συνέταιρος και από τότε είμαστε μαζί με τον Δήμο. Έχει αλλάξει όμως πολύ η δουλειά» λέει ο Κυρούσης και τον διακόπτει ένας πελάτης που έχει στο μεταξύ μπει στο μαγαζί και ψάχνει τα ράφια με τους μεταχειρισμένους δίσκους στο βάθος. «Αυτό πόσο έχει;» ρωτάει. «Δεκατέσσερα αλλά δεν παίζει πολύ καλά. Φαίνεται “γυαλί” αλλά προφανώς έχει “θέμα” από κακή βελόνα». Ο πελάτης εκτιμά την ειλικρίνειά του. Δεν θα το πάρει.

«Είναι δύσκολο όλο αυτό ως εμπόριο» λέει ο Κυρούσης. «Δεν καταναλώνει ο κόσμος στην Ελλάδα πολλή μουσική. Δυστυχώς δεν υπάρχει και μεγάλη ηλικιακή ανανέωση. Άσε που τα τελευταία χρόνια ναι μεν το βινύλιο έχει γίνει πάλι hype, αλλά έχουν μπει στο κόλπο οι μεγάλες εταιρίες και οι τιμές έχουν ξεφύγει. Δηλαδή είναι τρέλα». «Είναι τρέλα!» φωνάζει και ο πελάτης. «Βγαίνουν δίσκοι με 25 ευρώ χονδρική τιμή, άρα μετά εγώ θα πρέπει να τους πουλήσω 40» λέει ο Κυρούσης. «Γι’ αυτό ο κύριος όγκος εδώ είναι μεταχειρισμένα. Έχει ξεφύγει η φάση και θα σκάσει. Είναι κρίμα. Ενώ υπάρχει ένα μομέντουμ για τους δίσκους, δεν είναι καλό να γίνει ελιτίστικο και γιάπικο σπορ».

Η συζήτηση για την «άνθιση του βινυλίου», τις «τιμές που έχουν πάει στο Θεό» και τον διαφαινόμενο στον ορίζοντα κορεσμό έχει προφανώς ξεκινήσει και με διαλείμματα θα συνεχιστεί ως το τέλος της ημέρας. Φαντάζομαι ότι αυτό συμβαίνει διαρκώς τόσο στο Rock & Roll Circus όσο και σε κάθε άλλο ανεξάρτητο δισκοπωλείο της Αθήνας, της Ελλάδας, του κόσμου.

Ένα Hammond σε περίοπτη θέση στη βιτρίνα του δισκάδικου επί της οδού Σίνα Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

11:20

Μπαίνει στο μαγαζί ο Δήμος Πασσάς, συνιδιοκτήτης και συνιδρυτής του. Αμέσως «πιάνει» τη συζήτηση και ακούει τον νεότερο συνάδελφο του. «Υπάρχει προφανώς αύξηση των πωλήσεων και μέσα στην πανδημία, αλλά οι τιμές έχουν φτάσει σε ένα επίπεδο που δυσκολεύεται ένας πιτσιρικάς. Κανονικά θα έπρεπε να παίρνει Fontaines DC, Idles και γενικά δίσκους της εποχής του. Όμως δεν είναι εύκολο, άρα θα πάρει Doors ή Barclay James Harvest μεταχειρισμένα. Για μένα αυτό δεν θα πάει καλά μακροπρόθεσμα» λέει. «Πάντως η αγωνία να παρακολουθείς μόνο τα καινούρια δεν έχει μεγάλο νόημα. Η δισκογραφία είναι ατέρμονη. Είναι μια ανούσια αυτοκαταπίεση. Όσοι δίσκοι και να βγουν φέτος, όσο καλοί και να είναι, έχουν ήδη βγει εκατομμύρια μέσα σε δεκαετίες. Είναι χαζομάρα να επιμένεις μόνο στα καινούρια για να είσαι μέσα στα πράγματα. Άλλωστε πολλές φορές κάτι παλιό είναι πιο μοντέρνο από κάτι καινούριο» λέει ο Πασσάς.

Ένα μικρό, ανεξάρτητο δισκοπωλείο όπως το Rock & Roll Circus μέσες άκρες λειτουργεί ως εξής: σε αντίθεση με τις μεγάλες αλυσίδες που μπορούν να δουλέψουν παρακαταθήκη, όπως λένε οι έμποροι στη γλώσσα τους, οι ιθύνοντές του παίρνουν το ρίσκο και προπληρώνουν όποιο δίσκο θέλουν να τοποθετήσουν προς πώληση στα ράφια. Εκτός κι αν πρόκειται για κάποιο μικρό γκρουπ ή label που θα τους πάει πέντε κόπιες ενός άλμπουμ και θα περιμένουν την εκκαθάριση στο τέλος του μήνα.

11.25

Μπαίνει άλλος ένας πελάτης. Δεν λέει ούτε καλημέρα. Αρχίζει αμέσως το ψάξιμο στα ράφια. Αναρωτιέμαι αν το ότι δεν υπάρχουν πια μεγάλα, ενημερωμένα δισκοπωλεία σαν το αλήστου μνήμης Metropolis της Ομόνοιας έχει βοηθήσει τα ανεξάρτητα σαν το Circus. Οι ιδιοκτήτες του μου θυμίζουν ότι μια καλή mainstream προσπάθεια ως προς την πώληση βινυλίου γίνεται σήμερα στο Public και τον Ιανό. Το ενδεχόμενο να έχουν την ίδια κατάληξη με το Metropolis είναι κάτι που απεύχονται και επισημαίνουν ότι συνολικά τα δισκάδικα που υπάρχουν στην Αθήνα είναι πολλά, «περισσότερα απ’ όσα στο Λος Άντζελες, άρα για να υπάρχουν σημαίνει ότι κάτι γίνεται». Κατά τη γνώμη τους το κομμάτι των μεταχειρισμένων δίσκων είναι αυτό που μπορεί να κρατήσει όρθιο ένα μαγαζί σαν το δικό τους, μόνο με καινούριες κυκλοφορίες είναι δύσκολο, γι’ αυτό και τουλάχιστον πριν από την πανδημία πήγαιναν δύο-τρία μεγάλα ταξίδια το χρόνο, συνήθως στην Ουτρέχτη (όπου μέχρι πρότινος γινόταν το μεγαλύτερο παζάρι δίσκων στην Ευρώπη) και το Λος Άντζελες, απ’ όπου επιστρέφουν με παλέτες φορτωμένες με εκατοντάδες, χιλιάδες δίσκους.

«Έχει τύχει να με πάρουν τηλέφωνο, όπως στις κομμένες σκηνές του High Fidelity, για να πάω να δω σπιτικές δισκοθήκες» θυμάται ο Κυρούσης, «αλλά ποτέ δεν είναι αξίας ανάλογης με εκείνες που έβλεπε ο Ρομπ Γκόρντον. Μια φορά πριν πάμε στο Λος Άντζελες είχαμε βάλει αγγελία στο Craigslist: Έλληνες ντίλερς δίσκων έρχονται για να αγοράσουν δίσκους το τάδε διάστημα. Και όντως πήραμε τελικά τη δισκοθήκη του κυρίου Μόρις, ενός ογδοντάχρονου Αφροαμερικανού που είχε κυρίως soul, blues, jazz και country. Τώρα όμως με την πρόσβαση στο Discogs αυτά γίνονται ολοένα και πιο σπάνια».

Το Discogs είναι μάλλον η μεγαλύτερη online βάση δεδομένων για τη μουσική, δηλαδή ως καταναλωτής μουσικής σε φυσικά φορμάτ μπορείς να καταχωρείς εκεί τα άλμπουμ που αγοράζεις με λεπτομέρειες (χρονιά έκδοσης, χώρα προέλευσης κλπ) και να παρακολουθείς μια εκτίμηση της αξίας της δισκοθήκης σου. Ταυτόχρονα είναι και ένα ανεξάντλητο, παγκόσμιο δισκοπωλείο με πολύ περισσότερους (επαγγελματίες ή μη, μαγαζάτορες ή ιδιώτες) σοβαρούς πωλητές από τους αετονύχηδες που έχουν βγάλει στην πλατφόρμα το κακό όνομα προπαραγγέλνοντας για παράδειγμα πολλά αντίτυπα μιας νέας limited έκδοσης και μεταπωλώντας τα με φουσκωμένη τιμή.

 Καινούρια ή μεταχειρισμένα; Αυτό είναι το μεγάλο δίλημμα. Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

11:40

Μπαίνει άλλος ένας πελάτης. Έχει να περάσει καιρό από το μαγαζί και αμέσως ρωτάει αν πήγαν στο παζάρι της Ουτρέχτης. «Όχι» του λένε. Απογοητεύεται αλλά παραμένει ψύχραιμος.

12:00

Η συζήτηση για το Discogs συνεχίζεται. Οι ιδιοκτήτες του Rock & Roll Circus συστήνουν ψυχραιμία: «Μπορεί να είναι χρηστικό για τις πληροφορίες- όταν είναι έγκυρες, γιατί έχει λάθη και θέλει ξεψείρισμα- αλλά δεν πρέπει να τσιμπάς, να βιάζεσαι και να πληρώνεις διπλή τιμή. Ούτε έχει νόημα να τρέχεις για limited κυκλοφορίες που δεν έχουν κάτι ιδιαίτερα, απλά ο δίσκος είναι πχ χρωματιστός».

12:15

Μπαίνει άλλος ένας πελάτης. «Να ρωτήσω για ένα δίσκο που πήρα τηλέφωνο χθες; Στο discogs το είχα δει» λέει. «Το Foreigner λέτε, ε; Το έχω εδώ» απαντάει ο Κυρούσης και το βγάζει από την κρυμμένη ντάνα με τα κρατημένα δίπλα στο ταμείο. Ο πελάτης εκπλήσσεται ευχάριστα («Αλήθεια; Μα δεν ήξερα σίγουρα ότι θα περάσω! Γι’ αυτό δεν σου είπα να το βάλεις στην άκρη»), παίρνει το δίσκο στα χέρια του, πληρώνει και φεύγει περιχαρής.

«Κι εγώ που κάνω αυτή τη δουλειά, σε κάποιες περιπτώσεις θα ψαρώσω και θα την πατήσω στο Discogs» λέει ο Κυρούσης. Στο σπίτι του έχει 2500 δίσκους βινυλίου – αριθμός όχι μεγάλος σύμφωνα με τον ίδιο για δισκοπώλη, στο άκουσμά του όμως ένας πελάτης γυρίζει προς το μέρος του και έκπληκτος λέει: «Δεν τα λες και λίγα!». Ο συγκεκριμένος δισκοπώλης αν και λάτρης του βινυλίου έχει και CD. «Τα οποία ήταν πανάκριβα όταν πρωτόβγηκαν, δεν ξέρω πώς την είχαν δει οι εταιρίες» παρεμβαίνει ο πελάτης. Ο άλλος συνιδιοκτήτης του Circus έχει 15000 δίσκους. Ο πελάτης πλησιάζει απορημένος: «Ρε παιδιά, να ρωτήσω κάτι; Όσοι έχουν τέτοια νούμερα, που τα βάζουν;». Η απάντηση που παίρνει είναι η επιτομή της δημιουργικής ασάφειας. «Είναι ένα ζήτημα αυτό. Θέληση να υπάρχει…».

Τα ράφια είναι γεμάτα και στο πατάρι του δισκάδικου. Όρεξη, χρόνο και χρήμα να έχει κανείς… Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

12:35

«Το βινύλιο πουλάει τόσο πολύ που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να πουληθεί» ήταν ο πιασάρικος τίτλος στους New York Times τον Οκτώβριο του 2021, σε ένα από τα ουκ ολίγα ρεπορτάζ που έχουν δημοσιευτεί πρόσφατα για το «κρασάρισμα» της αγοράς του βινυλίου, του φυσικού φορμάτ με τις περισσότερες πωλήσεις πια (και δεύτερο μετά τις digital), μιας και η παραγωγή δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί στη ζήτηση, οπότε μεγαλώνει διαρκώς η λίστα αναμονής από τη στιγμή της παραγγελίας ενός δίσκου μέχρι εκείνη της κυκλοφορίας του. Αυτό κατά βάση οφείλεται στο ότι είναι λίγες και απαρχαιωμένες οι πρέσες, δηλαδή τα εργοστάσια κοπής βινυλίου που πλέον λειτουργούν νυχθημερόν. Στην όλη εξίσωση που οδηγεί στην αλματώδη αύξηση της λιανικής τιμής, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πολυεθνικές δισκογραφικές που, για να το πούμε απλά, «είδαν φως και μπήκαν» και με τις τεράστιες ποσότητες δίσκων που παραγγέλνουν οδηγούν σε απόγνωση τις μικρές, ανεξάρτητες εταιρίες που μέχρι σήμερα στήριζαν αδιάλειπτα το φορμάτ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εν μία νυχτί παραγγελία 500.000 δίσκων βινυλίου από την εταιρία της Adele για το πρόσφατο άλμπουμ της με τίτλο “30”. Εύλογα οι παραγγελίες κάποιων λίγων εκατοντάδων αντιτύπων από ανεξάρτητες μοιάζουν χαμένες από χέρι στον αγώνα της προτεραιοποίησης.

«Θα κρασάρει το σύστημα και θα σκάσει σαν τις φούσκες με τα ακίνητα» λέει ο Κυρούσης. «Όπως πάντα οι μεγάλες εταιρίες κάνουν το μεγάλο κακό. Αυτές που είχαν εγκαταλείψει το βινύλιο τόσα χρόνια. Και τώρα γαμάνε τους μικρούς που το στήριζαν. Η ίδια η Adele δεν ξέρω αν έχει ιδέα της αλυσίδας του πράγματος, αλλά αφού ξύπνησε και ζήτησε 500 χιλιάδες κόπιες, σημαίνει ότι οι μικρότεροι από εκεί που θα περίμεναν 3-4 μήνες, τώρα θα πάνε στους 8-10. Άντε να έχεις μια μπάντα, να θες να ορίσεις μια περιοδεία και να έχεις μαζί το νέο δίσκο σου. Επίσης πόσο καλό μπορεί να είναι να πωλούνται δίσκοι στο Walmart δίπλα στις πατάτες;». Η απάντηση δεν είναι εύκολη ούτε για τον ίδιο, ούτε για οποιονδήποτε βινυλιομανή. «Όταν ήμουν μαθητής, στον πρώτο όροφο του Σκλαβενίτη που ήταν κοντά στο σπίτι μας, είχε ένα πολύ καλό section με CD. Προφανώς ο υπεύθυνος κάτι σκάμπαζε. Δεν ήταν κακό για μένα, αλλά στην πραγματικότητα μόνο δυό-τρεις άνθρωποι πηγαίναμε να δούμε τι έφερνε. Φοβάμαι μην απαξιωθεί τελικά ως προϊόν το βινύλιο».

12:45

Από τον τρόπο που έχουν λιγότερο σκυμμένο από πριν το κεφάλι τους, καταλαβαίνεις ότι τη συζήτηση παρακολουθούν και οι τρεις πελάτες που όμως συνεχίζουν να ψάχνουν στα ράφια. «Επίσης τι νόημα έχει να παίρνεις δίσκους και να τους ακούς σε μηχανήματα τύπου Crosley;» λέει ο Κυρούσης, εννοώντας τα φορητά πικάπ-βαλιτσάκια που πωλούνται σε καταστήματα ρούχων τύπου Urban Outfitters, μοιάζουν φτιαγμένα το ’50 και αποτελούν άλλο ένα κούτσουρο-item στην ακατάσχετη φωτιά της ρετρολαγνείας χωρίς ποιοτικό αντίκρυσμα. «Άκου καλύτερα στο Spotify. Από την άλλη, αν σου αρέσει, τι λόγος μου πέφτει; Το πρόβλημα μου είναι μην τυχόν παρανοήσεις και πεις ότι ο ήχος στους δίσκους είναι πάντα χειρότερος από το YouTube» λέει γιατί όντως, ο ήχος τέτοιων πικάπ δεν έχει μεγάλη διαφορά. Από κάπου όμως πρέπει να ξεκινήσει ένας νέος αγοραστής δίσκων βινυλίου. Άλλωστε, είναι πολύ πιθανό τον πρώτο καιρό να μην έχει καν πικάπ. Πάντα έτσι συνέβαινε.

Άγγελος Κυρούσης και Δήμος Πασσάς, οι συνιδιοκτήτες του Rock & Roll Circus. Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

13:00

Μπαίνει άλλος ένας πελάτης, τον οποίο οι δύο δισκοπώλες είδαν να παρκάρει τη ρετρό μηχανή του επί της Σίνα και έβγαλαν από τη ντάνα με τα κρατημένα τα δικά του. Ο ένας θεωρεί καλύτερο πελάτη όποιον επιστρέφει στο μαγαζί τακτικά κι ας μην ξοδεύει πολλά χρήματα, δηλαδή «καλός είναι ο “λίγο και σταθερά”, όχι “ο πολύ και με τη μία” που ίσως να μην ασχοληθεί να ακούσει ή να βαρεθεί το σπορ μετά από λίγο καιρό». Ο Πασσάς προτιμά τον «πολύ και σταθερά». «Σαν εμένα» λέει χαριτολογώντας. Και οι δύο συμφωνούν ότι στο Circus το «φύλο των πελατών είναι δυστυχώς ένα: άντρας. Είναι ελάχιστα τα κορίτσια» ενώ οι ηλικίες κυμαίνονται κυρίως από 35 και πάνω. «Νομίζω ότι γενικά οι συλλογές είναι αντρικό σπορ» λέει ο Δήμος Πασσάς. «Προφανώς οι άντρες έχουμε περισσότερες ανασφάλειες και τις καλύπτουμε με συλλογές. Ενώ οι γυναίκες είναι πιο ώριμα πλάσματα. Δεν είναι;»

13:30

Η φετινή Ημέρα του Δισκοπωλείου (Record Store Day) είναι το (Μεγάλο, για την Ελλάδα) Σάββατο 23 Απριλίου. Το Rock & Roll Circus και φέτος θα πουλά αρκετές από τις ειδικές κυκλοφορίες της ημέρες. Ήταν μάλιστα το πρώτο ελληνικό ανεξάρτητο μαγαζί του είδους που συμμετείχε στην πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2007 από τις ΗΠΑ με σκοπό να ενισχυθούν τα μικρά, ανεξάρτητα δισκάδικα και σχεδόν αμέσως απέκτησε διεθνή χαρακτήρα. Πλέον αποτελεί θεσμό και μάλιστα αμφιλεγόμενο, μιας και για κάθε ένα αγοραστή δίσκων που την περιμένει κάθε χρόνο πώς και πώς για να αποκτήσει κάποιες από τις ειδικές κυκλοφορίες ή για να εκμεταλλευτεί τις εκπτώσεις σε άλλες, υπάρχει ένας που την κατακρίνει μετά βδελυγμίας ως άλλο ένα τέχνασμα των εταιριών και δη των μεγάλων για να τα παίρνουν από τους αμετροεπείς μουσικόφιλους. Η αλήθεια σύμφωνα με τους ιδιοκτήτες του συγκεκριμένου ανεξάρτητου δισκάδικου βρίσκεται κάπου στη μέση.

Άγγελος Κυρούσης: Όπως όλα, έτσι και η Record Store Day ξεκίνησε καλά. Αλλά μετά μπήκαν στο παιχνίδι οι μεγάλοι…

Δήμος Πασσάς: Στην αρχή βοήθησε να γίνει γνωστό το βινύλιο σε μια γενιά που τότε ήταν 15 ετών και τώρα, στα 25-30, συνεχίζει να παίρνει δίσκους.

ΑΚ: Η αντίρρηση μου έχει να κάνει με το ότι στην αρχή ήταν μια γιορτή για μικρά labels κλπ. Σήμερα όμως είναι εντελώς αχρείαστο να βγει ας πούμε άλλο ένα πανάκριβο box set με ένα live των Doors.

ΔΠ: Ή δίσκοι που τους έχουμε στα κάτω ράφια και κάνουν 1 ευρώ να βγαίνουν σε καινούρια πράσινη ή κόκκινη έκδοση που κάνει 25. Εντάξει, μπορεί ένας δίσκος της RSD να παίζει καλύτερα από ένα μεταχειρισμένο. Μπορεί όμως και όχι.

ΑΚ: Κατά τη γνώμη μου αν βρεις με 5 ευρώ μια παλιά αμερικάνικη κόπια, πάρε αυτή, όχι της RSD. Αλλά εντάξει, είναι σαν όλες τις παγκόσμιες ημέρες, λειτουργεί σαν υπενθύμιση. Το θέμα είναι να μη φτάσει να γίνει σαν την Παγκόσμια Ημέρα Μπριζόλας. Πάντως φέτος έχει καλές κυκλοφορίες.

Από Ντέιβιντ Μπόουι μέχρι Μαρία Κάλας, είναι περισσότερες από 300. «Πάντα βρίσκεις κάτι να πάρεις» λέει ο Πασσάς. «Έχει “σπάσει” όμως κάπως η φάση γιατί χάνεται η χαρά των μικρών εταιριών, ως συνήθως και αυτή η ιστορία σαρώθηκε από το mainstream. Αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιες κινήσεις δεν έχουν βοηθήσει δισκάδικα σαν το δικό μας, όχι κατ’ ανάγκη να βρεθούμε σε άνοδο αλλά τουλάχιστον να μη βρεθούμε σε μοιραία πτώση σε μια κρίσιμη περιόδο». Την κρίσιμη και τόσο επιζήμια για τους μουσικούς -εφόσον «πάγωσε» η συναυλιακή βιομηχανία- περίοδο της πανδημίας μέχρι σήμερα, η αγορά του βινυλίου (όπως και του βιβλίου) όχι απλά κρατήθηκε όρθια, αλλά είδε και περαιτέρω άνθιση. «Όλοι παίρναμε δίσκους» λέει ο Κυρούσης. Ίσως περισσότερους από ποτέ, του λέω ως «παθών». «Με δίσκους, βιβλία, αλκοόλ, έτσι τη βγάλαμε όλοι» συμπληρώνει.

13:45

Επιστρέφουμε στον κορεσμό της αγοράς που λέγαμε νωρίτερα, γιατί σε ένα δισκάδικο τα ζητήματα προς συζήτηση είναι συγκεκριμένα. «Έχει “κρασάρει” το σύστημα» λέει ξανά ο ένας. «Δηλαδή ακούς κάτι τώρα online, σου αρέσει, σου γεννιέται η επιθυμία να το πάρεις σε βινύλιο και σου λένε ότι θα κοπεί μετά από 6 μήνες. Ε, τότε μπορεί να έχει ξεθυμάνει η όρεξή σου. Από την άλλη το καλό είναι ότι για να βγάζει η Adele 500 χιλιάδες αντίτυπα, σημαίνει ότι υπάρχει κόσμος να τα αγοράσει. Κάπου διάβασα ότι έχουν ήδη πουληθεί 350 χιλιάδες. Οπότε κάποιος που σήμερα θα πάρει Adele, αύριο θα πάρει…πάλι Adele, αλλά μεθαύριο μπορεί να πάρει κάτι άλλο». «Να ανακαλύψει πχ τη Dusty Springfield» συμπληρώνει ο άλλος.

 «Το αν μία τιμή είναι προκλητική ή όχι, είναι τελείως φιλοσοφικό ζήτημα» Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography




14:30

Αποφασίζω να κάνω στους ιδιοκτήτες του Rock & Roll Circus μία πολύ σοβαρή, σε υπαρξιακό και όχι μόνο επίπεδο, ερώτηση. Υπάρχει κατά τη γνώμη τους κάποιο ποσό πάνω από το οποίο αποτελεί ύβρι το ξόδεμά του για την απόκτηση ενός και μόνο δίσκου; Δεν έχουν ξεκάθαρη απάντηση. «Αναρωτιέμαι κι εγώ ως κάποιος που παίρνει πολλούς δίσκους. Για ένα πίνακα ζωγραφικής υπάρχει όριο; Αυτόν να ρωτήσεις!» λέει ο Πασσάς, εννοώντας έναν πολύ καλό τους πελάτη που έχει μόλις μπει στο μαγαζί. Εκείνος δεν χάνει την ευκαιρία να συμμετάσχει στο πηγαδάκι, ξεκαθαρίζει ότι «δεν υπάρχει ποτέ ταβάνι», προσπαθεί αλλά δεν τα καταφέρνει να θυμηθεί τον τίτλο ενός δίσκου που πρόσφατα άλλαξε χέρια για 8000 λίρες και καταλήγει στο ότι «ο καθένας έχει να ξοδέψει ένα budget που αντέχει».

Ο πιο ακριβός δίσκος που έχει πουληθεί από το Circus κόστισε 2500 ευρώ. «Μας το ζήτησε ένας καλός πελάτης και του το βρήκαμε» θυμάται ο Πασσάς. «Αυτός ο άνθρωπος όμως, με μια καταπληκτική, πολύ ακριβή δισκοθήκη με ψυχεδέλεια, progressive, garage, έφυγε από τη ζωή μόνος του και τον βρήκαν στο σπίτι του μετά από μέρες. Οπότε καταλαβαίνεις τη ματαιότητα όλου αυτού του πράγματος». Τέτοιοι δίσκοι δεν αλλάζουν χέρια κάθε μέρα, ούτε προφανώς αυτά τα κατά πολλούς «προκλητικά» ποσά κάνουν πλούσιους τους δισκοπώλες, μιας και οι ίδιοι δεν ξοδεύουν πολύ λιγότερα για να εντοπίσουν τόσο σπάνια κομμάτια. «Αυτές είναι οι φωτεινές εξαιρέσεις. Ή σκοτεινές, όπως το πάρει κανείς» λέει ο Πασσάς. «Δεν είναι δηλαδή η καθημερινότητα μας αυτή. Γενικά στο Circus υπάρχουν πελάτες που θα χαλάσουν 150 ευρώ/μήνα και άλλοι 1000. Υπάρχουν φυσικά και αυτοί που θα ξοδέψουν μόλις 20, έρχονται μια φορά το μήνα, παίρνουν το δισκάκι τους, κάθονται, τα λέμε και φεύγουν».

Ο μεγαλύτερος σε ηλικία πελάτης τους είναι 77 ετών και «ξοδεύει 20 ευρώ, παίρνει μόνο σινγκλάκια, κάθεται εδώ με τις ώρες και ακούμε μουσική. Περισσότερο δηλαδή τον νοιάζει αυτή η ιεροτελεστία παρά με τι δίσκους θα φύγει», λέει ο Κυρούσης. Για τον ίδιο είναι «τρέλα» να ξοδεύονται πολύ μεγάλα ποσά για ένα δίσκο, «από την άλλη όμως, κάποιοι πηγαίνουν σε ακριβά εστιατόρια ή παίρνουν ακριβά ουίσκι. Δεν ξέρω, έχει γενικά νόημα όλο αυτό; Αν μπορεί κάποιος να βρει μια ισορροπία ώστε να καλύπτει όλες του τις ανάγκες, ας δώσει ό,τι θέλει. Το αν μία τιμή είναι προκλητική ή όχι, είναι τελείως φιλοσοφικό ζήτημα» λέει και ο συνάδελφός του χρησιμοποιεί το παράδειγμα της φανέλας του Μαραντόνα από το ματς με το «χέρι του Θεού». «Τώρα θα βγει σε δημοπρασία και η εκτίμηση του οίκου είναι 4 εκατομμύρια. Δεν είναι υπερβολικό; Κάποιος όμως θα την πάρει».

Ο πελάτης που θεωρεί ότι το όριο είναι μια εντελώς προσωπική υπόθεση επιμένει ότι εκτός όλων των άλλων το βινύλιο αποτελεί statement. «Τις προάλλες γνώρισα ένα μεγάλο σε ηλικία άνθρωπο, αστό, με πολλά βινύλια. Μου είπε ότι όσα παίρνει τα έχει ήδη σε CD, αλλά θέλει και τα βινύλια ως έργα τέχνης. Τα παίρνει και δεν τα ακούει. Όπως κάνουν άλλοι με τις πρώτες εκδόσεις βιβλίων. Ο συγκεκριμένος δηλαδή δεν νοιάζεται αν παίζει καλύτερα το βινύλιο -που όντως παίζει- αλλά για τη φάση. Ξέρεις όμως τι γίνεται; Όσο μικραίνει το φορμάτ μικραίνει και το ενδιαφέρον σταδιακά. Όλοι αυτοί που γύρισαν στα 90s τη συλλογή τους σε CD, από κάποια στιγμή και μετά βρέθηκαν εκτός μουσικής. Ενώ με το βινύλιο είσαι πιο involved».

Με το streaming τι και πώς είσαι; «Εντάξει, ωραίο είναι, βάζεις τα ακουστικά σου στο δρόμο, στο τζόκινγκ, αλλά στο σπίτι θα ακούσεις από Spotify;» σχολιάζει εμφανώς απαξιωτικά. «Θα είναι δηλαδή χαλί καθώς πλένεις τα πιάτα, ενώ ο δίσκος θα σε κρατήσει» λέει ο Πασσάς, ο οποίος όμως αν και ανήκει σε μια γενιά μεγαλωμένη με βινύλια, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να αποκτήσει εξίσου έντονη βιωματική σχέση με τη μουσική και ένα παιδί 15 ετών -κι ας μεγαλώνει, όπως τα δικά του παιδιά, σε ένα σπίτι γεμάτο δίσκους- που ξέρει μόνο να «στριμάρει» τραγούδια από το κινητό. «Ακόμη και μέσω streaming μπορεί να σε σημαδέψει ένα τραγούδι. Απλά η ποιότητα του ήχου από ένα καλό δίσκο δεν συγκρίνεται». «Δηλαδή το να δίνεις ένα δολάριο για να αγοράσεις κάτι άυλο» λέει ο πελάτης εννοώντας ένα τραγούδι σε ψηφιακή μορφή, «δεν είναι πιάσιμο κώλου;» Για την ιστορία, ο συγκεκριμένος έχει στο σπίτι του ένα πανάκριβο hi-end ηχοσύστημα αξίας 70 χιλιάδων ευρώ. Μόνο το πικάπ του κοστίζει 15 χιλιάδες χωρίς, όπως τονίζει, την κεφαλή, ενώ για το CD player ξόδεψε 10 χιλιάδες, γιατί «δεν μπορεί να έχεις ένα πικάπ που κάνει 15 κι ένα CD του χιλιάρικου». Για αυτόν, το MK2, το εμβληματικό και «αθάνατο» πικάπ της Technics που πια βρίσκεται μόνο μεταχειρισμένο σε τιμές που κυμαίνονται από 500 ως 2000 ευρώ, είναι σκουπίδι.

Το εμβληματικό και «αθάνατο» πικάπ Technics MK2. Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

15:00

Μισή ώρα μετά η συζήτηση περί ηχοσυστημάτων καλά κρατεί. Σε δισκάδικο είμαστε, τι άλλο να πούμε για να περάσει η ώρα; Οι συνιδιοκτήτες του Rock & Roll Circus έχουν από ένα πικάπ ΜΚ2. «Υποτυπώδες σύστημα» τους ψέγει ο «χαϊεντάς» πελάτης. «Εμείς χλευάζουμε τα hi end συστήματα κι ας ξέρουμε ότι όταν ακούσεις σε τέτοιο ένα δίσκο, είναι άλλος ο ήχος, παθαίνεις πλάκα, έχει τεράστια διαφορά. Προτιμάμε όμως να χαλάμε τα λεφτά μας σε δίσκους, όχι σε παιχνίδια μοντελισμού» λέει ο Πασσάς. «Οι άνθρωποι είναι για γέλια» λέει ο πελάτης. «Καθίστε ρε παιδιά, δεν είναι καλό το ΜΚ2; Να το πετάξω δηλαδή;» ρωτάει ένας άλλος που κανείς δεν ξέρει πόση ώρα ψάχνει με το γιο του τα ράφια δίπλα στη σκάλα που οδηγεί στο πατάρι. Τελικά γελάνε όλοι μαζί.

15:15

Μπαίνει στο μαγαζί άλλος ένας κλασικός πελάτης, ένας από τους πιο δραστήριους DJs του ευρύτερου αθηναϊκού κέντρου. «Δεν θα κάτσω πολύ» λέει ο Ζώης Χαλκιόπουλος, γνωστός και ως Mr.Z, που θέλει να αγοράσει ένα δίσκο για δώρο γενεθλίων και θα φύγει στα γρήγορα για να μην αρχίσει να ψάχνει τα ράφια και χάσει τον έλεγχο. Δεν θυμάται όμως το όνομα του καλλιτέχνη, οπότε αρχίζει να σιγοτραγουδάει τη blues μελωδία. Δεν την αναγνωρίζει κανείς από τους παρευρισκόμενους και τελικά παίρνει με κλειστά μάτια ένα άλλο άλμπουμ που του προτείνει ο Κυρούσης.

15:45

Λίγο πριν κατεβάσουν τα ρολά του Rock & Roll Circus θέλω να μάθω από τους δύο συνιδιοκτήτες του ποια είναι για τον καθέναν τους η καλύτερη και η χειρότερη πτυχή του να δουλεύεις σε ένα ανεξάρτητο δισκάδικο εν έτει 2022. «Το καλύτερο είναι η σχέση που αναπτύσσουμε με τους πελάτες. Όπως με τον 77χρονο που λέγαμε πριν, ο οποίος έρχεται εδώ κι αυτό με κάποιο τρόπο νοηματοδοτεί την καθημερινότητά του. Ή θυμάμαι κάποτε ήρθε ένας πιτσιρικάς με τη μητέρα του και του έδωσα το “What’s Going On” του Marvin Gaye. Μετά από χρόνια σε ένα παζάρι δίσκων με σταμάτησε ο ίδιος να με χαιρετήσει», λέει ο Άγγελος Κυρούσης. «Το Circus δεν είναι εμπορικό μαγαζί. Είναι στέκι, όπως κατά κανόνα είναι τα ανεξάρτητα δισκάδικα, όχι οι αλυσίδες και τα πολυκαταστήματα. Δεν είναι μια κανονική δουλειά. Περνάμε πολλή από τη ζωή μας εδώ. Δηλαδή κάποια στιγμή που θα το κλείσουμε θα είναι δύσκολο. Το ωραίο λοιπόν είναι ότι ο Άγγελος κάποτε ήταν πελάτης στο μαγαζί και σήμερα είναι συνιδιοκτήτης του. Άσε που κάνεις μια δουλειά που δεν είναι ακριβώς κανονική και σου επιτρέπει να ακούς όλη μέρα μουσική», λέει ο Δήμος Πασσάς. Δεν μου είπατε τα αρνητικά, επιμένω. «Το αρνητικό είναι πάλι το ίδιο: Δεν είναι μια κανονική δουλειά, δε βγάζεις λεφτά και αν βγάλεις, πάλι σε δίσκους θα τα χαλάσεις».

16:00

Ο τελευταίος πελάτης του Rock & Roll Circus φοράει μπλουζάκι με στάμπα The Clash, μπαίνει λίγο πριν κλείσουν τα φώτα, αγοράζει στα γρήγορα τον 27ο και τελευταίο από τους δίσκους που έχουν αισίως πουληθεί σήμερα. «Ξέρω ότι δεν θα μου αρέσει», λέει «αλλά δεν πειράζει, το παίρνω για τη συλλογή».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα