Το “Maid” του Netflix είναι η τέλεια απάντηση στο “γιατί δεν έφευγε”
NETFLIX
ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Το “Maid” του Netflix είναι η τέλεια απάντηση στο “γιατί δεν έφευγε”

Το αθόρυβο χιτ που ξεπέρασε το ρεκόρ του “Queen’s Gambit” δε δίνει βολικές απαντήσεις. Δίνει αληθινές.

Αν κάτι μας έχουν ξεκαθαρίσει τα τελευταία δύο χρόνια, είναι το πόσο ασταθής είναι η ζωή μας και πόσο αστραπιαία μπορούν να αλλάξουν οι συνθήκες γύρω μας. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν μάλλον πως τα τελευταία δύο μεγαλύτερα χιτ του Netflix αφορούν ανθρώπους σε οριακή απόγνωση. Όσο το “Squid Game” κυρίευε όλη την υδρόγειο - η σειρά είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του Netflix ως τώρα - η μίνι σειρά “Maid”, πιο αθόρυβη από εκείνο αλλά περισσότερο συνθλιπτική, θα γινόταν μία από-στόμα-σε-στόμα επιτυχία με σταθερή παρουσία στα Top 10 πολλών χωρών, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ελλάδα ανάμεσά τους.

Κάπως έτσι, χωρίς να απασχολήσει αμέσως τις επικεφαλίδες που είχαν εντυπωσιαστεί από την απόδοση του Netflix, το “Maid” ετοιμάζεται να ξεπεράσει το ρεκόρ του “The Queen’s Gambit” στην κατηγορία των μίνι σειρών, με την εκτίμηση ότι θα φτάσει τα 67 εκατομμύρια νοικοκυριά μέσα στον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του.

Το “Maid” ακολουθεί την Άλεξ (Μάργκαρετ Κουέιλι, μία νεαρή μητέρα που αποφασίζει να εγκαταλείψει τον κακοποιητικό της σύντροφο, Σον (Νικ Ρόμπινσον), και να δραπετεύσει μαζί με τη μικρή τους κόρη από το τροχόσπιτο όπου διαμένουν. Καθώς οι δυο τους δεν έχουν χρήματα, και εφόσον η μητέρα της Άλεξ που υποδύεται η Άντι Μακντάουελ (μητέρα της Κουέιλι και στην αληθινή ζωή) δεν είναι σε θέση να τις βοηθήσει, μαμά και κόρη θα ζήσουν σε καταφύγιο για θύματα ενδοοικογενειακής βίας μέχρι να αποκτήσουν δικό τους χώρο. Στο μεταξύ η Άλεξ θα αποφασίσει να εργαστεί ως καθαρίστρια, κατά κύριο λόγο σε σπίτια ευκατάστατων οικογενειών που απευθύνονται στην εταιρεία όπου έχει προσληφθεί.

Η σειρά βασίστηκε στο best-seller βιογραφικό βιβλίο “Maid: Hard Work, Low Pay, and a Mother’s Will to Survive” της Στέφανι Λαντ, και ξεκίνησε το ταξίδι της μέχρι την τηλεόραση όταν η δημιουργός του, Μόλι Σμιθ Μέτσλερ, έφτασε σε ένα συγκεκριμένο σημείο του βιβλίου. Αφού η Land είχε περιγράψει την οδύσσεια που είχε περάσει ώσπου να βρει κάποιο κατοικήσιμο διαμέρισμα για εκείνη και την κόρη της, η Μέτσλερ θα διάβαζε για τη μούχλα που είχε εισχωρήσει τελικά στους τοίχους του σπιτιού, δυσκολεύοντας την ανάρρωση της μικρής Μάντι από μία ίωση που την ταλάνιζε. Όταν η Άλεξ την πήγε για εξέταση και ενημέρωσε τη γιατρό για την περίπτωση του διαμερίσματος, η απάντηση που είχε λάβει ήταν “πρέπει να τα πας καλύτερα”. Δηλαδή να γίνεις καλύτερη μάνα.

Τρομοκρατημένη σχεδόν από την αντιμετώπιση που είχε βρει μία μητέρα που προσπαθούσε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για το παιδί της, η σεναριογράφος και θεατρογράφος Μέτσλερ αποφάσισε να καταπιαστεί με τη σειρά. Η ατάκα μάλιστα της γιατρού, θα ακουγόταν απαράλλαχτη στο “Maid”.

Η σειρά είναι ένα φεμινιστικό δράμα που ως λογική μού θύμισε μία άλλη παραγωγή του Netflix τοποθετημένη στη Βορειοδυτική Αμερική, επίσης βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Το “Unbelievable”, ένα true crime αστυνομικό δράμα που ακολουθούσε την έρευνα για έναν κατά συρροή βιαστή. Εκείνη η σειρά όπως και το “Maid” δεν είχε κάποια διακριτή αισθητική ταυτότητα (οι τρεις συνεργάτες στη διεύθυνση φωτογραφίας ωστόσο, Quyen Tran, Guy Godfree και Vincent de Paula, έχουν δώσει στο “Maid” ένα λουστραρισμένο, γοητευτικό λουκ), όμως οι δύο σειρές μοιράζονται ένα δραστικό συνδυασμό θεσμικών αδιεξόδων και εξαγριωμένου συναισθήματος.

Όπως το “Unbelievable” δεν είχε αποκαλέσει την κουλτούρα του βιασμού με το όνομά της παρά έδειχνε βήμα-βήμα τον γολγοθά που περνά μία επιζώσα όταν αποφασίζει να μπει στη διαδικασία καταγγελίας του βιασμού της, έτσι και το “Maid” δε γίνεται ποτέ τόσο ωμό ώστε να υποστηρίξει ρητά μία συγκεκριμένη πολιτική λύση για τη φτώχεια και την κακοποίηση που υφίσταται η Άλεξ. Και οι δύο σειρές δείχνουν απλώς τι πρέπει να περάσουν οι γυναίκες υπό ορισμένες συνθήκες, ένα εμπόδιο τη φορά.

Το σύστημα στο Maid λειτουργεί όπως σχεδιάστηκε

Στην εναρκτήρια σκηνή του “Maid” βλέπουμε μία νεαρή γυναίκα να δένει βιαστικά το νήπιό της στο κάθισμα ενός αυτοκινήτου, να φιλά το μέτωπο του κοριτσιού, και να παίρνει το τιμόνι τρέμοντας καθώς ένας άντρας ουρλιάζει «τι κάνεις;» από τα σκοτάδια του δρόμου. Είναι μία αρχετυπική εικόνα - ένα θύμα ενδοοικογενειακής βίας που φεύγει από τον θύτη της - αλλά και μία εικόνα που επαναλαμβάνεται, στοιχειωτικά, σε ολόκληρη τη σειρά.

Το “Maid” του Netflix είναι η τέλεια απάντηση στο “γιατί δεν έφευγε”
NETFLIX


Στη συνέχεια θα απευθυνθεί σε μία κοινωνική λειτουργό που θα την καθοδηγήσει σε σχέση με τα ελάχιστα προγράμματα κοινωνικής στήριξης που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Άστεγη και μόνη, η Άλεξ βουτάει στα ταραχώδη νερά μίας αδιαπέραστης γραφειοκρατίας.

Δε μπορεί να έχει πρόσβαση σε επιδοτούμενη παιδική μέριμνα αν δεν έχει δουλειά, όμως δε μπορεί να βρει δουλειά χωρίς να της φροντίσει κάποιος τη μικρή. Δουλεύει ως καθαρίστρια αλλά μπορεί να εργάζεται μόνο περιορισμένες ώρες ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις για κρατική βοήθεια και να μην υποχρεώνεται η εταιρεία καθαρισμού να της πληρώνει επιδόματα. Ακόμα και τα προϊόντα που χρησιμοποιεί για τον καθαρισμό βγαίνουν από την τσέπη της με εξαίρεση την ηλεκτρική σκούπα. Χρειάζεται επίσης έναν ιδιοκτήτη κατοικίας πρόθυμο να συνεργαστεί με το βοηθητικό σύστημα ενοικίασης που θα στεγάσει εκείνη και την κόρη της, το οποίο θα πληρώνεται από το κράτος κατά 30%. Πρέπει να βρει έναν παιδικό σταθμό για τη Μάντι που θα δεχτεί να πάρει τη μικρή με επιδότηση και με όλη τη γραφειοκρατία που τη συνοδεύει.

Μετά από κάθε μικρή επιτυχία ακολουθεί μια ντουζίνα από πρόσθετα εμπόδια: ένα λεωφορείο που δεν πρόλαβε, ένα φτέρνισμα που κρατά τη Μάντι εκτός νηπιακού σταθμού και άρα της στερεί ένα μεροκάματο, μία μικρή καθυστέρηση στην πληρωμή του ενοικίου, και τα πάντα γκρεμίζονται όπως ο πύργος του Jenga. Τοτε το “Maid” γίνεται μία κοινωνικοοικονομική μελέτη που ενίοτε εκτυλίσσεται σα θρίλερ. Για την Άλεξ κάθε μέρα είναι αγχώδης, επειδή βρίσκεται σε έναν διαρκή αγώνα ενάντια στην επόμενη καταστροφή. Η ηρωίδα πρέπει να επιλέγει συνέχεια τις μάχες της, κρατώντας ενέργεια για αυτές που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Το μόνο πράγμα πιο συντριπτικό από τις περιστάσεις της είναι η απέραντη ντροπή που νιώθει γι’ αυτές.

Πολλά από τα πρόσφατα πορτρέτα της ζωής κάτω από το όριο της φτώχειας, συμπεριλαμβανομένου και του πρόσφατα οσκαρικού “Nomadland”, εστιάζουν στην ομορφιά που βρίσκεται στη μάχη για επιβίωση. Στο “Maid” η έμφαση δίνεται μόνο στη μάχη. Παρά το βαρύ της θέμα ωστόσο, η σειρά δε μοιάζει ποτέ με trauma porn. Δεδομένου ότι περίπου το 40% των Αμερικανών δε θα μπορούσαν να βρουν 400$ σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης - και αυτό ίσχυε πριν από την πανδημία - η κατάσταση της Άλεξ δεν μοιάζει σπάνια αλλά αντιπροσωπευτική.

Εκτός από την αναπαράσταση της καθημερινότητάς της - η οποία ούτως ή άλλως βασίζεται σε αληθινά γεγονότα - το “Maid” μάς βάζει απευθείας στο μυαλό της Άλεξ μέσα από στοιχεία ειρωνικής κωμωδίας, όπως τη στιγμή που μπαίνει στο σουπερμάρκετ και φαντάζεται να την καλούν από το μεγάφωνο ως “απένταρη τύπισσα”, ή όταν ξεφυλλίζει γραφειοκρατικά χαρτιά και νομίζει ότι βλέπει χαρακτηρισμούς όπως “σκρόφα κοινωνικής πρόνοιας”, “κανείς δε νοιάζεται” και “άντε γ@μήσου”, ή όταν παιχνιδιάρικα γραφικά στην οθόνη παρουσιάζουν το θλιβερό ποσό στον τραπεζικό της λογαριασμό να μειώνεται παιχνιδιάρικα.

Αυτή η εμβύθιση στις σκέψεις της Άλεξ είναι ένας από τους βασικούς λόγους που το “Maid” δε γίνεται ηδονοβλεπτικό με τη φτώχεια της. Οι θεατές δεν είμαστε απλώς μάρτυρες των χειρότερων στιγμών της. Εμπλεκόμαστε πλήρως στον κόσμο της και αυτό της προσδίδει αξιοπρέπεια.

Με όλα τα παραπάνω, το “Maid” διαλύει τη γνωστή μυθολογία του Αμερικανικού Ονείρου που βασίζεται στην πιθανότητα ανέλιξης για τους πάντες ανεξαρτήτως προέλευσης και τάξης. “Αρκεί να δουλέψουν αρκετά και να το θέλουν”. Η κρατική αδράνεια είναι πανίσχυρη και υπάρχουν πολύ περισσότερα που λειτουργούν για να κρατήσουν την κατώτερη τάξη εκεί που βρίσκεται παρά να προσπαθήσουν να τη βοηθήσουν.

Τι στήριξη υπάρχει άραγε για τις φτωχές Ελληνίδες που θέλουν να ξεφύγουν από την κακοποίηση;

Ο ορισμoς της κακοποιησης

Ο σύντροφος της Άλεξ, ο Σον, δε χτύπησε εκείνη ή τη Μάντι - γεγονός που η ηρωίδα επαναλαμβάνει φωναχτά στον εαυτό της και στους άλλους - απλώς χτύπησε στον τοίχο πίσω της, ούρλιαξε κοντά στο πρόσωπό της και έσπασε ένα γυάλινο αντικείμενο. Το βράδυ που δραπέτευσαν, η Άλεξ είχε βγάλει γυαλιά από τα μαλλιά της κόρης της. Αυτό ήταν - εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον - η κόκκινη γραμμή της.

Όταν αναζήτησε υποστήριξη από τις κοινωνικές υπηρεσίες, η κοινωνική λειτουργός Τζόντι τής προτείνει ένα καταφύγιο για θύματα ενδοοικογενειακής βίας που είχε μία κενή θέση. Ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως το πόσο σπάνια βλέπουμε το περιβάλλον ενός τέτοιο καταφυγίου σε ταινίες και σειρές.

“Μα δε με κακοποίησαν”, ήταν η απάντηση της Άλεξ, η οποία απέρριψε επίσης την πρόταση της Τζόντι να υποβάλει αστυνομική αναφορά. «Και να πω τι; Ότι δε με χτύπησε;».

Το “Maid” του Netflix είναι η τέλεια απάντηση στο “γιατί δεν έφευγε”
NETFLIX

Η αρχική απόρριψή της για το καταφύγιο αντανακλά τη δυσφορία της σχετικά με την αναγνώριση του Σον ως θύτη και του εαυτού της ως θύμα. Μετά από ένα τροχαίο ατύχημα που αφήνει εκείνη και τη Μάντι σε ολοένα και πιο δεινή θέση, η Τζόντι τής δίνει την ίδια λύση. “Πραγματικά δε θα ήθελα να στερήσω ένα κρεβάτι από κάποια που έχει κακοποιηθεί στ’ αλήθεια”, θα επιμείνει πριν συνειδητοποιήσει ότι το καταφύγιο είναι η ασφαλέστερη επιλογή της.

Ο εκφοβισμός, οι απειλές και ο οικονομικός έλεγχος, θα διαπιστώσει η Άλεξ, είναι όλα μέρος της κακοποίησης που βίωσε. Εργαλεία που ο Σον θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί εναντίον της. Στην τελευταία πράξη της σειράς, όταν η Άλεξ θα πέσει ξανά σε γνώριμα μοτίβα, η σειρά θα αποτυπώσει την αποξένωση και την κατάθλιψή της με χροιές μαγικού ρεαλισμού. Θα φανταστεί τον εαυτό της να βουλιάζει κυριολεκτικά μέσα στον καναπέ της. Ο χρόνος και το πέρασμά του δε θα υπάρχουν πια. Το κορμί της θα είναι κουλουριασμένο σε εμβρυακή στάση μέσα σε μία λακκούβα πυκνού δάσους.

Χωρίς όμως σωματικούς τραυματισμούς ή προηγούμενες αναφορές στην αστυνομία, ούτε η πολιτεία της Ουάσιγκτον δε θεωρεί την Άλεξ θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Πώς περιμένουμε τότε να το αντιληφθεί η ίδια; Εάν το θύμα δε συνειδητοποιεί τι έχει υποστεί δε θα αναζητήσει βοήθεια και άρα δε θα τη λάβει.

Το "Maid" παρουσιάζει τις πολλαπλές μορφές ενδοοικογενειακής κακοποίησης που υπάρχουν και τα παράλογα εμπόδια που αποτρέπουν γυναίκες σαν την Άλεξ να βρουν τη βοήθεια που χρειάζονται (εφόσον αυτή υπάρχει).

Επί χρόνια, οι απεικονίσεις της κακοποίησης με βάση το φύλο στην οθόνη ήταν αποκλειστικά σωματικές παραβάσεις που παραπλανούσαν το κοινό στην ιδέα ότι αυτή είναι η μόνη νόμιμη μορφή κακοποίησης. To “Maid” είναι ένα αποφασιστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η διαγενεακη κακοποιηση

Για να επεκτείνει την ιστορία του βιβλίου για την οθόνη, το “Maid” του Netflix κάνει πιο ουσιαστική της παρουσία της μητέρας της Άλεξ, της Πόλα. Αυτή η πλοκή βοηθά στον εντοπισμό των κυκλικών προτύπων της φτώχειας και της κακοποίησης, μία γενιά πίσω.

Η Πόλα που πάσχει από αδιάγνωστη διπολική διαταραχή παλεύει να αφήσει τις καταχρηστικές σχέσεις με διάφορους άντρες, συμπεριλαμβανομένου του τωρινού της συζύγου, Μπέζιλ, που την κλέβει, της λέει ψέματα και ελέγχει την πρόσβασή της στον έξω κόσμο. Το ζευγάρι συχνά εξαφανίζεται, αφήνοντας την Άλεξ να ανησυχεί για το πού βρίσκεται κάθε φορά η μαμά της.

Είναι δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικές αντιδράσεις στο αμοιβαίο τραύμα τους. Η Άλεξ είναι ρεαλίστρια, η Πόλα είναι σε άρνηση.·Η Άλεξ προσπαθεί να αλλάξει τις συνθήκες της, η Πόλα προσποιείται ότι δεν έχουν σημασία.

Στο μεταξύ ο Σον, μία κλινικά προσεγμένη ερμηνεία από τον Ρόμπινσον, είναι επίσης αιχμάλωτος από τους δαίμονές του. Είναι ένας απρόθυμος πατέρας που αγανακτεί με την Άλεξ γιατί αρνήθηκε να κάνει έκτρωση δίνοντας τέλος στην ανέμελη νιότη του, και μετατρέπει το σπίτι τους σε φυλακή υποβάλλοντας στην Άλεξ τη μεθυσμένη οργή του. Η τραυματική παιδική του ηλικία όμως σημαδεύτηκε από την εξάρτηση της μητέρας του απ’ τα οπιοειδή και τις αυξημένες ευθύνες που απέκτησε σε σχέση με τον μικρότερο αδερφό του.

Το “Maid” του Netflix είναι η τέλεια απάντηση στο “γιατί δεν έφευγε”
H Μάργκαρετ Κουέιλι στον πρωταγωνιστικό ρόλο. NETFLIX

Είναι σπάνια και αξιοσημείωτη η ισορροπία που καταφέρνει να κρατήσει το “Maid” με τον Σον. Ποτέ δεν αμφισβητούμε τους λόγους που η Άλεξ τον εγκατέλειψε, ούτε αυτούς για τους οποίους αποφασίζει να τον κρατήσει στη ζωή της κόρης της. Το ίδιο άτομο που υπό κάποιο πρίσμα φαίνεται φρικώδες, υπό άλλο πρίσμα μπορεί να φαντάζει άτυχο. Το “Maid” το κατανοεί αυτό, καταδικάζοντας πλήρως τον Σον χωρίς κακία και εξηγώντας την ψυχολογία του άνευ δικαιολογίας για τις άθλιες πράξεις του.

Είναι ένας συνδυασμός ευαίσθητης γραφής και πλούσιων ερμηνειών που αποδίδει μία από τις πιο σκληρές αλήθειες της χρόνιας κακοποίησης. Ότι μπορεί να είναι κυκλική

Η κοινωνία (και οι άντρες της) που διευκολύνουν τους κακοποιητές

Η Άλεξ εμποδίζεται επανειλημμένα από την παροχή κρατικών παροχών και παγιδεύεται σε πολύπλοκους, φαινομενικά αναπόδραστους ιστούς που δημιουργήθηκαν ή ενεργοποιήθηκαν από τον Σον, την κυβέρνηση, ακόμη και τρεις άλλους άντρες που υπάρχουν στη ζωή της.

Η πρώτη στάση της μετά την απόδρασή της από το τροχόσπιτο του Σον είναι μία καλή της φίλη που όμως συγκατοικεί με τον κολλητό φίλο του συντρόφου της. Εκείνος είχε ήδη ειδοποιήσει τον Σον για το πού θα τη βρει και της δικαιολογούσε τον φίλο του που είχε κάνει “απλά ένα λάθος” όταν ξέσπασε εναντίον της.

Ο πατέρας της Άλεξ πάλι, επίσης αλκοολικός, γίνεται μάρτυρας της επικίνδυνης συμπεριφοράς του Σον και του αλκοολισμού του, όμως οι δύο άντρες έχουν γίνει στενοί φίλοι επειδή παρακολουθούν παρέα τις ίδιες συναντήσεις ανώνυμων αλκοολικών. Όταν η επιμέλεια της Άλεξ για τη Μάντι δικάζεται, ο Χανκ αρνείται να καταθέσει εναντίον του Σον και κατηγορεί την κόρη του για την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί. Είναι μία τυπική τακτική χειραγώγησης από τους κακοποιητές για να αναγκάσουν τα θύματα να παραμείνουν θύματα.

Ο δε φίλος και επίδοξος εραστής της, ο Νέιτ, ανατρέπει την εικόνα του Καλού Παιδιού πιέζοντάς τη να βγουν ραντεβού, απορρίπτοντας τους προβληματισμούς της σχετικά με την υλική και οικονομική ανισότητα μεταξύ τους - και άρα την ανισότητα εξουσίας στη φιλική και πιθανώς ρομαντική τους σχέση μελλοντικά - και τελικά πετώντας την έξω από το σπίτι του, τη μοναδική στέγη που είχε για μία περίοδο μαζί με την κόρη της, επειδή έμαθε πως η Άλεξ είχε μία ερωτική συνεύρεση με τον πρώην της. Είναι ξεκάθαρο πως δε νοιάστηκε ποτέ για εκείνη, και ότι η υποτιθέμενη γενναιοδωρία του ήταν απλώς συναλλακτική. Από τη στιγμή που δε θα έπαιρνε αυτό που ήθελε από την Άλεξ, δε θα μπορούσε να τον νοιάζει λιγότερο το τι θα της συμβεί.

Οι άντρες γύρω από την Άλεξ είναι τοξικοί και, όταν δεν κακοποιούν οι ίδιοι, διευκολύνουν τους κακοποιητές.

Αντιθέτως, μπορεί να μην είναι κάθε γυναίκα που συναντά η Άλεξ καλή μαζί της, όμως οι ευκαιρίες που της δίνονται προέρχεται από ανθρώπους όπως η Ρετζίνα (Ανίκα Νόνι Ρόουζ), μία φαινομενικά ψυχρή πελάτισσα που γίνεται φίλη της. Ή η Ντανιέλ (μία επίμονη Έιμι Καρέρο), μια άλλη νεαρή μαμά στο καταφύγιο ενδοοικογενειακής βίας που σηκώνει κυριολεκτικά την Άλεξ ξανά στα πόδια της. Και σίγουρα η Ντενίζ (Μπι-Τζέι Χάρισον), η επικεφαλής του καταφυγίου που συνδυάζει τη σκληρή αγάπη με το ευγενικό πνεύμα. Αυτή θα ήλπιζες να συναντήσεις αν χρειαζόταν να σωθείς.

Μπορεί όπως λέει ένας χαρακτήρας στην Άλεξ, να είναι η δουλειά το μόνο αξιόπιστο πράγμα στη ζωή, αλλά είναι η γυναικεία αλληλεγγύη που βάζει τα θεμέλια στην επόμενη σελίδα της.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: TV, Netflix, Metoo