Κι όμως, ο καφές λιώνει το λίπος από το σώμα και αποτρέπει τον διαβήτη

Διαβάζεται σε 4'
Κι όμως, ο καφές λιώνει το λίπος από το σώμα και αποτρέπει τον διαβήτη
ISTOCK

Μελέτη αποκαλύπτει ότι τα επίπεδα καφεΐνης στο αίμα ενδέχεται να επηρεάζουν το σωματικό λίπος, τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Τα επίπεδα καφεΐνης στο αίμα ενδέχεται να επηρεάζουν την ποσότητα σωματικού λίπους που διαθέτει ένα άτομο, παράγοντας που με τη σειρά του μπορεί να καθορίζει τον κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών παθήσεων.

Αυτά είναι τα συμπεράσματα μελέτης, η οποία χρησιμοποίησε γενετικούς δείκτες ώστε να τεκμηριώσει πιο αξιόπιστα τη σχέση μεταξύ των επιπέδων καφεΐνης, του δείκτη μάζας σώματος (BMI) και του κινδύνου διαβήτη τύπου 2.

Η ερευνητική ομάδα από το Ινστιτούτο Karolinska στη Σουηδία, το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και το Imperial College London στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανέφερε ότι ροφήματα με καφεΐνη χωρίς θερμίδες θα μπορούσαν να διερευνηθούν ως ένα πιθανό μέσο μείωσης του σωματικού λίπους.

«Γενετικά προβλεπόμενες υψηλότερες συγκεντρώσεις καφεΐνης στο πλάσμα συσχετίστηκαν με χαμηλότερο BMI και μικρότερη συνολική λιπώδη μάζα», υπογραμμίζουν οι ερευνητές.

«Επιπλέον, οι γενετικά προβλεπόμενες υψηλότερες συγκεντρώσεις καφεΐνης στο πλάσμα συσχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2. Εκτιμάται ότι περίπου το ήμισυ της επίδρασης της καφεΐνης στον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 μεσολαβείται μέσω της μείωσης του BMI».

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από σχεδόν 10.000 άτομα, τα οποία αντλήθηκαν από υπάρχουσες γενετικές βάσεις δεδομένων, με έμφαση σε παραλλαγές συγκεκριμένων γονιδίων που σχετίζονται με την ταχύτητα μεταβολισμού της καφεΐνης.

Γενικά, άτομα με παραλλαγές στα γονίδια αυτά —κυρίως στο CYP1A2 και σε ένα ρυθμιστικό γονίδιο που ονομάζεται AHR— τείνουν να μεταβολίζουν την καφεΐνη πιο αργά, με αποτέλεσμα να παραμένει περισσότερο στο αίμα.

Παράλληλα, όμως, συνήθως καταναλώνουν μικρότερες ποσότητες καφεΐνης.

Χρησιμοποιήθηκε μια επιδημιολογική μέθοδος που ονομάζεται Μεντελιανή τυχαιοποίηση (Mendelian randomization) για να διερευνηθούν πιθανές αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ των γενετικών παραλλαγών, ασθενειών όπως ο διαβήτης, της σωματικής μάζας και παραγόντων του τρόπου ζωής.

Παρότι διαπιστώθηκε σαφής σύνδεση μεταξύ των επιπέδων καφεΐνης, του BMI και του κινδύνου διαβήτη τύπου 2, δεν προέκυψε αντίστοιχη συσχέτιση μεταξύ της καφεΐνης στο αίμα και των καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως η κολπική μαρμαρυγή, η καρδιακή ανεπάρκεια και το εγκεφαλικό επεισόδιο.

Προηγούμενες μελέτες είχαν ήδη συνδέσει τη μέτρια αύξηση της κατανάλωσης καφεΐνης με καλύτερη καρδιακή υγεία και χαμηλότερο BMI. Η νέα έρευνα προσθέτει περισσότερες λεπτομέρειες σε όσα γνωρίζουμε για τις επιδράσεις του καφέ στον οργανισμό.

Οι ερευνητές τονίζουν, ωστόσο, ότι οι επιδράσεις της καφεΐνης δεν είναι αποκλειστικά θετικές, επομένως απαιτείται προσοχή κατά την αξιολόγηση των οφελών της κατανάλωσής της. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για τον προσδιορισμό της ιδανικής ποσότητας καφεΐνης.

«Μικρές, βραχυπρόθεσμες κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι η πρόσληψη καφεΐνης οδηγεί σε μείωση του σωματικού βάρους και της λιπώδους μάζας, όμως οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις της καφεΐνης παραμένουν άγνωστες», ανέφεραν οι ερευνητές.

«Δεδομένης της εκτεταμένης κατανάλωσης καφεΐνης παγκοσμίως, ακόμη και μικρές μεταβολικές της επιδράσεις θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία».

Η ομάδα εκτιμά ότι η συσχέτιση αυτή μπορεί να οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο η καφεΐνη αυξάνει τη θερμογένεση (παραγωγή θερμότητας) και την οξείδωση του λίπους (μετατροπή του λίπους σε ενέργεια), διαδικασίες που παίζουν σημαντικό ρόλο στον συνολικό μεταβολισμό.

Παρότι το δείγμα της μελέτης ήταν μεγάλο, η Μεντελιανή τυχαιοποίηση δεν είναι αλάνθαστη και δεν αποκλείεται να εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες που δεν λήφθηκαν υπόψη. Απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί η σχέση αιτίου-αποτελέσματος.

«Απαιτούνται τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές ώστε να αξιολογηθεί αν τα ροφήματα με καφεΐνη χωρίς θερμίδες μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στη μείωση του κινδύνου παχυσαρκίας και διαβήτη τύπου 2», δήλωσε ο γενετικός επιδημιολόγος του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ, Benjamin Woolf.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ Medicine.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα