Ό,τι τρώμε ως παιδιά διαμορφώνει για πάντα τον εγκέφαλό μας

Διαβάζεται σε 4'
Βρέφος τρώει την κρέμα του
Βρέφος τρώει την κρέμα του iStock

Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στον εγκέφαλο έχει η διατροφή κατά την παιδική ηλικία, καθώς διαμορφώνει τις δομές που καθορίζουν για πάντα τη διατροφική μας συμπεριφορά.

Η κατανάλωση ανθυγιεινών τροφών στα πρώτα στάδια της ζωής μας, προκαλεί μακροχρόνιες επιπτώσεις στον εγκέφαλο και στη διατροφική συμπεριφορά.

Ωστόσο, ειδικοί σπεύδουν να ενημερώσουν ότι τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου μπορούν να συμβάλουν στην αποκατάσταση πιο υγιεινών διατροφικών συνηθειών, σύμφωνα με νέα έρευνα του University College Cork (UCC), που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου.

Ερευνητές του APC Microbiome Ireland, κορυφαίου ερευνητικού ινστιτούτου του UCC, διαπίστωσαν ότι διατροφή πλούσια σε λιπαρά και ζάχαρη κατά την πρώιμη παιδική ηλικία μπορεί να προκαλέσει μόνιμες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ρυθμίζει την πρόσληψη τροφής, ακόμη και αν η ανθυγιεινή διατροφή διακοπεί και το σωματικό βάρος επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα.

Σήμερα, τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα διατροφικό περιβάλλον κορεσμένο από επιλογές με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και ζάχαρη, οι οποίες είναι εύκολα προσβάσιμες και έντονα προωθούμενες.

Από παιδικά πάρτι και σχολικές γιορτές μέχρι αθλητικές εκδηλώσεις ή επιβράβευση για καλή συμπεριφορά, τα τρόφιμα αυτά έχουν ενταχθεί στην καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας.

Η νέα έρευνα αναδεικνύει τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο αυτής της πρώιμης έκθεσης, δείχνοντας ότι η συχνή κατανάλωση ενεργειακά πυκνών αλλά φτωχών σε θρεπτικά συστατικά τροφών στην παιδική ηλικία μπορεί να διαμορφώσει διατροφικές προτιμήσεις και να παγιώσει ανθυγιεινά πρότυπα διατροφής που επιμένουν έως και την ενήλικη ζωή.

Η μελέτη, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, καταδεικνύει επίσης ότι παρεμβάσεις που στοχεύουν στη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου — όπως ένα συγκεκριμένο στέλεχος ωφέλιμων βακτηρίων (Bifidobacterium longum APC1472) ή πρεβιοτικές ίνες (φρουκτο-ολιγοσακχαρίτες – FOS και γαλακτο-ολιγοσακχαρίτες – GOS), οι οποίες απαντώνται φυσικά σε τρόφιμα όπως το κρεμμύδι, το σκόρδο, το πράσο, τα σπαράγγια και οι μπανάνες, μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη αυτών των επιπτώσεων όταν χορηγούνται σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Σε προκλινικό μοντέλο ποντικών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η έκθεση σε διατροφή πλούσια σε λιπαρά και ζάχαρη κατά την πρώιμη ζωή οδήγησε σε επίμονες αλλαγές στη διατροφική συμπεριφορά κατά την ενήλικη ζωή.

Οι αλλαγές αυτές συνδέθηκαν με μακροχρόνιες διαταραχές στον υποθάλαμο των ενηλίκων — βασική περιοχή του εγκεφάλου που ρυθμίζει την όρεξη και την ενεργειακή ισορροπία.

Αυτό που τρώμε νωρίς στη ζωή έχει σημασία

«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι αυτό που τρώμε στα πρώτα χρόνια της ζωής έχει πραγματικά σημασία», δήλωσε η δρ Cristina Cuesta-Martí, πρώτη συγγραφέας της μελέτης. «Η πρώιμη διατροφική έκθεση μπορεί να αφήσει κρυφές, μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη διατροφική συμπεριφορά, οι οποίες δεν είναι άμεσα ορατές μόνο μέσω του σωματικού βάρους».

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες στην παιδική ηλικία διαταράσσουν εγκεφαλικά μονοπάτια που σχετίζονται με τη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής, με επιπτώσεις που διαρκούν έως την ενήλικη ζωή, υποδηλώνοντας αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας αργότερα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η στόχευση της εντερικής μικροχλωρίδας βοήθησε στην αντιστάθμιση αυτών των μακροπρόθεσμων επιδράσεων.

Το προβιοτικό στέλεχος Bifidobacterium longum APC1472 βελτίωσε σημαντικά τη διατροφική συμπεριφορά, προκαλώντας ταυτόχρονα μόνο ήπιες αλλαγές στη συνολική σύνθεση του μικροβιώματος, γεγονός που υποδηλώνει στοχευμένο μηχανισμό δράσης.

Αντίθετα, ο συνδυασμός πρεβιοτικών ινών (FOS+GOS) οδήγησε σε ευρύτερες μεταβολές στη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου.

Στόχευση του μικροβιώματος για τον περιορισμό των μακροχρόνιων επιπτώσεων

Η δρ Harriet Schellekens, επικεφαλής της μελέτης, ανέφερε ότι «καίριας σημασίας είναι το εύρημα ότι η στόχευση του εντερικού μικροβιώματος μπορεί να μετριάσει τις μακροχρόνιες επιπτώσεις μιας ανθυγιεινής διατροφής στα πρώτα στάδια της ζωής στη μετέπειτα διατροφική συμπεριφορά. Η υποστήριξη του μικροβιώματος από τη γέννηση συμβάλλει στη διατήρηση πιο υγιών διατροφικών συνηθειών αργότερα».

Ο καθηγητής John F. Cryan, αντιπρόεδρος Έρευνας και Καινοτομίας του UCC και συνεργάτης στη μελέτη, σημείωσε πως «μελέτες όπως αυτή αναδεικνύουν πώς η βασική έρευνα μπορεί να οδηγήσει σε καινοτόμες λύσεις για σημαντικές κοινωνικές προκλήσεις. Αποκαλύπτοντας πώς η διατροφή στα πρώτα στάδια της ζωής διαμορφώνει τα εγκεφαλικά κυκλώματα που ρυθμίζουν την πρόσληψη τροφής, η εργασία αυτή ανοίγει νέες προοπτικές για παρεμβάσεις βασισμένες στο μικροβίωμα».

Η μελέτη, υπό τον συντονισμό του UCC, πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης (Ισπανία), το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ (Σουηδία) και το Ερευνητικό Κέντρο Τροφίμων Teagasc (Fermoy, Ιρλανδία) και χρηματοδοτήθηκε από το Research Ireland, μέσω κυβερνητικής υποτροφίας μεταπτυχιακών σπουδών, καθώς και από ερευνητική επιχορήγηση του Biostime Institute for Nutrition & Care.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα