“ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΑΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ, ΣΚΟΤΩΝΑΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ” – ΟΙ ΣΟΥΔΑΝΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΕ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΠΛΕΥΡΗ

Οι άνθρωποι που τόσο το ευρωπαϊκό όσο και το ελληνικό δικαστήριο προστάτευσε από την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης για άμεση απέλαση, μιλούν στο Magazine.

Φοράει τα ίδια ρούχα με εκείνα που φορούσε όταν πριν από ενάμιση μήνα έμπαινε στη βάρκα από τη Λιβύη για την Ελλάδα. «Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος, μπήκαν στο σπίτι μας, απήγαγαν την αδερφή μου και τον αδερφό μου. Σήμερα ξέρω πως την αδερφή μου την σκότωσαν. Ο αδερφός μου αγνοείται». Ο 19χρονος Σουδανός, ένας από εκείνους που έφτασαν στην Κρήτη τον Ιούλιο, διηγείται στο Magazine, πώς τον βασάνισαν 29 ημέρες στη φυλακή στο Σουδάν και πώς κατάφερε να αποδράσει, πώς τον πούλησαν σε εργοδότες στη Λιβύη και πόσα χρήματα του ζήτησαν οι διακινητές για να τον φέρουν από το Τομπρούκ στην Ελλάδα πάνω σε μια επικίνδυνη βάρκα με 37 ακόμη άτομα, η οποία άρχισε να μπάζει νερά στη δεύτερη μέρα του ταξιδιού. «Όταν μας ανέβασαν στο πλοίο του Λιμενικού έδειραν αρκετούς από εμάς. Εδώ, στην Αμυγδαλέζα δεν μας δίνουν καν σαπούνι να πλυθούμε» περιγράφει.

Το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δικαστήριο κατά της υπουργικής απόφασης Πλεύρη για απέλαση

 

Πρόκειται για έναν από τους οκτώ Σουδανούς που τόσο το ελληνικό όσο και το ευρωπαϊκό δικαστήριο προστάτευσε από άμεση απέλαση και επιστροφή στην Αφρική. Παρά το γεγονός πως η κυβέρνηση υπερψήφισε στις 11 Ιουλίου τροπολογία για τρίμηνη αναστολή ασύλου και άμεση επιστροφή όσων μπαίνουν στη χώρα από τη Βόρεια Αφρική χωρίς καταγραφή, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, τη Δευτέρα 25 Αυγούστου, έκανε δεκτά τα αιτήματα των προσφύγων χορηγώντας τους προσωρινή διαταγή κατά των αποφάσεων επιστροφής τους και διέταξε την προσωρινή αναστολή της απομάκρυνσής τους από τη χώρα μέχρι την έκδοση αποφάσεων επί των εκκρεμών Αιτήσεων Αναστολής.

«Υπενθυμίζουμε ότι, μεταξύ άλλων, ο Συνήγορος του Πολίτη , η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, ο Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης καθώς και 109 Οργανώσεις υπεράσπισης δικαιωμάτων του ανθρώπου, μεταξύ αυτών και το ΕΣΠ, έχουν υπογραμμίσει ότι η πρόσφατη τροπολογία, που αναστέλλει την πρόσβαση στο άσυλο για 3 μήνες, δεν είναι σύμφωνη με το διεθνές προσφυγικό δίκαιο, το διεθνές δίκαιο δικαιωμάτων του ανθρώπου και το δίκαιο της ΕΕ, που δεσμεύουν την Ελλάδα, χωρίς να προβλέπεται καμία δυνατότητα παρέκκλισης από την εφαρμογή τους», ανέφερε σε ανακοίνωσή του το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες που εκπροσώπησε 4 από τους Σουδανούς που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη.

Το ελληνικό, ήταν το δεύτερο δικαστήριο που προστάτευσε τους αιτούντες Άσυλο, αφού στις 14 Αυγούστου, είχε προηγηθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο χορήγησε ασφαλιστικά μέτρα στους Σουδανούς, ζητώντας από την Ελληνική κυβέρνηση να μην τους απομακρύνει από τη χώρα.

Μάλιστα αυτή η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ήταν και η αφορμή πριν από δέκα περίπου ημέρες να υπάρξει έντονη ενόχληση στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, με τον υπουργό Θάνο Πλεύρη να αποφασίζει να προωθήσει «τιμωρητική» νομοθετική πρωτοβουλία για διαγραφή από το Μητρώο και αποκλεισμό από την πρόσβαση στις δομές, όποιας μη κυβερνητικής Οργάνωσης παρέχει νομική υποστήριξη σε αιτούντες άσυλο που θέλουν να αντιταχθούν στη μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης για να προστατευτούν.

Credit Image: © Aristidis Vafeiadakis/ZUMA Press Wire

Απόδραση από τα βασανιστήρια στη φυλακή του Σουδάν

«Πριν τον πόλεμο είχα ένα περίπτερο. Αναγκάστηκα να φύγω από τη χώρα μόλις ξέσπασε ο εμφύλιος γιατί άρχισαν να κυνηγούν την οικογένειά μου λόγω της φυλής στην οποία ανήκουμε», λέει ο πρώτος από τους τέσσερις Σουδανούς που θέλησαν να διηγηθούν τις ιστορίες τους στο Magazine.  Αφού απήγαγαν την αδερφή του και τον αδερφό του, εκείνον τον συνέλαβαν και έμεινε 29 ημέρες στη φυλακή. «Με έδερναν κάθε μέρα. Ήμασταν στοιβαγμένοι σε ένα χώρο, άνδρες, γυναίκες και ηλικιωμένοι. Μια φορά την ημέρα μας έφερναν λίγο ψωμί. Όσο ήμουν φυλακισμένος με έστελναν να δουλεύω καθαρίζοντας γραφεία. Μια ημέρα με είχαν στείλει μαζί με έναν ακόμη να καθαρίσουμε σε ένα μέρος μακριά από το κέντρο της πόλης. Μαζί μας ήταν ένας φύλακας, ο οποίος λόγω της ζέστης κάποια στιγμή έκατσε σε μια σκιά και μας έχασε από το οπτικό του πεδίο. Λέω στον άλλον που ήμασταν μαζί: “Μοχάμεντ τώρα είναι η ευκαιρία μας να φύγουμε”. Και αποδράσαμε».

Διακινητές τον πήγαν με βαν μέσω του γειτονικού Τσαντ στη Λιβύη σε ένα ταξίδι που κράτησε 17 ημέρες. «Στη Λιβύη έμεινα για 1 χρόνο και 7 μήνες. Με συνέλαβε η Αστυνομία αρκετές φορές. Τη μια από αυτές με απέλασαν και με έστειλαν στα σύνορα Λιβύης-Τσαντ και κατάφερα να γυρίσω. Δούλεψα κάποιους μήνες σε ένα μαγαζί με καθαριστικά χωρίς να με πληρώνουν».

13.000 δηνάρια για να ανέβει στη βάρκα

Βλέποντας πως στη Λιβύη δεν θα είναι ασφαλής αποφάσισε να περάσει στην Ευρώπη. «Είδα πως δεν γινόταν να ζήσω εκεί. Ήμουν σε δουλειά που δεν με πλήρωνε, χωρίς χαρτιά, δεν με έβλεπαν καν σαν άνθρωπο. Αποφάσισα να έρθω στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας γιατί πίστευα πως εδώ θα βρω καλύτερη αντιμετώπιση».

Έχοντας μαζί του χρήματα από τον καιρό που δούλευε στο Σουδάν, αναζήτησε και βρήκε διακινητές για να τον περάσουν στην Κρήτη. «Το ταξίδι κόστιζε 13.000 δηνάρια Λιβύης (σ.σ.: περίπου 2.000 ευρώ). Τους πλήρωσα και ανέβηκα σε μια βάρκα που ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και θα μας πήγαινε στην Κρήτη». Μετά από δύο ημέρες επικίνδυνου ταξιδιού, η βάρκα άρχισε να μπάζει νερά και οι 38 επιβάτες άρχισαν να ζητούν βοήθεια, μέχρι που τους περισυνέλλεξε το Λιμενικό.

“Το ελληνικό Λιμενικό μας περικύκλωσε και μας χτύπησε”

«Χτύπησαν αρκετούς από εμάς», λέει ο 19 χρόνος. Το ίδιο περιγράφει και ένας ακόμη συνομήλικός του που βρισκόταν στην ίδια βάρκα και σήμερα είναι και εκείνος στην Αμυγδαλέζα. «Μας περικύκλωσαν και μας χτύπησαν. Για δύο μέρες δεν μας έβγαζαν στη στεριά, ήμασταν πάνω στο σκάφος του Λιμενικού. Την τρίτη μέρα κατεβήκαμε στην Κρήτη και τότε μόνο μας έφεραν φαγητό. Κατέγραψαν τα στοιχεία μας και μετά μας έφεραν στην Αμυγδαλέζα».

Εκείνος ξεκίνησε το ταξίδι του από το Σουδάν το καλοκαίρι του 2023, λίγο καιρό αφότου ξέσπασε ο πόλεμος. «Ήμουν 17 χρονών όταν έφυγα. Μέχρι τότε εγώ και η οικογένειά μου δεν είχαμε προβλήματα. Πήγαινα στο σχολείο μου, είχαμε μια απλή και ήρεμη ζωή. Ο πατέρας μου δούλευε και πήγαινα κι εγώ για δουλειά».

Στην περιοχή που έμενε, στο Νταρφούρ, οι παραστρατιωτικές ομάδες άρχισαν να κυνηγούν ανθρώπους της φυλής του. «Σε ρωτάνε σε ποια φυλή ανήκεις και σε σκοτώνουν. Τις ημέρες που προσπαθούσαμε να φύγουμε μέσω κάποιων διακινητών, μας σταμάτησαν και σκότωσαν πολλούς μπροστά στα μάτια μου. Εμένα με συνέλαβαν μαζί με τον πατέρα μου και τον αδερφό μου. Τους είπαμε ότι δεν ανήκουμε στη φυλή που κυνηγούν. Έμαθαν ότι τους λέμε ψέματα και μας βασάνισαν. Τα σημάδια είναι ακόμα στο σώμα μου», περιγράφει.

Αναχώρηση μεταναστών από την Κρήτη EUROKINISSI

“Παίρνουν τους νέους για να τους στρατολογήσουν”

«Πολλά από τα νεαρά αγόρια τα παίρνουν και τα βάζουν να πολεμούν για λογαριασμό τους. Αυτό έχει συμβεί στον πρώτο ξάδερφό μου και ακόμη δεν έχουμε νέα του. Προσπάθησαν να πάρουν κι εμένα. Όμως όταν μας σταμάτησαν στα σύνορα με το Τσαντ, βρέθηκε ένας άνθρωπος που τους έπεισε να με αφήσουν να φύγω, λέγοντάς τους να με λυπηθούν γιατί φεύγω από τη χώρα».

Στο Τσαντ έμεινε σε ένα καμπ, όπου το φαγητό ήταν ελάχιστο και οι συνθήκες μη βιώσιμες. Προσπάθησε να βρει τρόπο να δουλέψει, δεν τα κατάφερε και έτσι μέσω άλλων διακινητών πέρασε παράνομα στη Λιβύη όπου έμεινε για 2 χρόνια. «Εκεί με “αγόρασαν” κάποιοι που είναι σε συνεννόηση με τους διακινητές. Οι διακινητές σε πάνε κατευθείαν σε αυτούς και σε παίρνουν για να δουλεύεις. Επειδή όμως ήμουν παράνομος, χωρίς χαρτιά, κάποια στιγμή με συνέλαβε η Αστυνομία. Έμεινα περίπου 1 μήνα στη φυλακή. Κοιμόμουν και πήγαινα  τουαλέτα στο ίδιο σημείο. Ελάχιστο φαγητό και δεν μπορείς να κάνεις μπάνιο. Στη Λιβύη είναι σαν να μην υπάρχει κράτος. Η Αστυνομία συνεννοείται με όσους χρειάζονται εργάτες. Έτσι έγινε και με εμένα. Ο εργοδότης μου πήγε και πλήρωσε την Αστυνομία για να με βγάλει από τη φυλακή.  Φυσικά εμένα δε με πλήρωνε γιατί μου έλεγε “σε έχω ήδη πληρώσει για να βγεις από τη φυλακή”. Έπρεπε να γλιτώσω από αυτή τη ζωή, να φύγω για την Ευρώπη. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Αποφάσισα να διαλέξω έναν επικίνδυνο και παράνομο δρόμο και βρήκα διακινητές να με ανεβάσουν σε μια βάρκα».

Ο αδερφός του, που έφυγε μαζί του από το Σουδάν, έχει μείνει πίσω στη Λιβύη. «Δουλεύει για αυτούς για να ξεπληρώσει το χρέος μας, για το γεγονός ότι εγώ έφυγα».

Βλέποντας τη βάρκα με την οποία θα ταξίδευαν για την Κρήτη, ο 19χρονος δεν ήταν αισιόδοξος. Η βάρκα ήταν επικίνδυνη και σε πολύ κακή κατάσταση. «Όταν ανεβήκαμε εγώ δεν είχα ελπίδα ότι θα φτάσουμε. Αποφάσισα να το ρισκάρω, μήπως τα καταφέρουμε. Κάποια στιγμή άρχισε να μπάζει νερά, φτάνοντας προς την Ελλάδα. Τότε ήρθε το Λιμενικό».

“Ήθελα να σπουδάσω ηλεκτρολόγος”

Μαζί τους, στην Αμυγδαλέζα, βρίσκεται ο τρίτος από τους Σουδανούς που έχει προστατεύσει το δικαστήριο από την απέλαση. Ο 20χρονος, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος πήγαινε στο σχολείο και είχε όνειρο να σπουδάσει και να γίνει ηλεκτρολόγος, όμως η ζωή του έχει πάρει τελείως διαφορετική τροπή. «Με φυλάκισαν και με βασάνισαν. Μέσω διακινητών πήγα στο Τσαντ και από εκεί στη Λιβύη όπου έμεινα περίπου 7 μήνες. Οι διακινητές με έδωσαν σε κάποιον που είχε χωράφια και δούλευα εκεί. Κοιμόμουν κάτω από τα δέντρα, δεν με άφηναν να κυκλοφορήσω στην πόλη. Κάποια στιγμή κατάφερα να βγω και να γνωρίσω διακινητές στο Τομπρούκ οι οποίοι με ανέβασαν στη βάρκα για την Ελλάδα», διηγείται.

Όπως περιγράφει, φοβήθηκε πάρα πολύ βλέποντας τους Λιμενικούς να χτυπούν μπροστά στα μάτια του. «Εμένα δεν με χτύπησαν αλλά ήταν δύσκολο να βλέπω να συμβαίνει αυτό μπροστά στα μάτια μου. Έφυγα από κάπου που είχα υποστεί βια και σοκαρίστηκα που ήρθα εδώ και χτυπούσαν άτομα πάνω στη βάρκα. Εδώ που είμαστε σήμερα, στην Αμυγδαλέζα, αν χρειάζεσαι γιατρούς θα πρέπει να το ζητήσεις πολλές φορές, κάθε φορά θα σου πουν ότι θα έρθει αύριο-μεθαύριο, αλλά τίποτα. Μας δίνουν φαγητό. Για νερό υπάρχει μια βρύση και από εκεί πίνουμε πάνω από 100 άτομα, χωρίς να υπάρχει ποτήρι. Πίνουμε από τη χούφτα μας», εξηγεί. Αυτό το οποίο επιμένει να ζητά είναι σαπούνι, καθώς και εκείνος φοράει ακόμη τα ίδια ρούχα που φορούσε στο ταξίδι, ενάμιση μήνα μετά.

“Στη Λιβύη μου έδιναν ίσα για να φάω”

Το ίδιο περιγράφει και ο τέταρτος Σουδανός που μίλησε στο Magazine από την Αμυγδαλέζα. «Δεν μας έχουν δώσει ρούχα. Μας έδωσαν στην αρχή ένα σαπούνι αλλά τώρα μας το έκοψαν πάλι και το χρειαζόμαστε για να πλύνουμε τα ρούχα που φοράμε. Φαγητό τρώμε δύο φορές τη μέρα, μια το πρωί και μια το απόγευμα», λέει ο 22χρονος.

«Δεν περιμέναμε να ξεσπάσει αυτός ο πόλεμος. Έχει ρατσιστικά κίνητρα. Σε ρωτάνε τι φυλή είσαι και απλά σε σκοτώνουν. Ήθελα να φύγω να συνεχίσω τις σπουδές μου γιατί με την οικογένειά μου δεν ήμασταν ασφαλείς», περιγράφει. «Έχουν σκοτώσει μέλη της οικογένειάς μου. Εμένα με συνέλαβαν στο Χαρτούμ, ενώ έφευγα με διακινητές προς τα σύνορα και με φυλάκισαν. Έφυγα και δούλεψα σε οικοδομή 22 ημέρες και έτσι κατάφερα να πληρώσω ξανά διακινητές για να με πάνε στη Λιβύη όπου έμεινα ένα χρόνο και δύο μήνες δουλεύοντας χωρίς λεφτά. Μου έδιναν ίσα ίσα για να φάω, μέχρι που βρήκα διακινητές ώστε να έρθω στην Ελλάδα. Μας ζήτησαν 13.000 δηνάρια για το ταξίδι. Ο αδερφός μου έχει μείνει πίσω στη Βεγγάζη», περιγράφει.

Οι 4 Σουδανοί που μίλησαν στο Magazine, όπως και όλοι όσοι ήρθαν από τη Βόρεια Αφρική το προηγούμενο διάστημα, στερούνται του δικαιώματός τους στο Άσυλο, μετά την απόφαση του υπουργείου Μετανάστευσης για 3μηνη αναστολή. Παρά το γεγονός πως τα δικαστήρια προστάτευσαν εκείνους και άλλους 4, προσωρινά, από άμεση απέλαση και επιστροφή στις χώρες όπου περιγράφουν πως βασανίστηκαν και κινδυνεύουν, εκείνοι καθημερινά ζουν στο κέντρο κράτησης Αμυγδαλέζας με τον φόβο πως θα απελαθούν, μετά την πολιτική που έχει υιοθετήσει η ελληνική κυβέρνηση.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα