Εθνικό είναι το παραγωγικό
Διαβάζεται σε 8'
Ή να δώσουμε πάσης φύσεως προνομιακή μεταχείριση στην Ελλάδα που ξυπνάει στις 6 το πρωί και νωρίτερα.
- 02 Ιανουαρίου 2026 14:19
Α. Ισχυρίζομαι ότι το εθνικό μας κλισέ, «να αλλάξουμε το παραγωγικό μοντέλο γιατί αυτό είναι το πρόβλημα», είναι βαθιά εσφαλμένο.
Ισχυρίζομαι ότι κακώς, κάκιστα, το πολιτικό σύστημα έχει διαχρονικά στοχοποιήσει τις παραδοσιακές παραγωγικές μας δυνάμεις.
Το πρόβλημα δεν είναι το παραγωγικό μας μοντέλο.
Το πρόβλημα είναι πως διαχρονικά, στην οικονομία και τους θεσμούς, δεσπόζει η Ελλάδα της κατανάλωσης εισαγόμενων προϊόντων κι όχι η Ελλάδα της παραγωγής.
Το πρόβλημα είναι ο καταναλωτικός μας εθισμός πάνω σε μία όχι ισχυρή παραγωγική βάση.
Διαχρονικά, οι εισαγωγές αγαθών αυξάνονται δυσανάλογα με τις εξαγωγές, το εμπορικό έλλειμμα εξωθεί σε δημοσιονομικά ελλείμματα και συνεχή αύξηση του απόλυτου μεγέθους του χρέους.
Το πρόβλημα είναι η Ελλάδα που αντλεί ευτυχία όταν καταναλώνει κι όχι όταν παράγει.
Το πρόβλημα είναι η Ελλάδα που ωθεί τα παιδιά της να γίνονται υπάλληλοι αντί να γίνονται αγρότες και κτηνοτρόφοι.
Οξύ δημογραφικό, συνταξιοδοτικό και στεγαστικό πρόβλημα, πρόβλημα άμυνας και ασφάλειας δεν έχει η Ελλάδα που παράγει, η αγροτική, η κτηνοτροφική, η βιοτεχνική, η μεταποιητική. Η Ελλάδα της εισαγόμενης κατανάλωσης έχει.
Στη χρεοκοπία του 2009 η Ελλάδα της εισαγόμενης κατανάλωσης μας οδήγησε.
Β. Το παραγωγικό μας μοντέλο είναι μικρό κι αδύναμο αλλά αποτελεί ένα από τα λίγα σταθερά μας θεμέλια και για αυτό να λέμε, πάλι καλά που το έχουμε κι αυτό.
Η παραγωγική μας βάση χρειάζεται συστηματική στήριξη, κεφαλαιακή ενίσχυση και διαρκή τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
Το εμπόδιο για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου δεν είναι οι παραδοσιακοί κλάδοι της οικοδομής και του τουρισμού ή της ναυτιλίας και του αγροτοκτηνοτροφικού τομέα, που έχουν προσφέρει πολλά στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στις εξαγωγές, και μπορούν να προσφέρουν περισσότερα.
Ο τουρισμός -του οποίου η οικονομική συμπεριφορά είναι ίδια με των εξαγωγών που φέρνουν πολύτιμο νέο χρήμα στην εγχώρια οικονομία- εάν εκπονήσουμε ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων μονάδων προς την ποιότητα κι όχι την μαζικότητα.
Η ναυτιλία εάν στρέψουμε το εφοπλιστικά κέρδη που κατευθύνονται σήμερα κυρίως σε χαμηλής παραγωγικότητας επενδύσεις, όπως το real estate, προς εγχώριες επενδύσεις στον τεχνολογικό τομέα.
Ο κατασκευαστικός κλάδος εάν τον αντιληφθούμε ως την ελπίδα για την αστική αναγέννηση και την ανοικοδόμηση των άσχημων κι αφόρητων πόλεων που έχτισε η αντιπαροχή στις δεκαετίες μετά το 1950.
Ο αγροτοδιατροφικός τομέας μέσα και από συνεταιριστικά σχήματα νέου τύπου και κυρίως μέσα από την είσοδο χιλιάδων νέων αγροτών που είναι απαραίτητοι, έχει σπουδαίο εθνικό ρόλο να επιτελέσει στην υποκατάσταση των εισαγωγών, όσο εισάγουμε την πλειοψηφία του κρέατος και των αγροτικών προϊόντων που καταναλώνουμε.
Το βασικό εμπόδιο για τον εκσυγχρονισμό κι εμπλουτισμό του παραγωγικού μας μοντέλου είναι η Ελλάδα της κατανάλωσης εισαγόμενων προϊόντων, καθώς και η έλλειψη εθνικών στρατηγικών σχεδίων ανάπτυξης των παραδοσιακών κλάδων παραγωγής της οικονομίας. Τέτοια δεκαετή εθνικά στρατηγικά σχέδια ανά παραδοσιακό κλάδο παραγωγής είναι απόλυτη προτεραιότητα να εκπονηθούν.
Γ. Στρατηγική για την ενίσχυση ελληνικών τεχνολογικών επιχειρήσεων. Στοχευμένη προσέλκυση εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, ιδίως στον τομέα της άμυνας.
Στις μέρες μας η τεχνολογική ανάπτυξη, ιδιαίτερα το μέτωπο της τεχνητής νοημοσύνης (AI), των ημιαγωγών (ο «νέος χάλυβας» της γεωπολιτικής ισχύος), του cloud, του Internet of Things, του cybersecurity, οδηγούν την ανθρωπότητα κυριολεκτικά σε μια νέα εποχή.
Και το ερώτημα είναι πώς θα εισέλθει η πατρίδα μας σε αυτήν;
Θα εισέλθει όπως μέχρι σήμερα, δηλαδή ως παθητικός καταναλωτής που στην πορεία θα καταρρεύσει ολοκληρωτικά ή ως συμπαραγωγός;
Το ερώτημα έχει κατά τη γνώμη μου ιστορική σημασία, ιδίως όσον αφορά την αμυντική θωράκιση της πατρίδας μας, καθώς και της Κύπρου τηρουμένων των αναλογιών.
Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντληθεί από το μέγα εθνικό ολίσθημα της σημερινής κυβέρνησης η οποία ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος των νέων αμυντικών εξοπλισμών σε μαχητικά αεροσκάφη και φρεγάτες για τις επόμενες δεκαετίες, χωρίς να εξασφαλίσει για την πατρίδα μας την παραμικρή συμμετοχή ελλήνων επιστημόνων ή την συμπαραγωγή ελληνικών εταιρειών στο σκέλος της νέας τεχνολογίας των νέων αυτών υπερσύγχρονων όπλων. Στέρησε από τη χώρα μία μοναδική ευκαιρία. Στέρησε τεχνογνωσία, θέσεις εργασίας και τεχνολογική ανάπτυξη.
Η προοδευτική παράταξη οφείλει να είναι η πολιτική δύναμη που θα μετατρέψει την ψηφιακή επανάσταση και την τεχνητή νοημοσύνη από απειλή για την κατάλυση της ελευθερίας σε συλλογικό κέρδος. Θα αποτρέψει την αδιαφανή και αντιδημοκρατική αξιοποίησή της.
Η πατρίδα μας για να εισέλθει στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης ως συμπαραγωγός, είναι μονόδρομος να στηρίξει τις ελληνικές επιχειρήσεις παραγωγής τεχνολογίας.
Όμως να το πούμε καθαρά. Δεν αρκούν αυτές.
Η Ελλάδα θα εισέλθει στην εποχή ψηφιακής επανάστασης ως συμπαραγωγός, μόνον εάν προσελκύσει εταιρείες που παράγουν τεχνολογία, ξεκινώντας για ευνόητους λόγους από την αμυντική τεχνολογία.
Άλλωστε μόνον εάν προσελκύσουμε ξένες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας θα φέρουμε πίσω τους νέους επιστήμονες που χάσαμε με το brain drain. Του νέους Έλληνες κι Ελληνίδες επιστήμονες δεν τους πήραν κοντά τους ξένα κράτη. Ξένες εταιρείες τους προσέλκυσαν.
Χώρες μεταξύ πολλών άλλων, όπως η Φινλανδία και η Νότια Κορέα χρησιμοποίησαν την αμυντική βιομηχανία ως μοχλό τεχνολογικής μετάβασης.
Οι πρόσφατες πολεμικές αναμετρήσεις στην Ουκρανία και στη Γάζα, απέδειξαν ότι η επιβίωση μιας χώρας εξαρτάται πλέον από drones, αυτόνομες πλατφόρμες, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοάμυνα — όλα τεχνολογίες στις οποίες η Ελλάδα συμμετέχει ελάχιστα παραγωγικά.
Υπό αυτήν την έννοια θα έχει ιστορική αξία μια απόφαση να δώσουμε τα μεγαλύτερα και πιο προχωρημένα κίνητρα που επικρατούν διεθνώς, για να προσελκύσουμε εταιρείες που παράγουν υψηλή τεχνολογία, με καθιέρωση φορολογικών υπέρ-αποσβέσεων σε επενδύσεις σε καινούργια σύγχρονα μηχανήματα και τεχνολογικό εξοπλισμό.
Αρκεί σε κάθε άμεση, ξένη επένδυση που θα πραγματοποιείται στην πατρίδα μας και θα απολαμβάνει αυτά τα κίνητρα, να συμπράττουν ελληνικές εταιρείες τεχνολογίας κι ελληνικό επιστημονικό δυναμικό.
Η συμπαραγωγή να είναι αναγκαία προϋπόθεση.
Ο τεχνοκρατικός στόχος: άνοδος του σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, αύξηση των επενδύσεων με έμφαση στην τεχνολογία και στις πράσινες επενδύσεις, από το 15% του ΑΕΠ στο 22–23% που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος. Προς το παρόν το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ παραμένει το δεύτερο χαμηλότερο στους 27.
Δ. Για όλα τα παραπάνω υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: να αντιμετωπισθεί το τραπεζικό καρτέλ. Η παραγωγική Ελλάδα είναι ουσιαστικά υποχρηματοδοτούμενη από τις 4 συστημικές τράπεζες.
Τα δάνεια δίνονται με το σταγονόμετρο, ενώ τα κέρδη των συστημικών τραπεζών στηρίχθηκαν σε εναρμονισμένες πρακτικές που διατήρησαν τα επιτόκια δανεισμού σε επίπεδα από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη και το περιθώριο επιτοκίου (διαφορά επιτοκίου χορηγήσεων και καταθέσεων) σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο των άλλων χωρών.
Η ευθύνη των αρμόδιων εγχώριων (Τράπεζα της Ελλάδας) και ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) είναι πραγματικά πολύ μεγάλη για αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση και η προοδευτική αντιπολίτευση θα έπρεπε αυτό ήδη να το έχει καταστήσει σαφές στην ελληνική κοινωνία με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.
Ε. Πρέπει να δώσουμε απόλυτη προτεραιότητα στην Ελλάδα που παράγει κι όχι στην Ελλάδα που καταναλώνει.
Αυτό οφείλει να είναι πλέον το πρωταρχικό -εθνικό- μας μέλημα.
Να δώσουμε προνομιακή, πάσης φύσεως, μεταχείριση στην Ελλάδα που ξυπνάει στις 6 το πρωί ή και νωρίτερα. Στην Ελλάδα του μόχθου και της δημιουργίας.
Με κάθε μέσο άσκησης δημόσιας πολιτικής.
Φορολογικό, ασφαλιστικό, μέσα από τις πολιτικές κινήτρων, μέσα από κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που εισάγεται στο Κοινοβούλιο.
Για παράδειγμα, τα έσοδα από την εξόρυξη ελληνικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων -εάν υπάρξουν- να κατευθυνθούν στο παραγωγικό σύστημα της χώρας κι όχι στο ασφαλιστικό της σύστημα όπως απολύτως λανθασμένα νομοθετήθηκε το 2013.
Η Ελλάδα της παραγωγής πρέπει να έχει διακριτή νομοθετική μεταχείριση από την Ελλάδα της κατανάλωσης.
Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να έχει στο επίκεντρό της μια τέτοια μικρή θεσμική επανάσταση, αναδεικνύοντας τον ξεχωριστό και σπουδαίο ρόλο που επιτελούν όσοι παράγουν. Άλλωστε Νόμπελ οικονομίας πήραν οι Ατζέμογλου, Τζόνσον και Ρόμπινσον, που ανέδειξαν τη σπουδαιότητα των θεσμών ως προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.
Ο επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ας είναι επιτέλους ένας ή μία από τους Έλληνες που παράγουν και δημιουργούν.
ΣΤ. Συμπέρασμα: έχει έρθει η ώρα για μια ριζικά νέα κουλτούρα οικονομικής πολιτικής.
Έχει έρθει η ώρα να αλλάξουμε το βασικό αξιακό προσανατολισμό στην ελληνική οικονομία. Πρέπει εμπλέκοντας και το εκπαιδευτικό μας σύστημα, να πάψουμε να πιστευούμε στον «Θεό» της κατανάλωσης εισαγόμενων αγαθών.
Πρέπει να αρχίσουμε να πιστεύουμε σε ένα νέο «Θεό», τον «Θεό» της παραγωγής.
Να καθιερώσουμε ως μια νέα – μεγάλη – εθνική ιδέα πως : «Οτιδήποτε παράγεται στην πατρίδα μας είναι χρυσός».
Εθνικό είναι το αληθές, εθνικό είναι το παραγωγικό.
(Αύριο Σάββατο ακολουθεί «η από-αττικοποίηση του μέλλοντός μας»)