Ο πραγματικός λόγος για να δεις το Ριφιφί του Σωτήρη Τσαφούλια

Διαβάζεται σε 6'
Ριφιφί
Ριφιφί Cosmote TV

Το “Ριφιφί” είναι εμπνευσμένο από τη ληστεία στην τράπεζα Εργασίας το 1992. Ωστόσο η ληστεία καθαυτή, δεν είναι ο κύριος λόγος που κάνει τη σειρά ξεχωριστή.

Το Ριφιφί δεν “χαρίζεται”. Ο Σωτήρης Τσαφούλιας έστησε μια σειρά στιβαρή, με χαρακτήρες που είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Άνθρωποι που ο καθένας κουβαλάει το προσωπικό του τραύμα, άνθρωποι της βιοπάλης και της κρίσης σε μια Ελλάδα των 90’s που βάδιζε με σπασμένα φρένα προς το ευρώ εντός των μεταρρυθμιστικών ψευδαισθήσεων. Η “φούσκα” της ευρωστίας δεν αφορούσε τους πάντες. Την εποχή των παχυλών δανείων κάποιοι καθημερινοί εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι, προσπαθούσαν να σώσουν ό,τι σώζεται.

Η σειρά “πατάει” σε αληθινές ιστορίες. Όχι μία, αλλά διαφορετικές. Η μυθοπλασία βασίζεται ωστόσο σε ένα συνεκτικό κορμό: Το μοίρασμα του βιώματος και τον κοινό στόχο. Μπορεί να υπάρχουν κάποιες “εύκολες” διατυπώσεις κατά του Συστήματος εν γένει, ωστόσο μικρή σημασία έχει αυτό. Σημασία έχει το πώς μια γυναίκα, η Όλγα (Ευαγγελία Μουμούρη), εμπνέει και εμπνέεται μέσα από το προσωπικό της πένθος. Δεν θα κάνουμε spoiler εδώ, δεν είναι αυτό το νόημα.

Η σειρά καταφέρνει να κάνει πολλά βήματα προς τη “σωστή” κατεύθυνση, φέρνοντας σε πρωταγωνιστικούς ρόλους ανθρώπους που δεν είναι συνήθως “εκεί έξω”. Ο Δήμος Γιγαντάκης στον ρόλο του Αργύρη, ένα μικροαπατεώνα με νανισμό και φοβερή ικανότητα στο να κλέβει αυτοκίνητα, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Το “Γιγαντάκης” άλλωστε είναι ψευδώνυμο, γίγαντα τον φώναζε ένας κολλητός του και το κράτησε. Ο Δήμος ζει μόνιμα στην Αμερική για λόγους υγείας καθώς όπως έχει δηλώσει, εκεί μπόρεσε να βρει πιο εξειδικευμένη γνώση για την πάθησή του. Στην Ελλάδα γύρισε για “χάρη” του Σωτήρη Τσαφούλια και του Ριφιφί.

Στο Ριφιφί, ο Αντώνης – Βλαδίμηρος Κυριακίδης, είναι ο ψηλός “αδερφός” του Αργύρη. Έχει παίξει ξύλο γι’ αυτόν, βγαίνει μπροστά όποτε χρειαστεί, είναι εκεί ο ένας για τον άλλο. Νεκροθάφτης στο επάγγελμα, σε έναν ρόλο που αποτελεί “φόρο τιμής” για το θρυλικό The Κόπανοι. Οι δυο τους χαρίζουν και τις καλύτερες ατάκες στη σειρά που “σπάνε” την ατμόσφαιρα όταν εκείνη βαραίνει.

Και όπως λέει ο Αντώνης, “Μόνο αυτόν εδώ έχω. Που είναι γεμάτος καλοσύνη και αγάπη. Θέλει αρχίδια να γεννηθείς έτσι σ’ αυτή τη χώρα”. Για να απαντήσει ο “γίγαντας”: “Θα ‘δινα και τη ζωή μου για πάρτη του. Σ’ αγαπάω ρε”.

Η δε προσέγγιση της ιστορίας της Χριστίνας, της αδερφής του Βάκη (Πάνος Βλάχος), είναι εξαιρετική. Τον ρόλο υποδύεται η Έλη Δρίβα, η οποία είναι ανάπηρη και χρήστρια αναπηρικού αμαξιδίου. Η Χριστίνα είναι ευφυής, φροντιστική και επί της ουσίας “λειτουργεί” ως συνδετικός “κρίκος”. Μιλάει ανοιχτά για τα συναισθήματά της και όταν έρχεται η κρίση να χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού της, λαμβάνει τελικά την υποστήριξη που της αξίζει από τον αδερφό της που για “χάρη” της, ανοίγεται κι εκείνος για πρώτη φορά. Όταν εκείνη αισθάνεται πως είναι “οικονομικό βάρος” για τον πατέρα και τον αδερφό της, ο Βάκης της υπενθυμίζει πως “προβληματικοί” είμαστε εμείς που δεν έχουμε εξασφαλίσει όσα πρέπει για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

Με δικά του λόγια: “Εμείς είμαστε οι ανάπηροι που δεν μπορούμε να μοιραστούμε τίποτα, ούτε τους δρόμους, ούτε τα πεζοδρόμια, ούτε τις ταβέρνες μας με κάποιον που είναι διαφορετικός από εμάς, απλά η δική μας αναπηρία δεν φαίνεται!” (από το 1992 ως σήμερα, λίγα έχουν αλλάξει).

Στην πορεία των επεισοδίων, στο πρόσωπό της ο Νίκος (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος) ανακτά πάλι αβίαστα το χαμόγελό του. Η Χριστίνα αναδεικνύεται ως η σταθερή δύναμη της οικογένειας ζώντας τις μέρες της στωικά, με χιούμορ. “Το χιούμορ είναι ίδιον των ευφυών ανθρώπων”, όπως της λέει ο Νίκος. Μέσα στο σκοτάδι του, βλέπει τελικά φως στα μάτια της Χριστίνας.

 

Και στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί ο ρόλος του Θέμη (Αχιλλέας Ζέρβας), του σερβιτόρου του ζαχαροπλαστείου όπου η Όλγα πηγαίνει κάθε μέρα μετά τη δουλειά της. Ο Θέμης είναι ένα ήσυχο παιδί, έχει τραυλισμό και αποκαλύπτει πως από μικρό παιδί ήταν “ο χαζός”, όντας θύμα εκφοβισμού. Η ετερόκλητη “παρέα” τον δέχεται στους κόλπους της ως ισότιμο μέλος. Να σημειωθεί πως ο πρωτοεμφανιζόμενος Αχιλλέας Ζέρβας, είναι τραυλός και στην πραγματική του ζωή, κάτι όμως που μπορεί να αποβάλλει όταν ερμηνεύει. Η ένταξή του στο cast ήταν μάλιστα προσωπική επιλογή του Σωτήρη Τσαφούλια.

Εξαιρετική είναι και η παρουσίαση της σχέσης του Μιχάλη (Προμηθέας Αλειφερόπουλος) με τον πατέρα του Τάσο (Άρης Λεμπεσόπουλος), ο οποίος αντιμετωπίζει με σθένος τη νόσο του, στηρίζοντας παράλληλα τον φυλακισμένο γιο του. Ο Τάσος εξυμνεί την ομορφιά των απλών πραγμάτων στη ζωή. Το μόνο που θέλει, είναι να μπορέσει να πάρει ξανά την ψαρότρατά του και να “ανοιχτεί” στη θάλασσα.

Πέραν από τους μη “χάρτινους” χαρακτήρες, ο Τσαφούλιας επιλέγει στο Ριφιφί ηθοποιούς που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα ως έχει, όχι κάτι το εξιδανικευμένο. Η συμπερίληψη εδώ δεν είναι τύποις συμπερίληψη, αλλά ουσιαστική και παρουσιάζεται με έναν απολύτως φυσικό τρόπο. Είτε μιλάμε για ορατές αναπηρίες, είτε για αόρατες που άπτονται θεμάτων ψυχικής υγείας, η διαχείριση των προσώπων που εμπλέκονται στο σενάριο είναι αξιοσημείωτη και παραδειγματική.

Στο Ριφιφί δεν υπάρχει “διαφορετικότητα” αλλά “παρέα”.

Διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικό υπόβαθρο αλλά με ένα κοινό στόχο: Να ζήσουν καλύτερα μέσα σε έναν κόσμο που τους απαξιώνει, τους φέρνει στα όριά τους, τους πετάει στις σκιές, είτε είναι ανάπηροι είτε όχι.

Πώς μεταδόθηκε η “ληστεία του αιώνα” τον Δεκέμβριο του 1992:

Η σειρά είναι εν μέρει εμπνευσμένη από τη θρυλική ληστεία στην Τράπεζα Εργασίας το 1992, όπου άγνωστοι αφαίρεσαν τεράστια ποσά μέσα από θυρίδες. Παρόλα αυτά το τελικό σενάριο είναι προϊόν μυθοπλασίας, αντλώντας υλικό και από άλλες ιστορίες που “σημάδεψαν” τη δεκαετία των 90s.

Για την ιστορία, οι δράστες του αληθινού ριφιφί του Δεκεμβρίου του 1992 έφυγαν με κλοπιμαία αξίας 5 δισ. δραχμές, δηλαδή 14,7 εκατ. ευρώ. Μέχρι σήμερα παραμένουν άφαντοι. Την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε η δυνατότητα ανίχνευσης DNA, οι μέθοδοι εντοπισμού δραστών με κάμερες και η άρση απορρήτου σε κινητά τηλέφωνα ενώ τα δακτυλικά αποτυπώματα ήταν ελάχιστα, και κανένα εξ αυτών, χρήσιμο.

Η Τράπεζα Εργασίας επικήρυξε με 200 εκατομμύρια δραχμές τους δράστες με την ελπίδα ότι κάποιος εμπλεκόμενος θα έδινε πληροφορίες.

Κάτι που δεν έγινε ποτέ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα