Άγγελος Αντωνόπουλος: “Ο Σλήμαν βάφτισε τη μάνα μου” – Οι ιστορίες που δεν ξέχασε ποτέ

Διαβάζεται σε 9'
Άγγελος Αντωνόπουλος: “Ο Σλήμαν βάφτισε τη μάνα μου” – Οι ιστορίες που δεν ξέχασε ποτέ
Βουγιουκλάκη - Αντωνόπουλος ΑΡΧΕΙΟ Finos Film

Ο σπουδαίος ηθοποιός Άγγελος Αντωνόπουλος που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού θεάτρου, με μια πορεία που ξεκίνησε αργά, στα 28 του χρόνια, και κράτησε περισσότερο από μισό αιώνα. Όσα είχε εξομολογηθεί σε εκπομπή της ΕΡΤ.

Ένας καλλιτέχνης με σπάνιο εκτόπισμα, ευγένεια και πνευματική καλλιέργεια, που άφησε πίσω του σπουδαίες θεατρικές, τηλεοπτικές και κινηματογραφικές ερμηνείες“. Έτσι αποχαιρέτησε η Finos Film τον Άγγελο Αντωνόπουλο, έναν καλλιτέχνη που το ταλέντο, το ήθος και ο ακέραιος χαρακτήρας του τον έκαναν πάντα να ξεχωρίζει. Ο γνωστός ηθοποιός έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στο Κοιμητήριο Καρύστου σε στενό κύκλο, καθώς επιθυμία του ίδιου ήταν να μην δημοσιοποιηθεί η είδηση του θανάτου του πριν από την ταφή.

Κι αν πολλοί από εμάς τον γνωρίσαμε μέσα από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, εκείνος σίγουρα ξεχώριζε μέσα του το θέατρο που τόσο αγάπησε από την πρώτη στιγμή. Με καταγωγή από τη Γορτυνία, ο Άγγελος Αντωνόπουλος μεγάλωσε στα Ταμπούρια και στην Αρχαία Ολυμπία. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν», από όπου και ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία στο θέατρο.

Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1961, στο έργο «Η άνοδος του Αρθούρου Ούι» του Μπρεχτ. Τη δεκαετία του ΄70 είχε συνεργαστεί με πολλούς θεατρικούς θιάσους, λαμβάνοντας μέρος σε παραστάσεις, κυριότερες των οποίων οι «Ερωτας των τεσσάρων συνταγματαρχών» του Ουστίνοφ, «Ο Γλάρος» του Τσέχωφ, «Τοβάριτς» του Ζακ ντε Βαλ, και «Ιούλιος Καίσαρ» του Σαίξπηρ. Υπήρξε για 35 χρόνια και δάσκαλος στην Σχολή Θεοδοσιάδη και στο Ωδείο Αθηνών, μια δουλειά που αγάπησε πολύ γιατί τον γοήτευε να συνεργάζεται με νέα παιδιά.

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος PAPADAKIS PRESS

Το ξεκίνημά του στο θέατρο καθώς και διάφορες ιστορίες από τη διαδρομή του είχε μοιραστεί στην εκπομπή της ΕΡΤ “Η Ζωή είναι Στιγμές” το 2019.

Η ιστορία του Άγγελου Αντωνόπουλου αρχίζει πολύ πριν από το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Αρχίζει μέσα στη φτώχεια, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Ο ίδιος θυμάται πως ανήκει σε μια γενιά που έζησε όλα τα μεγάλα τραύματα του 20ού αιώνα.

Άγγελος Αντωνόπουλος: “Ο αρχαιολόγος λεγόταν Σλήμαν και βάφτισε τη μάνα μου”

Μεγάλωσε στην Αρχαία Ολυμπία, εκεί όπου έζησε την πρώτη μέρα της εισόδου των Γερμανών στην Ελλάδα. Ως παιδί είδε τις μοτοσυκλέτες και τα γερμανικά κομβόι να μπαίνουν στην πόλη. Η εικόνα έμεινε χαραγμένη μέσα του: οι στρατιώτες ήταν τόσο καλυμμένοι από τη σκόνη της διαδρομής ώστε, όπως θυμάται, «δεν μπορούσες να διακρίνεις τη μηχανή από τον άνθρωπο».

Στην Ολυμπία έζησε και ένα περιστατικό που δεν ξέχασε ποτέ. Οι Γερμανοί στρατιώτες ύψωσαν τη γερμανική σημαία στο κτίριο όπου έμεναν οι Γερμανοί αρχαιολόγοι. Για τον νεαρό τότε Αντωνόπουλο η εικόνα έμοιαζε σχεδόν βλάσφημη. Οι αρχαιολόγοι εκείνοι είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στις ανασκαφές και στην επιστήμη. Τη νύχτα, όμως, η σημαία εξαφανίστηκε.

Ακολούθησαν συλλήψεις και ανακρίσεις. Οι ίδιοι οι Γερμανοί αρχαιολόγοι έτρεχαν στις αρχές για να σώσουν τους Έλληνες φίλους τους που είχαν συλληφθεί. Ο Αντωνόπουλος θυμόταν πάντα αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη σχέση και την Ιστορία.

Από εκείνα τα χρόνια κρατούσε και μια οικογενειακή ιστορία που τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Ο παππούς του, που φορούσε καθημερινά φουστανέλα, διατηρούσε μικρό υπόγειο μαγειρείο στην Ολυμπία. Εκεί σύχναζαν σιδηροδρομικοί, ταξιδιώτες και αρχαιολόγοι.

Άγγελος Αντωνόπουλος - Μπέτυ Αρβανίτη /Σ' Αγαπώ 1972 ΑΡΧΕΙΟ FINOS FILM

Όταν γεννήθηκε η μητέρα του, ο παππούς του το ανακοίνωσε με χαρά στους συνδαιτυμόνες και ένας από τους Γερμανούς αρχαιολόγους σηκώθηκε από το τραπέζι και είπε πως ήθελε να γίνει νονός της. Αργότερα όταν ήρθε η μέρα της βάπτισης έλειπε στις Μυκήνες, όμως ειδοποιήθηκε και επέστρεψε για να τηρήσει την υπόσχεσή του. Και το όνομα που διάλεξε ήταν Μυκήνα.

«Ο αρχαιολόγος λεγόταν Σλήμαν και βάφτισε τη μάνα μου», θυμόταν ο Αντωνόπουλος με εμφανή συγκίνηση. Η ανάμνηση αυτή τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.

Χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μια άλλη εικόνα θα τον σημάδευε. Στο θέατρο Ρεξ επρόκειτο να μιλήσει ο συγγραφέας της παγκόσμιας ιστορίας του θεάτρου. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Λίγο πριν αρχίσει η ομιλία ακούστηκε δυνατά μια φωνή: «Μια θέση για τον κύριο Βάρναλη». Μέσα σε δευτερόλεπτα χίλιοι πεντακόσιοι άνθρωποι σηκώθηκαν όρθιοι για να καθίσει ο ποιητής. Ήταν από τις εικόνες που κράτησε σαν πολύτιμη παρακαταθήκη.

Πώς έγινε ηθοποιός

Παρότι σκεφτόταν από καιρό να γίνει ηθοποιός, δεν τολμούσε. Η ζωή ήταν δύσκολη και η απόφαση έμοιαζε παράτολμη. Όλα άλλαξαν ένα βράδυ στο Εθνικό Θέατρο.

Εκεί είδε τον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Στη σκηνή βρίσκονταν τα θηρία, όπως αποκαλούσε τους ηθοποιούς εκείνης της εποχής: ο Διαμαντόπουλος, ο Κωτσόπουλος, η Αλκαίου, η Συνοδινού. Για τον Αντωνόπουλο ήταν μια αποκάλυψη. «Βγήκα από το θέατρο και κόντεψαν να με σκοτώσουν τα αυτοκίνητα. Περπατούσα σαν υπνοβάτης». Εκείνο το βράδυ αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός.

Χρειάστηκε επιμονή. Κατέβαινε ξανά και ξανά στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης για να συναντήσει τον Κουν. Ο σκηνοθέτης ήταν διαρκώς απασχολημένος, έστηκε τους Όρνιθες, εκεί ήταν ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης και κόσμος πολύς. Κάθε φορά του έλεγε να επιστρέψει άλλη μέρα. Ο Αντωνόπουλος δεν εγκατέλειψε. «Κάποια μέρα δεν θα μπορέσει να με διώξει», έλεγε στον εαυτό του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κουν τον δέχτηκε.

“Κάθισε αυτός στα πρώτα καθίσματα ως συνήθως και εγώ στη μέση της σκηνής σε μια καρέκλα. Και του έχω επιτάξει μάλιστα το ιστορικό τραπεζάκι, το τσίγκινο τραπεζάκι που είχε πάντα ο Κουν και έβαζε το τασάκι του και το πήρα δίπλα μου. Το ήθελα. Σκηνοθετούσα τον εαυτό μου. Λέω θα σας πω την Ιθάκη.” θυμάται στη συνέντευξη ο ηθοποιός.

Στάθηκε μόνος στη σκηνή και απήγγειλε την «Ιθάκη» του Καβάφη με έναν τρόπο που έμοιαζε περισσότερο με κουβέντα παρά με απαγγελία. Όταν τελείωσε, περίμενε να ακούσει παρατηρήσεις.

Ο Κουν του είπε κάποιες αλλαγές αλλά κατέλειξε στο: «Δεν τα λέμε έτσι τα ποιήματα, αλλά εσείς με πείσατε ότι την Ιθάκη πρέπει να τη λέμε έτσι». Για τον Αντωνόπουλο ήταν το πρώτο του παράσημο. Λίγο αργότερα πέρασε τις εξετάσεις και μπήκε στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

Από εκεί ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι. Ένα ταξίδι που, όπως έλεγε, δεν τελείωσε ποτέ. Ακόμη και όταν έφυγε από το Θέατρο Τέχνης, συνέχισε να κουβαλά τον Κουν μέσα του. Όταν αργότερα έγινε δάσκαλος για 35 χρόνια, κάθε φορά που συναντούσε ένα αδιέξοδο στην τάξη, αναρωτιόταν: «Τι θα έκανε τώρα ο Κουν;» Η απάντηση αυτή τον συνόδευσε σε ολόκληρη τη ζωή του.

Η είσοδός του στον κινηματογράφο ήρθε σχεδόν τυχαία

Ο ίδιος θεωρούσε ότι το θέατρο ήταν πάντα το μεγάλο του πάθος και ότι ο κινηματογράφος προέκυψε μέσα από συναντήσεις, ανθρώπους και συμπτώσεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΡΧΕΙΟ FINOS FILM

Πριν συμβούν τα καθοριστικά πράγματα για την κινηματογραφική του πορεία, είχε ήδη γνωρίσει την Τζένη Καρέζη. Η σχέση τους εξελίχθηκε σε βαθιά εκτίμηση και φιλία. Η Καρέζη ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που πίστεψαν σε εκείνον και τον πρότεινε για μια ταινία.

Την περίοδο εκείνη ο Αντωνόπουλος έκανε πρόβες με τον Δημήτρη Μυράτ. Κάποια στιγμή η πρόβα διακόπηκε για να τον ειδοποιήσουν ότι τον ζητούσαν στο τηλέφωνο. Δεν ήθελε καν να πάει. Τελικά πήγε και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Βαγγέλης Λούφας, ο οποίος του είπε ότι έπρεπε να συναντηθούν γιατί θα τον συνόδευε στον Φίνο.

Η συνάντηση με τον Φιλοποίμενα Φίνο δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε. Ο Φίνος τον κοίταξε και απέρριψε αμέσως την ιδέα να πάρει τον ρόλο. Ο Αντωνόπουλος θυμόταν με χιούμορ ότι του είπε πως ήταν «πολύ όμορφος» για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα και η Καρέζη δεν θα τον… απατούσε ποτέ. Το ίδιο βράδυ όμως χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Φίνος τον κάλεσε ξανά και του πρότεινε να κάνει ένα μικρό πέρασμα στην ταινία.

Ο Αντωνόπουλος δεχόταν πάντα αυτές τις μικρές ευκαιρίες. Αργότερα έλεγε στους μαθητές του να μην περιφρονούν ποτέ μια μικρή πρόταση. Πήγε λοιπόν και έκανε έναν ελάχιστο ρόλο. Άνοιγε την πόρτα ενός αυτοκινήτου, άκουγε μια ατάκα, απαντούσε «μάλιστα» και έβαζε μπροστά τη μηχανή. Αυτό ήταν όλο. Κι όμως, εκείνο το μικρό πέρασμα αποδείχθηκε καθοριστικό γιατί άνοιξε την πόρτα προς τον Βασίλη Γεωργιάδη και το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο».

ΑΡΧΕΙΟ FINOS FILM
ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΡΧΕΙΟ FINOS FILM

Συνολικά έπαιξε σε 47 ελληνικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, και οι συμμετοχές του, ακόμα και σε δεύτερους ρόλους ήταν πάντα ουσιαστικές. Η πρώτη του συμμετοχή σε τηλεοπτική σειρά ήταν στον «Άγνωστο Πόλεμο» του Νίκου Φώσκολου, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, και συνέβαλε στην μεγάλη απήχηση της σειράς. Άλλες γνωστές σειρές στις οποίες είχε σημαντικούς ρόλους, είναι οι «Πανθέοι» και «Τα παιδιά της Νιόβης».

Έχει επίσης εκδώσει τα μυθιστορήματα «Οι Επιβάτες του Φεγγαριού» (Εκδόσεις Αιώρα, 2006) και «Μη Μιλάς Πατέρα, έχεις Πεθάνει» (Εκδόσεις Αιώρα, 2015), καθώς και μία ποιητική συλλογή «Αφύλαχτη Διάβαση» που κυκλοφόρησε το 2011 από τις ίδιες εκδόσεις.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα