24 MEDIA CREATIVE TEAM

ΙΜΙΑ, 30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ: ΠΟΣΟ ΚΟΝΤΑ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ;

Ο Αντώνης Φουρλής ήταν ο ρεπόρτερ που αποκάλυψε το θέμα που οδήγησε στην κρίση και ο Νικόλας Βαφειάδης ο πρώτος δημοσιογράφος που βρέθηκε στην περιοχή τον Ιανουάριο του 1996. Ξετυλίγουν το κουβάρι της έντασης στον Παναγιώτη Μένεγο…

Ποιος Έλληνας θα μπορούσε να υποδείξει στον χάρτη τη θέση των Ιμίων στις αρχές του 1996; Μάλλον ελάχιστοι, πλην των ντόπιων Καλύμνιων ψαράδων, ήταν σε θέση να γνωρίζουν έστω την ύπαρξη αυτών των δίδυμων βραχονησίδων, ανατολικά του «νησιού των σφουγγαράδων», συνολικής έκτασης μόλις 0.04 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Κι όμως αυτοί οι δύο μεγάλοι βράχοι στη μέση του αχανούς Αιγαίου, ακριβώς 30 χρόνια πριν, αποτέλεσαν την αφορμή για τη μεγαλύτερη κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974. Αλλά, ούτε και μετά τα Ίμια έχουμε φτάσαμε ξανά σε τόσο οριακό σημείο. 

Εκείνες τις μέρες που βρέθηκαν με επιτακτικό τρόπο στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, ακόμα και το όνομα των Ιμίων ήταν μια μικρή σπαζοκεφαλιά. «Για μερικές ώρες κάναμε λάθος στον τονισμό, ο καθένας το έλεγε όπως ήθελε», θυμάται ο Αντώνης Φουρλής, νεαρός πολιτικός συντάκτης τότε, επιφορτισμένος με το ρεπορτάζ του υπουργείου Εξωτερικών για την τηλεόραση του ΑΝΤ1.

«Μερικοί το έγραφαν με Υ, αγνοώντας την εναλλακτική ονομασία τους που είναι Λίμνια. Με την γλωσσική παραφθορά του χρόνου, κατέληξαν να λέγονται Ίμια», λέει ο Νικόλας Βαφειάδης, ήδη καταξιωμένος ρεπόρτερ τότε, έχοντας στο ενεργητικό του την κάλυψη πολέμων, όπως π.χ. λίγα χρόνια πριν τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο. 

Ο Βαφειάδης ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που βρέθηκε απεσταλμένος, επίσης της τηλεόρασης του ΑΝΤ1, στην περιοχή. «Πήγα να δω τι συμβαίνει λόγω του θορύβου που είχε δημιουργηθεί με το αποκλειστικό ρεπορτάζ του Αντώνη Φουρλή. Συνάντησα ψαράδες που με διαβεβαίωναν ότι τα νησιά είναι ελληνικά, ψάρευαν χρόνια στα νερά γύρω τους. Κι ενίοτε τάιζαν και τα αγριοκάτσικα που τις κατοικούσαν, έσφαζαν και μερικά για το Πάσχα. Υπήρχε τέλος πάντων μια μίνιμουμ οικονομική δραστηριότητα, κάτι που είναι σημαντικό για το διεθνές δίκαιο». 

Τι είχε αποκαλύψει όμως ο Αντώνης Φουρλής, ουσιαστικά ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας;

Για να το καταλάβουμε χρειάζεται ένα μικρό timeline με τα γεγονότα που συνέβησαν τους προηγούμενους μήνες:  Στις 20 Νοεμβρίου του 1995, ο Ανδρέας Παπανδρέου εισάγεται εσπευσμένα στο Ωνάσειο με πνευμονία. Η χώρα ξεροσταλιάζει σε ζωντανή μετάδοση για το καθημερινό ιατρικό ανακοινωθέν. (Στις 21/3/1996 πήρε εξιτήριο, τρεις μήνες μετά έφυγε από τη ζωή στα 77 του.) // Γίνεται σαφές ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του και στις 15 Ιανουαρίου 1996 υπογράφει την παραίτησή του // Τέσσερις υποψηφιότητες για αντικαταστάτες: φαβορί ο Γεράσιμος Αρσένης, αουτσάιντερ ο Κώστας Σημίτης, κι από τους «προεδρικούς» Άκης Τσοχατζόπουλος και Γιάννης Χαραλαμπόπουλος // Στις 18 Ιανουαρίου, μετά από διαδικασία-θρίλερ, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ εκλέγει τον Κώστα Σημίτη νέο πρωθυπουργό

Το πλοίο στα βράχια κι ο μυστικός φάκελος στο δελτίο ειδήσεων και 

Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε σε μεταβατική περίοδο παράδοσης εξουσίας, ενώ ήδη από το Νοέμβριο του 1995 ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ, ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης, έχει προβλέψει «ελληνοτουρκική κρίση».

Ο νεαρός ρεπόρτερ, λοιπόν, Αντώνης Φουρλής κατά σύμπτωση στους τελευταίους μήνες της θητείας του στη, γνωστή από το Λούφα και Παραλλαγή, Υπηρεσία Κινηματογράφου Στρατού (πολύ μακριά δηλαδή από το Πεντάγωνο) μαθαίνει ότι λίγες μέρες πριν είχε γίνει μια σύσκεψη μεταξύ του Κάρολου Παπούλια (ΥΠΕΞ επί Παπανδρέου) και Γεράσιμου Αρσένη (ΥΠΕΘΑ πριν αλλά και στη νέα κυβέρνηση Σημίτη), λίγο πριν ο πρώτος παραδώσει το υπουργείο στον Θεόδωρο Πάγκαλο. Του φαίνεται περίεργο, κι όσο το σκαλίζει συναντά είτε άγνοια, είτε μυστικοπάθεια. Κάτι που μεγαλώνει, φυσικά, την απορία του.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΝΕΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ.ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΗΜΙΤΗΣ (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/ EUROKINISSI) EUROKINISSI

Ρωτώντας αριστερά και δεξιά, φτάνει ένα πρωινό που χτυπάει το τηλέφωνό του. Είναι ένας πληροφοριοδότης που ζητά συνάντηση για να του παραδώσει κάτι. Δίνουν ραντεβού στο Κολωνάκι κι ο Φουρλής παίρνει χέρι με χέρι έναν φάκελο. Με την πλήρη αλληλογραφία μεταξύ ΥΠΕΞ και ΥΠΕΘΑ, αλλά και συναφείς οδηγίες προς διπλωμάτες κι επιτελεία. Η αλληλογραφία άρχιζε με τουρκικό τηλεγράφημα που αμφισβητούσε την ελληνική εδαφική κυριαρχία επί των Ιμίων, με αφορμή την προσάραξη στην βραχονησίδα του τουρκικού εμπορικού πλοίου Figen Akat, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995.

Το φορτηγό πλοίο εξέπεμψε σήμα κινδύνου και ακόμα και σήμερα, τριάντα χρόνια μετά (όπως είδαμε και στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά), οι αφηγήσεις διίστανται σχετικά με τον αν αρνήθηκε να το ρυμουλκήσει το Ελληνικό Λιμενικό υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε τουρκικά νερά. (Κάτι που τελικά έγινε στις 28/12 με δύο ελληνικά ρυμουλκά να το οδηγούν στο λιμάνι Κιουλούκ.).

«Το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει μια διένεξη στο διπλωματικό πεδίο με το ΥΠΕΘΑ να καλεί σε ετοιμότητα τα επιτελεία και να ζητά μέχρι και την ενεργοποίηση του σχεδίου “Ιφιγένεια”», θυμάται ο Αντώνης Φουρλής. «Επιχείρησα να βρω τον νέο Υπουργό Εξωτερικών, Θεόδωρο Πάγκαλο, δεν τα κατάφερα και μίλησα με τον εκπρόσωπο του υπουργείου, Κωνσταντίνο Μπίκα, ο οποίος δήλωσε αιφνιδιασμένος. Το συζητήσαμε εσωτερικά στον ΑΝΤ1 και τελικά το βγάλαμε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων εκείνης της ημέρας».

Είναι Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 1996 και η χώρα μπαίνει στον αστερισμό των Ιμίων, χωρίς κανείς μάλλον να φαντάζεται τι επίκειται την επόμενη εβδομάδα. 

Πώς φτάσαμε από τον “φουσκωτό με το φουσκωτό”και τη “μάχη της σημαίας” στο μοιραίο ελικόπτερο;

Το περιστατικό με το φορτηγό πλοίο, καθοριστικό. Στημένο για να δημιουργηθεί σκηνικό έντασης ή ένα τυχαίο γεγονός που τελικά μεγεθύνθηκε από ανεύθυνους, ερασιτεχνικούς χειρισμούς; «Δεν μπορώ να πάρω όρκο. Και ως δημοσιογράφοι δεν μπορούμε να παίρνουμε θέση σε τέτοια πράγματα. Τυχαίο ή όχι το γεγονός, η κλιμάκωση συνέβη όταν χάθηκε ο πλήρης έλεγχος από τους αρμόδιους (διπλωμάτες κι ένοπλες δυνάμεις) κι άρχισε ο αυτοσχεδιασμός από ιδιώτες και τρίτους εξωθεσμικούς παράγοντες ή ακόμα και θεσμικούς όπως ο δήμαρχος Καλύμνου, Διακομιχάλης, ή ο αστυνομικός διευθυντής της περιοχής που πήγαν και κάρφωσαν τη σημαία στη Μικρή Ίμια (σ.σ. στις 25/1) χωρίς να έχουν καμία αρμοδιότητα/εξουσιοδότηση να χειρίζονται τέτοια θέματα», σημειώνει ο Αντώνης Φουρλής. 

Ο Νικόλας Βαφειάδης δεν πιστεύει ότι ήταν τυχαίο το περιστατικό και σίγουρα ότι δεν ήταν τυχαίοι οι χειρισμοί που ακολούθησαν από τους Τούρκους, «φαινόταν από μακριά ότι ήταν ένα πολύ καλά, μάλιστα, οργανωμένο σχέδιο, αν σκεφτούμε ότι ακολούθησαν ρηματικές διακοινώσεις κτλ.».

Ο ίδιος, αμέσως μετά την αποκάλυψη στο δελτίο του ΑΝΤ1, ετοίμασε βαλίτσα για Κάλυμνο. Για μερικά 24ωρα μίλησε με τους πάντες στο νησί, προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Αλλά, του μίλησαν κιόλας…

«Είμαι στο λιμάνι, συζητώ με ψαράδες και βλέπω έναν τύπο με ένα σκάφος. Το σκάφος φουσκωτό κι εκείνος φουσκωτός, επίσης. Μου λέει “θα πάω να κάνω ένα τρισάγιο στα Ίμια”. Ήθελε προφανώς να τον ακολουθήσω με τον οπερατέρ μου. Δεν μου άρεσε η ιδέα. Δεν ήθελα καθόλου να παίξω το παιχνίδι κάποιων κύκλων που ήθελαν να πυροδοτήσουν την κατάσταση, γενικά στη δημοσιογραφική μου καριέρα έχω πάντοτε ακολουθήσει χαμηλούς τόνους. Θέλω να αναφέρομαι στις ειδήσεις κι όχι να τις δημιουργώ εγώ ο ίδιος. Του απαντώ, λοιπόν,  “Χριστιανέ μου, πήγαινε κάνε ότι θέλεις, εγώ δεν βρίσκω ότι έχει ειδησεογραφική αξία”. Ενημέρωσα την Αθήνα, τους είπα να έχουν υπόψη τους τι παιχνίδι παίζεται κι ότι δεν είχα κάτι άλλο να κάνω, το ρεπορτάζ μου είχε τελειώσει. Κι επιστρέφω στην Αθήνα, ενώ αποστέλλεται από τον σταθμό άλλος ρεπόρτερ που τελικά όταν βρήκε την αντίστοιχη ευκαιρία να πάει στα Ίμια, το έκανε».

 

Οι Τούρκοι φωτορεπόρτερ κατεβάζουν την ελληνική σημαία από τη Μικρή Ίμια (κι ανεβάζουν την τουρκική) EUROKINISSI

Η συνέχεια γνωστή. Στις 27 Ιανουαρίου δύο δημοσιογράφοι/φωτορεπόρτερ του γραφείου της εφημερίδας Χουριέτ στη Σμύρνη αποβιβάστηκαν με ελικόπτερο στη Μικρή Ίμια, υπέστειλαν την ελληνική και ύψωσαν την τουρκική σημαία. Η υπόθεση έγινε πια τηλεοπτικό σόου που προφανώς πίεσε σε απίστευτο βαθμό την, μόλις ολίγων ημερών, ελληνική κυβέρνηση. Και είχε κι άλλα επεισόδια, αφού ο ρεπόρτερ που αντικατέστησε τον Βαφειάδη, Αργύρης Ντινόπουλος, ανέβηκε με τον ιερέα της Ψερίμου κι άλλους στην βραχονησίδα υψώνοντας εκ νέου την ελληνική σημαία. 

Ο Νικόλας Βαφειάδης δεν έκατσε πολύ στην Αθήνα. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη, στα γραφεία της Χουριέτ, για συνέντευξη με τον διευθυντή της, Ερτουγρούλ Οζκόκ, προκειμένου να μάθει το σκεπτικό με το οποίο έστειλε τους δύο δικούς του στα Ίμια, ενώ στην Αθήνα φούντωναν οι φήμες ότι δεν επρόκειτο για δημοσιογράφους αλλά για ανθρώπους των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. (Για την ιστορία ο ένας από τους δύο, Τζεσούρ Σερτ, δεν μακροημέρευσε, όπως φαίνεται, στον χώρο της δημοσιογραφίας, αργότερα ασχολήθηκε και με τη διοργάνωση συναυλιών – σε κάθε συνέντευξή του πάντως αρνιόταν ότι εκτέλεσε εντολές κάποιου άλλου πέραν της εφημερίδας.) 

«Στη Χουριέτ με άφησαν να περιμένω πολύ. Είχαμε δίπλα μας όλη την ώρα στον χώρο αναμονής κάποιον που θα στοιχημάτιζα ότι καταλαβαίνει ελληνικά. Λέω λοιπόν επίτηδες στον οπερατέρ που είχα μαζί μου, ότι αν στο επόμενο τέταρτο δεν μας φωνάξουν “φεύγουμε”. Ε, στα 14 λεπτά μας δέχθηκε ο διευθυντής. Ο Οζκόκ προσπάθησε να υποβαθμίσει τα γεγονότα, λέγοντάς μου ότι έχουν ξαναγίνει. Μου έδειξε κι ένα απόκομμα της εφημερίδας Βραδυνή, από το 1979 , με μια ανάλογη ιστορία που είχε αρρωστήσει η Κυρά της Ρω, έξω απ’ το Καστελλόριζο, και είχαν πάει πάλι κάτι Τούρκοι από τη Χουριέτ και είχαν σηκώσει τη σημαία τους. Είχαν παραταχθεί ξανά τα πολεμικά πλοία, το ένα απέναντι από το άλλο κτλ. Μάλλον ούτε κι αυτός δε φανταζόταν τι ερχόταν».

Γιατί μέχρι να επιστρέψει ο Νικόλας Βαφειάδης στην Αθήνα, εκτυλίχθηκε ένα πολιτικό/διπλωματικό θρίλερ με δυναμικές δηλώσεις των πρωθυπουργών Τσιλέρ και Σημίτη, αμέτρητες τηλεφωνικές επικοινωνίες με διεθνείς αξιωματούχους (ακόμα και τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον), πολεμικά πλοία σε συναγερμό, απόβαση τούρκων βατραχανθρώπων στη δυτική Ίμια, πυρετώδεις συσκέψεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στο γραφείο του πρωθυπουργού (και όχι στο Πεντάγωνο). Όλα έδειχναν να κρέμονται σε μια κλωστή, ένα λάθος θα μπορούσε να ανάψει το φυτίλι. 

Τελικά, το δράμα κορυφώθηκε με την πτώση του ελικοπτέρου του Πολεμικού Ναυτικού, τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου, που κόστισε τη ζωή στο πλήρωμά του: τους υποπλοιάρχους Χριστόδουλο Καραθανάση και Παναγιώτη Βλαχάκο και τον αρχικελευστή Έκτορα Γιαλοψό. Ένα τραγικό γεγονός που αποδόθηκε στις συνθήκες κακοκαιρίας και σε πιθανό vertigo του πιλότου. Αλλά ακόμα και σήμερα αποτελεί πρώτη ύλη για σενάρια κατάρριψής του από τους Τούρκους. Αυτή την θεωρία, μάλιστα, οικειοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό η ακροδεξιά, «η προδοσία των Ιμίων» αποτέλεσε κυρίαρχη αφήγηση του νέου ελληνικού εθνικισμού του 21ου αιώνα. 

Πολιτικοί vs Ένοπλες Δυνάμεις vs Πολιτικοί: Trust issues

Αν είστε σε ηλικία που να θυμάστε το 1996, σίγουρα θα ανακαλείτε ότι για 4-5 μέρες υπήρχε διάχυτη η ανησυχία μιας πολεμικής ανάφλεξης, στα γραφεία και στα καφέ συζητούσαν για επιστράτευση.

Στα σινεμά έπαιζε Το Μίσος του Κασοβίτς και η Επικίνδυνη Γενιά με τη Μισέλ Φάιφερ που είχε αναδείξει σε πανταχού παρόν hit το “Gangsta’s Paradise” , η ιδιωτική τηλεόραση είχε περάσει αχαλίνωτα στην εποχή των παραθύρων με ατέρμονες cringe συζητήσεις για «μάνες ρέιβερ», καμένες ελληνικές σημαίες στο Πολυτεχνείο και «σεξουαλικά σκάνδαλα» επωνύμων, η Ελλάδα πετούσε χαρτοπετσέτες στον αέρα στα ελληνάδικα και ζούσε κι ανέπνεε με την αντιπαλότητα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού στο μπάσκετ που είχε γίνει πια εθνικό άθλημα. 

Ήταν το πιο κοντά που έχουμε φτάσει σε πόλεμο;

«Πιθανότατα ναι», λέει ο Αντώνης Φουρλής. «Μπορεί να έχουν υπάρξει κι άλλα περιστατικά. με πάρα πολύ μεγάλη ένταση, και να μην τα έχουμε μάθει π.χ. όλα αυτά τα χρόνια υπήρχαν αεροσκάφη που έπεσαν σε αερομαχίες». Κι ο Νικόλας Βαφειάδης ανακαλεί το ίδιο κλίμα αγωνίας. «Ναι, βεβαίως υπήρχε. Προσπαθούσα να καθησυχάζω τους γύρω μου αλλά ανησυχούσα γιατί έβλεπα επικίνδυνους χειρισμούς, προκλήσεις αισχίστου βαθμού από την τουρκική πλευρά και δεν ήξερα πώς θα το χειριστούν οι δικοί μας. Δεν κοιμηθήκαμε σίγουρα πολύ εκείνη την εβδομάδα», λέει με χαμόγελο σήμερα. 

Αμφότεροι συμφωνούν ότι η μετάβαση στη νέα κυβέρνηση έπαιξε τον ρόλο της. Όλα τα χρονικά της εποχής συγκλίνουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε κακή συνεννόηση μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. «Αν ανατρέξουμε στις πρώτες περιόδους όλων των Ελλήνων πρωθυπουργών πάντα κάτι είχαν να αντιμετωπίσουν στο ξεκίνημά τους από τους Τούρκους που συνήθως ήθελαν να τεστάρουν τα νερά. Είναι λογικό, επίσης, ο νέος πρωθυπουργός να μην είχε την πλήρη εκτίμηση από τους ηγέτες των ενόπλων δυνάμεων απλά και μόνο γιατί δεν είχαν καμία απολύτως τριβή πρότερης συνεργασίας», επισημαίνει ο Νικόλας Βαφειάδης.

Κι ο Αντώνης Φουρλής βάζει στο τραπέζι τα trust issues που προκαλούσε το εσωκομματικό πεδίο στο ΠΑΣΟΚ, έτσι όπως έμπαινε πια στη μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου εποχή. «Δεν είχαν τις θερμότερες των σχέσεων ο Πάγκαλος, πρωτεργάτης της υποψηφιότητας Σημίτη, με τον Αρσένη. Οι δύο αυτές πλευρές είχαν διαφορετικές πολιτικές θέσεις επί της ουσίας. Μια τέτοια κυβέρνηση, λοιπόν, κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα ενώ έτρεχε ήδη η κρίση. Παρέλαβε μια -όχι καυτή αλλά- ζεματιστή πατάτα, χωρίς να είναι καθόλου προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Ας πούμε, εκ των υστέρων, ο Θεόδωρος Πάγκαλος μου είχε πει ότι δεν είχε ενημερωθεί έγκαιρα, δεν είχε αντίληψη του θέματος». 

Ήταν εθνική ήττα τα Ίμια; 

Τριάντα χρόνια μετά, πιο ψύχραιμα, με τους πρωταγωνιστές της κρίσης να έχουν φύγει οι περισσότεροι από τη ζωή, αυτό είναι το πιο δύσκολο ερώτημα…

Νικόλας Βαφειάδης, σήμερα επικεφαλής του τμήματος Διεθνών Ειδήσεων στον ΑΝΤ1: «Οι Τούρκοι πάντοτε έβαζαν πιεστικά το θέμα του διαμοιρασμού του Αιγαίου. Ήταν όνειρό τους, το θεωρούσαν ζωτικό χώρο – υπάρχει στον εθνικό τους όρκο. Οπότε δεν ήταν καινούργια αυτή η ρητορική των γκρίζων ζωνών και του ασαφούς πεδίου, απλώς τότε νομιμοποιήθηκε. Μακροπρόθεσμα δεν μπορείς να το πεις ήττα, ας πούμε όμως ότι η Ελλάδα βρέθηκε σε δυσμενέστερη θέση την επόμενη μέρα. Όχι ως προς τα δικαιώματά της, αλλά ως προς το ότι ξαφνικά αμφισβητήθηκε η κυριαρχία μας ακόμα κι από διεθνείς συμμάχους, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτές οι δύο νησίδες ήταν μια ενιαία ενότητα και μετά την εκτόνωση της κρίσης, αποσύρθηκαν οι σημαίες και ουσιαστικά δόθηκε εμμέσως στην Τουρκία η μία κι έμεινε σε μας η άλλη. Δεν τη λες και διπλωματική νίκη αυτήν την εξέλιξη».

Αντώνης Φουρλής, σήμερα διευθυντής σύνταξης στη Huffington Post και συμπαρουσιαστής της εκπομπής “10’ με Τόνο” στο ERTnews: «Εθνική ήττα είναι βαριά κουβέντα. Ήταν μία εθνική κρίση με συγκεκριμένο κόστος. Ξεκινώντας από το προφανέστατο, το πρόδηλο, δηλαδή ότι χάθηκαν αξιωματικοί, χάθηκαν άνθρωποι. Κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, είναι απτή πραγματικότητα. Τα Ίμια υπήρξαν επίσης κι ένα σημείο κομβικό στην εξωτερική πολιτική, σηματοδότησαν αλλαγή ταχύτητας από την πλευρά της Τουρκίας και μία πλέον συστηματική απόπειρα να τεθεί θέμα αμφισβήτησης της κυριαρχίας στο Αιγαίο με πιο συστημικό τρόπο. Ξεκινώντας από μία ντε φάκτο κατάσταση που ανάγκασε τον διεθνή παράγοντα να συνειδητοποιήσει ότι εδώ υπάρχει μια πολύ μεγάλη διαφωνία που μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση. Αν και από όσο πιο μακριά το κοιτάζεις, τελικά τόσο πιο καθαρά το βλέπεις. Για μένα, λοιπόν, ήττα δεν προέκυψε από την στιγμή που δεν είχαμε αλλαγή στάτους κβο στο Αιγαίο. Οι νησίδες παραμένουν στην ελληνική επικράτεια, δεν έχει μοιραστεί τίποτα». 

Το «ευχαριστώ» στους Αμερικάνους και οι δημοσιογράφοι ως πιόνια στην σκακιέρα

Δεν ήταν και πολύ εύκολο να είσαι δημοσιογράφος, στην πρώτη γραμμή των γεγονότων, εκείνες τις ώρες και μέρες, «Ήταν εμπρηστικό το κλίμα. Υπήρχαν εθνικιστικοί κύκλοι και στις δύο πλευρές του Αιγαίου που πυροδοτούσαν την κατάσταση, ακόμα και -στο δικό τους μυαλό- από καλή πατριωτική πίστη. Όταν φτάνουν δύο χώρες να παρατάσσουν το ένα Ναυτικό απέναντι στο άλλο, θέλει μεγάλη προσοχή. Με την παραμικρή λάθος κίνηση, μπορεί να ξεκινήσει ένας πόλεμος αιματηρός», λέει ο Νικόλας Βαφειάδης.

«Βρεθήκαμε, από κάποια στιγμή και μετά, να παρακολουθούμε έναν διαγωνισμό παλικαριάς», προσθέτει ο Αντώνης Φουρλής. «Εγώ προσπάθησα από την πρώτη στιγμή, παρότι πολύ νέος σε ηλικία, αφού αισθανόμουν ότι υπάρχει κάτι πάρα πολύ βαρύ στα χέρια μου να εφαρμόσω με όση μεγαλύτερη αυστηρότητα γίνεται τους κανόνες της δεοντολογίας και της ψύχραιμης δημοσιογραφίας. Είχα ένα πάρα πολύ βαρύ ρεπορτάζ στο οποίο δεν έβλεπα να μου απαντάνε από το υπουργείο Εξωτερικών. Επίσης, ήξερα ότι ο ΑΝΤ1 δεν θα με άφηνε να σχολιάσω και πολύ λόγω δημοσιογραφικής ηλικίας, εδώ ακόμα και το ίδιο το κανάλι σε πρώτο χρόνο δεν το σχολίασε ιδιαίτερα. Προσπάθησε να το κρατήσει με πολύ φειδώ κι ακρίβεια. Μετά ξεκίνησε το επικοινωνιακό ροντέο. 

Αλλά έζησα και πολύ μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα μέσα μου, ορισμένα τα κουβαλάω ακόμα. Ποιος είναι ο ρόλος του δημοσιογράφου σε μια τέτοια ιστορία; Έγινα, ας πούμε, πιόνι σε μια παρτίδα χωρίς να το ξέρω,  χωρίς να το θέλω και χωρίς να με ρωτήσει κανένας; Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Από την στιγμή που βρέθηκαν ντοκουμέντα στα χέρια μου, δε θα μπορούσα να τα κρύψω στο σπίτι μου – δε θα μπορούσα να ζήσω με αυτό». 

Το «ευχαριστώ την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών» έχει μείνει στην ιστορία ως ο αμφιλεγόμενος επίλογος της κρίσης. Ο Νικόλας Βαφειάδης στέκεται στην ψυχραιμία με την οποία αντιμετώπισε το θέμα ο τότε Πρωθυπουργός, ο Αντώνης Φουρλής σημειώνει: «Ο Σημίτης ήταν άνθρωπος με πολύ κρύο αίμα, είχε την τάση να αντιμετωπίζει το πολιτικό κόστος ως κάτι αυτονόητο. Πάρα πολύς κόσμος λέει “μα ήταν θέμα εθνικής υπερηφάνειας και δεν πρέπει να πεις ευχαριστώ”, εγώ δεν ξέρω αν η εθνική υπερηφάνεια κρίνεται από αυτό. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν απόλυτα απαραίτητο να το πει ο Σημίτης, αλλά δεν το θεωρώ και τόσο μεμπτό όσο άλλοι».

Βάζοντας και μια άλλη διάσταση, συζητώντας το ενδεχόμενο να συνέβαινε κάτι αντίστοιχο με τους επικοινωνιακούς όρους του 2026: «Θα ήταν πολύ δυσκολότερο να μαζευτεί, γιατί πια όλα ταξιδεύουν και τα μαθαίνουμε αμέσως. Και η δημόσια διπλωματία παίζει πλέον πάρα πολύ ισχυρό ρόλο, δεν αντέχουν οι κυβερνήσεις να την παρακάμψουν και να την αγνοήσουν. Πιστεύω ότι έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο, ακόμα και στον Τραμπ με τη Γροιλανδία».

Το Αιγάιο ανήκει στους ψαράδες του

Η κρίση εκτονώθηκε. To “no ships, no troops, no flags” τηρήθηκε – τις σημαίες τις πήρε ο άνεμος. Τρία χρόνια μετά, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν περάσει σε άλλη φάση:  στη διπλωματία των σεισμών και του ζεϊμπέκικου. Τη μετριοπάθεια πολιτικών όπως ο Ισμαήλ Τζεμ διαδέχθηκε το συνεχές «μαστίγιο-καρότο» του Ερντογάν που μοιάζει απειλητικό σε ένα καθεστώς γεωπολιτικής αναταραχής όπως αυτή που ζούμε. Με την πολυετή εμπειρία του ο Νικόλας Βαφειάδης αναγνωρίζει την τρέχουσα περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου, δεν ανησυχεί ιδιαίτερα πάντως γιατί πιστεύει ότι «η Τουρκία αφέθηκε να πάρει πρωταγωνιστικό ρόλο στη Συρία, και τώρα θέλουν όλοι να την συμμαζέψουν. Μην ξεχνάμε και την αντιπαλότητά της με το Ισραήλ που έχει φουντώσει». 

Το 2022 ο Αντώνης Φουρλής επισκέφθηκε την περιοχή των Ιμίων. Η πιο μεγάλη αλλαγή, του είπαν, που είχε μεσολαβήσει είναι ο τρόπος με τον οποίο ψαρεύουν πια οι άνθρωποι που κινούνται τοπικά. Δεν μπορούν πια να πάνε πολύ κοντά στα νησάκια με το καΐκι, γιατί δεν τους αφήνει το ελληνικό λιμενικό να πλησιάσουν. Μπορεί να εμφανιστούν κιόλας και τουρκικά σκάφη. Τους άκουσε να του λένε: «Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τους Τούρκους. Είναι φίλοι μας, ψαρεύουν αυτοί, ψαρεύουμε κι εμείς και μια χαρά ήμασταν και πριν. Ανταλλάσσουμε ψάρια, εργαλεία, ότι χρειάζεται ο ένας από τον άλλον. Το πρόβλημα μας το δημιουργούν τα δύο λιμενικά, όταν εμφανίζονται και μας ενοχλούν». 

«Ξέρεις τι άλλο μου είπαν;», καταλήγει ο Αντώνης Φουρλής. «Ότι δε μας απασχολούν και πολύ αυτά που λέτε εσείς. Εσείς κάθεστε και το συζητάτε από την Αθήνα και λέτε “η εθνική υπερηφάνεια, η κυριαρχία, η διπλωματία”. Εμάς αυτό που μας απασχολεί είναι αυτό που περνάει κάθε Γενάρη και Φλεβάρη. Εκεί είναι που θέλουμε να ψαρεύουμε, είναι τα νερά μας και το σπίτι μας. Και ξαφνικά μας λένε κάποιοι δεν μπορείς να πας κοντά στα Ίμια. Δεν είναι σωστό, δεν σε αφήνω». 

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα