ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΖΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ – Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ ΣΤΟ ΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Πώς το Ισραήλ δολοφόνησε χιλιάδες αμάχους και ο ρόλος της Ελλάδας στην ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών στην πολεμική βιομηχανία.
Στην Παλαιστίνη, οι νεκροί ανήλικοι, υπολογίζονται σήμερα σε πάνω από 18.000, καθιστώντας τη Γάζα, σύμφωνα με τη UNICEF ένα «νεκροταφείο παιδιών».
Πως γίνεται κάποιος να καταλήγει να δολοφονεί παιδιά; Η απάντηση κρύβεται στους αλγόριθμους που χρησιμοποιεί ο Ισραηλινός Στρατός.
Τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης, το Lavender – ένα ισραηλινό πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης – «σημάδεψε» περίπου 37.000 Παλαιστίνιους ως ύποπτους μαχητές της Χαμάς. Έτσι, οι κατοικίες τους μετατράπηκαν σε εν δυνάμει στόχους αεροπορικών επιδρομών.
Σύμφωνα με μαρτυρίες έξι Ισραηλινών αξιωματικών που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις, το σύστημα αυτό δεν λειτούργησε απλώς ως βοηθητικό εργαλείο, αλλά κατέλαβε κεντρικό ρόλο στη μαζική στοχοποίηση Παλαιστινίων.
Ο ισραηλινός στρατός παραδέχθηκε πως για κάθε χαμηλόβαθμο στέλεχος, το σύστημα AI «επέτρεπε» τον θάνατο 15-20 αμάχων.
Σε αυτό το διεθνές σύμπλεγμα, η Ελλάδα κατέχει πλέον έναν αναβαθμισμένο και ανησυχητικό ρόλο. Η ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία διαπρέπει στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων για την ασφάλεια, βρίσκεται συχνά σε κοινοπραξίες με κολοσσούς όπως η Elbit Systems, που βρίσκεται πίσω από μεγάλο μέρος της τεχνολογίας επιτήρησης και των drones που χρησιμοποιούνται στη Γάζα.
O AΛΓΟΡΙΘΜΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ
Η έγκριση δινόταν μαζικά, με τον ανθρώπινο παράγοντα να περιορίζεται σε μια τυπική επικύρωση που διαρκούσε μόλις 20 δευτερόλεπτα ανά στόχο, ίσα-ίσα για να επιβεβαιωθεί ότι το υποψήφιο θύμα ήταν άνδρας. Αυτή η βιομηχανοποιημένη στοχοποίηση συνεχιζόταν, παρά την παραδοχή ότι το σύστημα παρουσίαζε ποσοστό σφάλματος 10%, στοχοποιώντας ανθρώπους με ελάχιστη ή καμία σχέση με ένοπλες οργανώσεις.
Η κυνικότητα του Ισραηλινού Στρατού κορυφώνεται με τη λειτουργία του προγράμματος «Where’s Daddy?». Αντί ο στρατός να επιδιώκει την εξουδετέρωση των στόχων σε στρατιωτικά σημεία, επέλεγε συστηματικά να τους βομβαρδίζει στα σπίτια τους, συνήθως τη νύχτα, όταν βρίσκονταν εκεί με τις οικογένειές τους.
«Δεν μας ενδιέφερε να τους σκοτώσουμε μόνο σε στρατιωτικούς χώρους. Το σπίτι ήταν το ευκολότερο σενάριο», ομολογεί αξιωματικός πληροφοριών, περιγράφοντας μια αλλαγή δόγματος που αδιαφορούσε για το Διεθνές Δίκαιο, όπου για κάθε χαμηλόβαθμο μαχητή κρινόταν «αποδεκτός» ο θάνατος 15 έως 20 αμάχων.
Για την εκτέλεση αυτών των επιθέσεων, χρησιμοποιούνταν συχνά «χαζές βόμβες» (dumb bombs), οι οποίες ισοπέδωναν ολόκληρα κτίρια, καθώς ο στρατός έκρινε ασύμφορη τη σπατάλη ακριβών κατευθυνόμενων πυρομαχικών για χαμηλόβαθμους μαχητές της Χαμάς.
Οι πηγές των ισραηλινών ρεπόρτερ του +972, ανέφεραν ότι η έγκριση για την αυτόματη υιοθέτηση της «λίστας θανάτου» του Lavender — οι οποίες μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν μόνο επικουρικά — δόθηκε περίπου δύο εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου, αφού στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών έλεγξαν «χειροκίνητα» την ακρίβεια ενός τυχαίου δείγματος μερικών εκατοντάδων στόχων που είχε επιλέξει το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Όταν το δείγμα αυτό έδειξε ότι τα αποτελέσματα του Lavender παρουσίαζαν ακρίβεια 90% ως προς την ταυτοποίηση της σχέσης ενός ατόμου με τη Χαμάς, ο στρατός ενέκρινε τη μαζική και γενικευμένη χρήση του συστήματος.
«Στις 5 το πρωί ερχόταν η αεροπορία και βομβάρδιζε όλα τα σπίτια που είχαμε σημειώσει», είπε ο Β στην έρευνα του +972. «Σκοτώσαμε χιλιάδες ανθρώπους. Δεν τους εξετάζαμε έναν-έναν — τα βάλαμε όλα σε αυτοματοποιημένα συστήματα και, μόλις ένα από τα [επισημασμένα] άτομα βρισκόταν στο σπίτι του, γινόταν αμέσως στόχος. Βομβαρδίζαμε εκείνον και το σπίτι του».
«Μου έκανε τεράστια εντύπωση ότι μας ζητήθηκε να βομβαρδίσουμε ένα σπίτι για να σκοτώσουμε έναν απλό μαχητή εδάφους, του οποίου η σημασία στις συγκρούσεις ήταν ελάχιστη», είπε μία από τις πηγές για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην επισήμανση φερόμενων χαμηλόβαθμων μαχητών. «Αποκαλούσα αυτούς τους στόχους “στόχους-σκουπίδια”».
Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το μοναδικό πρωτόκολλο ανθρώπινης επίβλεψης πριν από τον βομβαρδισμό των σπιτιών υπόπτων «χαμηλόβαθμων» μαχητών που είχε επισημάνει το Lavender ήταν ένας και μόνο έλεγχος: να διαπιστωθεί ότι ο στόχος είναι άνδρας και όχι γυναίκα. Η παραδοχή εντός του στρατού ήταν ότι, αν ο στόχος ήταν γυναίκα, το σύστημα πιθανότατα είχε κάνει λάθος, καθώς δεν υπάρχουν γυναίκες στις ένοπλες πτέρυγες της Χαμάς και της Παλαιστινιακής Ισλαμικής Τζιχάντ.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΩΝΙΑ
Η Elbit Systems, ο κολοσσός που βρίσκεται πίσω από μεγάλο μέρος της τεχνολογίας επιτήρησης και των drones που χρησιμοποιούνται στη Γάζα, έχει εδραιώσει την παρουσία της στην Ελλάδα μέσω της μεγαλύτερης αμυντικής συμφωνίας που έχει υπογραφεί ποτέ μεταξύ των δύο χωρών. Πρόκειται για το Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα, μια επένδυση ύψους 1,65 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η συμφωνία αυτή, που επικυρώθηκε το 2021, παραχώρησε στην Elbit τη διαχείριση της εκπαίδευσης των Ικάρων της Πολεμικής Αεροπορίας για 22 χρόνια, μεταφέροντας στην καρδιά της ελληνικής αμυντικής εκπαίδευσης την τεχνογνωσία και τα συστήματα προσομοίωσης που η εταιρεία αναπτύσσει στο Ισραήλ.
Η συνεργασία όμως επεκτείνεται και στο επίπεδο της έρευνας. Η Elbit Systems συμμετέχει ενεργά σε ευρωπαϊκά προγράμματα μαζί με ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα όπως το ΕΚΕΤΑ.
Εδώ αποκαλύπτει μια σκοτεινή συμβίωση μεταξύ πολεμικής βιομηχανίας και ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Στο επίκεντρο αυτής της διαδρομής χρήματος και αλγορίθμων βρίσκεται μια ιδιότυπη «κερκόπορτα»: οι τεχνολογίες διπλής χρήσης (dual-use).
Παρόλο που το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύει ρητά τη χρηματοδότηση αμιγώς στρατιωτικών εξοπλισμών, οι έρευνες των οργανώσεων Statewatch και Transnational Institute (TNI) καταδεικνύουν πως μέσω των προγραμμάτων Horizon 2020 και Horizon Europe, διοχετεύθηκαν πάνω από 2,1 δισεκατομμύρια ευρώ σε ισραηλινές οντότητες μεταξύ 2014 και 2020.
Το πρόσχημα είναι συνήθως η «πολιτική προστασία» ή η «διαχείριση καταστροφών», όμως η τεχνολογία αιχμής που αναπτύσσεται —από εξελιγμένους αισθητήρες μέχρι αυτόνομα drones— καταλήγει συχνά στο μέτωπο.
Ένα παράδειγμα είναι το πρόγραμμα FLYSEC, το οποίο αφορούσε την ασφάλεια αεροδρομίων και τη διαχείριση πλήθους μέσω AI, όπου η Elbit συνεργάστηκε με ελληνικούς φορείς. Οι επικριτές αυτής της σχέσης, όπως επισημαίνουν οι εκθέσεις του Transnational Institute (TNI), τονίζουν ότι η Ελλάδα λειτουργεί ως «βιτρίνα» για την Elbit, επιτρέποντάς της να «ξεπλένει» τεχνολογίες που έχουν κατηγορηθεί για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω της συμμετοχής της σε ευρωπαϊκά ερευνητικά κονδύλια.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση και της εταιρείας Xtend, η οποία έλαβε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για το drone Skylord Xtender, ένα σύστημα που η ίδια η εταιρεία διαφημίζει σήμερα ως βασικό εργαλείο του ισραηλινού στρατού (IDF) στις επιχειρήσεις εντός της Γάζας.
Η πιο απτή απόδειξη αυτής της στρατηγικής σύγκλισης είναι η περίπτωση της Intracom Defense (IDE). Η εξαγορά της ελληνικής εταιρείας από την κρατική Israel Aerospace Industries (IAI) τον Μάιο του 2023, δημιούργησε μια απευθείας γέφυρα μεταξύ της ισραηλινής πολεμικής μηχανής και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF).
Μέσω της ελληνικής θυγατρικής της, η IAI έχει πλέον πρόσβαση σε 15 ευρωπαϊκά προγράμματα αξίας εκατομμυρίων ευρώ, πολλά εκ των οποίων εγκρίθηκαν ακόμα και μετά την έναρξη των εχθροπραξιών τον Οκτώβριο του 2023.
ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΖΑ ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ
Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο όσο και προκλητικό: ο Ευρωπαίος φορολογούμενος χρηματοδοτεί έμμεσα, μέσω ελληνικών εταιρειών, την ανάπτυξη των drones και των πυραυλικών συστημάτων που συνετέλεσαν σε μια γενοκτονία στη Γάζα.
Αυτός ο κύκλος ολοκληρώνεται μέσω ενός πανίσχυρου λόμπι στις Βρυξέλλες. Εταιρείες όπως η Elbit και η IAI συμμετέχουν στον καθορισμό των «απειλών» που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, όπως η μετανάστευση, για να λάβουν στη συνέχεια τα κονδύλια για την αντιμετώπισή τους.
Έτσι, τα συστήματα που δοκιμάζονται στη Γάζα ως “combat-proven”, επιστρέφουν στην Ευρώπη και στα ελληνικά σύνορα.
Ο Έβρος μετατρέπεται ήδη σε ένα πεδίο εφαρμογής στρατιωτικών τεχνολογιών AI που «γεννήθηκαν» στο Ισραήλ, με την Ελλάδα να πρωτοστατεί στην υιοθέτηση αυτού του νέου, ψηφιακού δόγματος ασφαλείας.