Ο Τραμπ στην Κίνα: Όλα για τα τσιπ
Διαβάζεται σε 6'
Το ταξίδι είναι το πρώτο Αμερικανού προέδρου στην Κίνα από τότε που ο Τραμπ την επισκέφθηκε το 2017, με την τεχνολογία πλέον να είναι στο επίκεντρο της ατζέντας. Γιατί οι δύο πλευρές είναι “δεμένες”. Ο ρόλος της Ταϊβάν.
- 13 Μαΐου 2026 16:15
Οι ημιαγωγοί, ή αλλιώς τα μικροτσίπ, βρίσκονται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας. Τα τσιπ είναι πλέον απαραίτητα για την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, γεγονός που προκαλεί μια τεράστια έκρηξη στη ζήτηση, δημιουργώντας ελλείψεις στον εφοδιασμό, αυξάνοντας τις τιμές και πυροδοτώντας μια επενδυτική φρενίτιδα, ενώ παράλληλα τοποθετεί τον κλάδο στο επίκεντρο της γεωπολιτικής.
Στο πλαίσιο των τελευταίων εξελίξεων, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, επιβιβάστηκε στο Air Force One το βράδυ της Τρίτης μαζί με την αμερικανική αποστολή για την Κίνα, κατά τη διάρκεια μιας στάσης για ανεφοδιασμό στο Άνκορεϊτζ της Αλάσκα.
Σύμφωνα με το Axios, ο Πρόεδρος Τραμπ τηλεφώνησε στον Χουάνγκ και τον προσκάλεσε προσωπικά, μετά από δημοσιεύματα που ανέφεραν ότι ο μεγιστάνας των τσιπ δεν συμπεριλαμβανόταν στην ευρεία αντιπροσωπεία των Αμερικανών Διευθυνόντων Συμβούλων για τη σύνοδο κορυφής στο Πεκίνο.
Αυτή η κινητικότητα αντικατοπτρίζεται έντονα και στις αγορές, με το χρηματιστήριο πλέον να κινείται σε μεγάλο βαθμό στον ρυθμό των ημιαγωγών. Είναι χαρακτηριστικό ότι από την κυκλοφορία του ChatGPT το 2022, ο δείκτης τσιπ PHLX – που παρακολουθεί τις 30 μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου – εκτινάχθηκε στο 16% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του S&P 500 (Standard & Poor’s 500) από μόλις 4% που κατείχε προηγουμένως, όπως επεσήμανε πρόσφατα ο Τζον Όθερς του Bloomberg.
Οι μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών, οι οποίες τροφοδοτούσαν ένα ράλι ανόδου από τον Μάρτιο, παρέσυραν την αγορά σε πτώση την Τρίτη, καθώς ο δείκτης PHLX υποχώρησε κατά 3%.
Είναι δύσκολο να αναδείξει κανείς το πόσο παράξενη είναι η αγορά των τσιπ αυτή τη στιγμή. Εκτός από την περίοδο της πανδημίας, όταν τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα αύξησαν τα κόστη, παραδοσιακά η τιμή της υπολογιστικής ισχύος ακολουθούσε πτωτική πορεία.
Τώρα, η φρενήρης ζήτηση για υπολογιστική ισχύ που απαιτείται για την τροφοδοσία της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) έχει αυξήσει τις τιμές σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα των τσιπ: από τα πιο εξελιγμένα (logic chips) και τα τσιπ μνήμης που αποθηκεύουν δεδομένα, μέχρι τα παλαιότερης γενιάς που τροφοδοτούν υποδομές όπως αυτοκίνητα ή βιομηχανικά μηχανήματα.
“Αυτό που κανείς δεν είχε προβλέψει πραγματικά για το 2025 και το 2026 ήταν οι έντονες ελλείψεις”, αναφέρει ο Kelly Littlepage ιδρυτής της OneChronos, μιας εταιρείας που σχεδιάζει νέους τύπους αγορών για επενδύσεις. “Ακόμα και τα παλαιότερα τσιπ παρουσιάζουν πλέον αύξηση της αξίας τους ως επενδυτικό στοιχείο”. Η εταιρεία του, αναπτύσσει μια αντίστοιχη αγορά για την υπολογιστική ισχύ (computing power – πόσο γρήγορα μπορεί μια μηχανή να εκτελέσει μια λειτουργία). Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχει και ο Paul Milgrom ο οποίος τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ το 2020 για το έργο του στη θεωρία των δημοπρασιών.
Δεν είναι όμως η μόνη σχετική εταιρεία. Ο όμιλος CME Group ανακοίνωσε την Τρίτη ότι λανσάρει μια νέα αγορά προθεσμιακών συμβολαίων (futures market) για τη διαπραγμάτευση της υπολογιστικής ισχύος. “Ως η ραχοκοκαλιά της ψηφιακής οικονομίας, η υπολογιστική ισχύς είναι το νέο πετρέλαιο του 21ου αιώνα”, δήλωσε σε ανακοίνωσή του ο Διευθύνων Σύμβουλος του CME, Τέρι Ντάφι (Terry Duffy).
ΗΠΑ – Κίνα σε αλληλοεξάρτηση
Όπως λοιπόν γίνεται εύκολα αντιληπτό, η συνάντηση του Τραμπ με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας στο παγκόσμιο εμπόριο τσιπ. Οι ΗΠΑ κυριαρχούν στην προηγμένη υπολογιστική ισχύ AI που βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας. Όμως η Κίνα ελέγχει τη βάση – διαθέτει δηλαδή τα κρίσιμα ορυκτά.
Με άλλα λόγια, η μία οικονομία χρειάζεται την άλλη. Όπως σημειώνει το Axios η προοπτική να “κυριαρχήσει βιομηχανικά” οποιαδήποτε από τις δύο οικονομίες στο άμεσο μέλλον, δεν κρίνεται ως πιθανή. Στη μέση βρίσκεται πάντα η Ταϊβάν, καθώς τα περισσότερα από τα πιο προηγμένα τσιπ παγκοσμίως κατασκευάζονται στο νησί, όπως δήλωσε φέτος στο Νταβός ο Υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ (Scott Bessent). “Αν αυτό το νησί αποκλειστεί, αν αυτή η παραγωγική ικανότητα καταστραφεί, θα μιλάμε για μια οικονομική αποκάλυψη”, είπε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου.
Σε διπλωματικό επίπεδο οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι “δεν υποστηρίζουν” την ανεξαρτησία της Ταϊβάν, ωστόσο εκτιμάται πως το Πεκίνο ίσως ζητήσει μια πιο “ρητή” και σαφή διατύπωση σχετικά με το θέμα αυτό, με το “δεν υποστηρίζουν” να γίνει “αντιτίθεται”.
Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ημιαγωγών στον κόσμο. Χρειάζεται τα τσιπ της Ταϊβάν για να τροφοδοτήσει την τεράστια βιομηχανία συναρμολόγησης ηλεκτρονικών ειδών (smartphone, υπολογιστές) και την παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ενώ οι ΗΠΑ παρέχουν το software στην Ταϊπέι. Η δε Ταϊβάν εισάγει περίπου 3.000 τόνους σπανίων γαιών ετησίως για τη βιομηχανία της και πάνω από το 95% των άμεσων εισαγωγών πρώτων υλών σπανίων γαιών προέρχεται από την Κίνα.
Αξίζει να σημειωθεί πως η ηγετική θέση των ΗΠΑ στην υπολογιστική ισχύ και την τεχνολογία των προηγμένων τσιπ βασίζεται στον έλεγχο των πιο κρίσιμων σταδίων της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, παρά το γεγονός ότι η φυσική κατασκευή (fabrication) γίνεται κυρίως στην Ασία. Οι αμερικανικές εταιρείες ελέγχουν περίπου το 50% της παγκόσμιας αγοράς ημιαγωγών και κατέχουν τα πρωτεία στον σχεδιασμό των πιο εξελιγμένων (όπως οι GPU των Nvidia και AMD).
Επιπλέον, οι ΗΠΑ μονοπωλούν το λογισμικό EDA (Electronic Design Automation), δηλαδή τα εξειδικευμένα εργαλεία με τα οποία σχεδιάζονται τα μικροτσίπ, χωρίς τα οποία καμία χώρα (συμπεριλαμβανομένης της Κίνας) δεν μπορεί να δημιουργήσει σύγχρονα τσιπ.
Οι ΗΠΑ φιλοξενούν και ελέγχουν επίσης σχεδόν τα μισά data centers παγκοσμίως.
Από τη δική της μεριά η Κίνα ελέγχει πάνω από το 60-70% της παγκόσμιας εξόρυξης σπάνιων γαιών και το 90% της παγκόσμιας ικανότητας επεξεργασίας και διαχωρισμού τους. Συγκεκριμένα, η Κίνα παράγει το 98% του παγκόσμιου γαλλίου (gallium) και το 68% του γερμανίου (germanium), δύο υλικών που είναι απολύτως απαραίτητα για την κατασκευή ημιαγωγών επόμενης γενιάς.
Η τρέχουσα σύνοδος κορυφής μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ εστιάζει σε μεγάλο βαθμό στην παράταση της εύθραυστης μονοετούς εκεχειρίας που συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών για τις σπάνιες γαίες, προκειμένου να αποφευχθεί ένα νέο κύμα καθολικών κινεζικών αποκλεισμών εξαγωγών σε γάλλιο, γερμάνιο, αντιμόνιο, καθώς και σε κρίσιμες σπάνιες γαίες.
Οι περιορισμοί αυτοί ως απάντηση στον Τραμπ έχουν προκαλέσει έντονες πιέσεις και ελλείψεις στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία και τη βιομηχανία τσιπ.
Από τα παραπάνω προκύπτει πως οι δύο υπερδυνάμεις είναι εγκλωβισμένες σε μια αμοιβαία εξάρτηση, με την Ταϊβάν στη “μέση”. Η Αμερική δεν μπορεί να φτιάξει τσιπ χωρίς τα ορυκτά της Κίνας, και η Κίνα δεν μπορεί να αναπτύξει AI χωρίς το λογισμικό, τα εργαλεία σχεδίασης (EDA) και την αρχιτεκτονική των ΗΠΑ. Πράγματα που σίγουρα θα τεθούν στις διπλωματικές συζητήσεις αυτών των ημερών.