ΜΑΡΙΑΜ ΣΟΥΛΑΚΙΩΤΗ: Η ΣΟΚΑΡΙΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΡΙΑΛ ΚΙΛΕΡ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ
Μια απίστευτη αληθινή ιστορία (θρησκευτικού) εγκλήματος γίνεται ταινία. Το NEWS 24/7 βρέθηκε στα γυρίσματα του “Sound of Silence” για να μάθει περισσότερα.
«Η ιστορία της Μαριάμ είναι τεράστια. Υπάρχει ένα κομμάτι όπου μοιάζει σχεδόν γκανγκστερική φιγούρα», μας λέει ο σεναριογράφος Ζαν-Φρανσουά Ιγκέλ καθώς συζητάμε για την εφιαλτική περσόνα που ενέπνευσε το θρίλερ Sound of Silence, που πρόσφατα ολοκλήρωσε γυρίσματα στην Ελλάδα.
«Είχε πρατήριο καυσίμων, φέρεται να εμπλεκόταν σε λαθρεμπόριο ελαστικών με την Κύπρο. Όταν συνελήφθη, βρέθηκαν πολλά χρήματα και ακίνητα, προερχόμενα και από ανθρώπους που είχαν μπει στο μοναστήρι. Άρα το ερώτημα ήταν: ήταν εγκληματίας με οικονομικά κίνητρα ή φανατική;», αναρωτιέται.
«Στον τρόπο που δρούσε η Μαριάμ υπήρχε κάτι που μου φαινόταν σχεδόν παγανιστικό. Γιατί να πηγαίνει τα κορίτσια στο δάσος; Μου θύμιζε κάτι φολκ, τελετουργικό», συμπληρώνει από την πλευρά της η σκηνοθέτρια Τζόις Νασαουάτι, για την οποία αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία.
«Μεγάλωσα ορθόδοξη», τονίζει. «Αυτό είναι οικείο για μένα. Αλλά αν το κοιτάξεις απ’ έξω, υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να διαστραφούν. Έκανα focus σε αυτό. Με ενδιέφερε να δω πώς ο Χριστιανισμός μπορεί, αν διαστραφεί, να πάει σε σκοτεινά μέρη. Έχει μέσα του ένα σκοτεινό στοιχείο. Κι αυτό με ενδιέφερε να εξερευνήσω».
Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΜ ΣΟΥΛΑΚΙΩΤΗ
Η Μαριάμ Σουλακιώτη ήταν μοναχή και ηγούμενη ενός παλαιοημερολογίτικου μοναστηριού στην Κερατέα, με δράση που ξεκινά το 1927. Για τη ζωή της Σουλακιώτη δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, καθώς ακόμα και το εύρος των παράνομων δράσεών της παραμένει ασαφές – ή ακόμα κι ο αριθμός των θυμάτων της.
Αυτό πάντως που φαίνεται να ισχύει, είναι το μοτίβο της δράσης της στο μοναστήρι. Ένα μέρος όπου, ιδίως σε περιόδους ανέχειας και μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής αβεβαιότητας, προσέφερε ανοιχτόχερα την ελπίδα σε ανυποψίαστα άτομα.
Η Σουλακιώτη προσέγγιζε εύπορες κυρίως γυναίκες πείθοντάς τες ότι το μοναστήρι ήταν ένας πνευματικός δρόμος που θα έσωζε την ψυχή αλλά και το σώμα τους – πχ σε περιπτώσεις αρρώστιας όπως φυματίωση. Μέσα ψυχολογική πίεση, εκμετάλλευση αλλά συχνά και απομίνωση και σωματική απειλή, η Σουλακιώτη έπειθε τα θύματά της να μεταβιβάσουν την περιουσία τους στο μοναστήρι, όπως δηλαδή κάνει κάθε σωστό cult.
Στη συνέχεια, τις άφηνε να πεθάνουν.
Σημειώνονται αμέτρητες περιπτώσεις εγκληματικής αμέλειας και εγκατάλειψης, με τη Σουλακιώτη να εγκαταλείπει άτομα σε κελιά με ελάχιστη τροφή και ανύπαρκτη ιατρική φροντίδα, με αποτέλεσμα τον θάνατό τους. Υπήρχαν μονάδες θεραπείας δίχως επίβλεψη γιατρού, όπου κρατούμενες κατέληγαν να πεθαίνουν ενώ νόμιζαν πως βελτιώνονται – ή έστω πως όλα είναι υπό έλεγχο.
Και υπάρχουν και οι περιπτώσεις πιο άμεσης επιθετικότητας – δηλαδή βασανισμών και ξυλοδαρμών σε περιπτώσεις που η Σουλακιώτη ένιωθε πως η εξουσία της ίδιας ή του μοναστηριού αμφισβητείτο.
Το αποτέλεσμα σε αυτό το φρικιαστικό σκηνικό απομόνωσης, εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης, φτάνει ένα εύρος που ποτέ δεν έγινε πλήρως γνωστό.
Αυτό που ξέρουμε είναι πως το 1950 έγινε αστυνομική εισβολή στο μοναστήρι όταν και απελευθερώθηκαν δεκάδες γυναίκες και παιδιά. Στη δίκη που ακολούθησε, η Σουλακιώτη κρίθηκε ένοχη για προμελετημένες δολοφονίες με τον αριθμό των θυμάτων να αναφέρεται ως 27, αλλά και για πάνω από 100 περιπτώσεις αμέλειας που οδήγησαν απευθείας σε θάνατο, λόγω των συνθηκών που αναφέραμε. Κάποια στιγμή οι αρχές έκαναν αναφορά ακόμα και για 500 θύματα.
Τον ακριβή αριθμό δε θα τον μάθουμε ποτέ, ωστόσο η ίδια καταδικάστηκε και πέθανε στη φυλακή του 1954. Η μονή συνέχισε τη λειτουργία της, με τις αρχές να ερευνούν υποθέσεις εξαφάνισης κοριτσιών στην γύρω περιοχή μέχρι και το 1959.
Μια υπόθεση σοκαριστική, που θέτει υπό εξέταση τη σύνδεση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων σε περιόδους κρίσης, με την θρησκευτική εκμετάλλευση. Με φόντο ένα σκηνικό αυθεντικού, λαϊκού θρησκευτικού τρόμου.
«ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΞΩ ΠΩΣ Η ΒΙΑ ΠΕΡΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ»
Το περίεργο δεν είναι ότι γυρίστηκε τώρα ταινία για την υπόθεση – το περίεργο είναι ότι δεν είχε γυριστεί τόσα χρόνια. Ίσως έχει να κάνει με το ότι η υπόθεση δεν είναι τελικά και τόσο γνωστή.
«Έψαχνα ιστορίες για ταινία με σίριαλ κίλερ», μας λέει ο Ζαν-Φρανσουά Ιγκέλ, που έγραψε το σενάριο μαζί με τη Τζόις Νασαουάτι. «Κάνοντας έρευνα στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω σε αυτή την υπόθεση. Τότε υπήρχαν ελάχιστες πληροφορίες. Ουσιαστικά μια παράγραφος, τύπου Wikipedia».
«Αναμείγνυε όμως στοιχεία που μας ενδιέφεραν: θρησκεία, μαζική βία, μια ισχυρή γυναικεία φιγούρα. Ξεκινήσαμε να ερευνούμε περισσότερο. Προσλάβαμε δικηγόρο που μπήκε στα αρχεία της ελληνικής Δικαιοσύνης, μιλήσαμε με δημοσιογράφους. Σταδιακά συγκεντρώσαμε περισσότερο υλικό».
«Ψάξαμε δικαστικά αρχεία, διαβάσαμε πολλά. Είναι τεράστιο στόρι», εξηγεί η σκηνοθέτρια. «Θα μπορούσαν να γίνουν πολλές ταινίες. Έχει οικονομικά σκάνδαλα, περιουσίες. Εγώ όμως έκανα focus στον φανατισμό. Ήθελα να κάνω ταινία τρόμου, όχι ντοκιμαντέρ».
«Η αληθινή ιστορία της Μαριάμ και του μοναστηριού της μάς φάνηκε ιδανική αφετηρία για ταινία τρόμου. Είναι μια ιστορία σχεδόν άγνωστη, τουλάχιστον στη Γαλλία», λέει ο παραγωγός Τομά Ζακέ. «…αλλά και στην Ελλάδα δεν είναι ευρέως γνωστή», συμπληρώνει, και δεν έχει άδικο.
Βρισκόμαστε στον χώρο του μουσείου Βορρέ, όπου η ταινία Sound of Silence έχει σήμερα μια από τις τελευταίες μέρες γυρισμάτων. Βλέπουμε πολλά εξωτερικά πλάνα, πολλή γενική κάλυψη, ατμόσφαιρα. Μια μαυροντυμένη φιγούρα-μοναχή κινείται σε σκάλες, στο φόντο, σαν μια αόριστα απειλητική παρουσία που ο φακός θέλει να εντοπίσει.
«Στο πραγματικό μοναστήρι υπάρχει έντονα η αίσθηση του λαβύρινθου. Αυτό ήθελα να το κρατήσω», μας εξηγεί η Νασαουάτι για την επιλογή του χώρου. «Δεν ήθελα όμως ένα βαρύ, πέτρινο, “black metal” μοναστήρι. Το original είναι λευκό, και αυτό μου άρεσε. Ήθελα στην αρχή, όταν φτάνουν τα κορίτσια, να υπάρχει φωτεινότητα. Μια γαλήνη. Σαν τα λουλούδια που ελκύουν τα έντομα πριν τα παγιδεύσουν».
«Σε ένα κανονικό μοναστήρι μπορείς να νιώσεις ηρεμία. Ήθελα πρώτα να νιώσουμε αυτό, και μετά να γίνει η διαστροφή του. Η μετάβαση από τη γαλήνη στο σκοτάδι».
Τα κορίτσια στα οποία αναφέρεται είναι οι δύο κεντρικές ηρωίδες του φιλμ, τις οποίες παίζουν οι Μίλι Μπρέιντι (από τη σειρά The Last Kingdom) και η Έλσα Λεκάκου, κι οι οποίες φτάνουν στο μοναστήρι και σταδιακά καταλαβαίνουν τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκονται οι ζωές τους.
Η οπτική του φιλμ είναι από την πλευρά του, όπως μας επιβεβαιώνει κι η Λεκάκου. «Στην ταινία υπάρχουν δύο βασικοί γυναικείοι ρόλοι, η Χριστίνα και η Άλις. Είναι δύο γυναίκες που, για την εποχή, διακρίνονται από έναν προοδευτισμό. Δεν έχουν άμεση σχέση με τη θρησκεία. Κι όμως καταλήγουν σε αυτόν τον χώρο, στη μονή, όπου συμβαίνουν όλα».
Η Λεκάκου παίζει την Χριστίνα, μια κοπέλα που προέρχεται από μια οικογένεια αριστερών στη διάρκεια της δικτατορίας, και της οποίας οι γονείς είναι στη φυλακή. «Στην αρχή της ταινίας δουλεύει με τον θείο της σε μια “αριστερή” ταβέρνα κάπου σε χωριό, δεν έχει ιδιαίτερη πελατεία, μόνο κάτι χίπηδες που κάνουν τουρ στην Ευρώπη και σταματούν στην Ελλάδα. Αυτή είναι η αφετηρία της».
Αν η Χριστίνα και η Άλις είναι οι πιο κεντρικά σχηματισμένες ηρωικές φιγούρες, τότε η Σουλακιώτη παραμένει κάτι σαν απειλή-φάντασμα στην ταινία, στην διαδρομή των κοριτσιών. «Η ηγουμένη λειτουργεί σαν φιγούρα με σχεδόν θεϊκή διάσταση μέσα στο πλαίσιο της ταινίας. Δεν χρειάζεται να κάνει πολλά η ίδια. Τα πράγματα συμβαίνουν γύρω της, σαν να υπάρχει εντολή άνωθεν. Αυτό την καθιστά πολύ επιβλητική… και φριχτή», εξηγεί η Λεκάκου.
«Δεν είναι αναπαράσταση», τονίζει η Νασαουάτι. «Έφτιαξα έναν δικό μας κόσμο, βασισμένο σε στοιχεία της αληθινής ιστορίας, σε ένα old school αισθητικό πλαίσιο. Δεν ήθελα “στεγνή” βία. Στην πραγματικότητα υπήρχαν ξυλοδαρμοί, πολύ ωμά. Εγώ ήθελα να δείξω πώς η βία περνά μέσα από τελετουργικά. Γι’ αυτό το μοναστήρι είναι μια δική μας εκδοχή. Πήρα διαφορετικά ντεκόρ, τα ενώσαμε, κάναμε DIY παρεμβάσεις. Είναι κατασκευασμένος κόσμος», αναλύει.
«ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΡΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΛΕΣ HORROR ΤΑΙΝΙΕΣ»
«Πρώτα απ’ όλα, ήθελα να κάνω μια ταινία τρόμου στην Ελλάδα», ξεκαθαρίζει η Νασαουάτι, που γεννήθηκε στο Λίβανο αλλά έζησε στην Ελλάδα. «Μεγάλωσα εδώ. Δεν έχουμε πολλές horror ταινίες. Ήθελα να δουλέψω με εικόνες που δεν έχουν φθαρεί».
«Για να γίνει σωστά, έπρεπε να βρω μια ιστορία από εδώ. Ο σεναριογράφος βρήκε ένα ξένο άρθρο για μια ηγουμένη στην Ελλάδα. Δεν το είχα ακούσει ποτέ. Μετά είδαμε ότι ήταν στην Κερατέα. Πήγα εκεί… σχεδόν κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό», εξηγεί. «Γι’ αυτό προσπάθησα να το κάνω folk. Να χρησιμοποιήσω το δάσος, το πεύκο, λαϊκά στοιχεία θεραπείας».
«Αλλά το λέω πάντα: δεν είναι η αληθινή ιστορία όπως έγινε. Είναι ένα κομμάτι σκέψης πάνω σε αυτήν».
Ένα αντίστοιχο κίνητρο εξερεύνησης είχε κι ο Ιγκέλ από την πλευρά του. «Δεν υπάρχουν πολλές ταινίες για την Ορθοδοξία. Έχουμε δει πολλές για τον Καθολικισμό, αλλά η ορθόδοξη αισθητική στον κινηματογράφο είναι σπάνια».
Όχι μόνο αυτό όμως. «Ζούμε σε μια εποχή όπου ο Χριστιανισμός διαστρέφεται. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, βλέπουμε τον Ιησού να χρησιμοποιείται ως σύμβολο από ακραία συντηρητικά κινήματα. Κι αυτό δεν συνάδει με το αρχικό μήνυμα αγάπης. Στην ταινία υπάρχει ένας χαρακτήρας, η Σοφία, που παλεύει ανάμεσα σε δύο εκδοχές του Ιησού: το μήνυμα αγάπης και την παραμορφωμένη, βίαιη χρήση του από τη Μαριάμ. Αυτό ήταν για εμάς επίκαιρο», ξεκαθαρίζει ο σεναριογράφος.
Από την πλευρά του, το κλειδί στην ανάπτυξη αυτής της ιστορίας ήταν να καταφέρουν να εστιάσουν στην πτυχή που είχε αλήθεια κάτι να τους πει. «Επιλέξαμε να μειώσουμε την κλίμακα και να εστιάσουμε στον φανατισμό και στο cult στοιχείο. Στη δική της αντίληψη περί “κάθαρσης”. Στη σχέση της πίστης με το σώμα. Βρήκαμε παρόμοια μοτίβα και σε ακραίες ορθόδοξες σέκτες στη Ρωσία — την ιδέα ότι το σώμα πρέπει να υποφέρει για να εξαγνιστεί. Αυτό μας ενδιέφερε θεματικά», λέει.
Όσο για την Μαριάμ, υπογραμμίζει πως ήθελαν να αποφύγουν το πλήρες, συμβατικό ψυχογράφημά της. «Είναι περισσότερο φιγούρα εξουσίας, σαν σκιά», λέει.
«Σε μια ταινία με τέρας, όταν δεις καθαρά το τέρας, παύει να είναι τόσο τρομακτικό. Το ίδιο και εδώ. Οπότε είναι πιο αφηρημένη παρουσία. Δεν είχαμε πολλά βιογραφικά στοιχεία, άρα κινηθήκαμε και πιο αφαιρετικά. Υπό μία έννοια, δεν ενσαρκώνει μόνο τον εαυτό της αλλά μια θεματική, ένα αφηρημένο κακό».
Για την ηθοποιό Έλσα Λεκάκου η εμπειρία αυτή ήταν πρωτόγνωρη. «Είναι πολύ χτισμένη πάνω στο σασπένς, υπάρχουν αλυσιδωτά συμβάντα, οι χαρακτήρες δεν έχουν χρόνο να αναπνεύσουν, είναι διαρκώς σε mode επιβίωσης. Πώς θα ξεφύγουν, πώς θα δραπετεύσουν». Κάτι του οποίου όμοιο δεν έχει ξανακάνει.
«Είναι μια ταινία με πολλή σωματικότητα. Τρέξιμο, πάλη, καταστάσεις έντασης. Έχει και stunts, πράγμα που δεν είχα ξανακάνει. Η ερμηνεία βασίζεται πολύ περισσότερο στο σώμα παρά στον λόγο». Το σώμα εδώ είναι τελικά το κλειδί – ένα απόλυτο, τελικό οχυρό επιβίωσης.
«Από αυτή την εμπειρία κρατώ κυρίως τη συνειδητοποίηση, βιωματικά πια, του πώς η θρησκεία συνδέεται συχνά με την κακοποίηση του σώματος, και ιδιαίτερα του γυναικείου σώματος», μας λέει η ηθοποιός. «Θεωρητικά το είχα σκεφτεί. Αλλά μέσα από τις σκηνές το ένιωσα πιο έντονα. Η ιδέα ότι μέσα από το βάσανο, μέσα από την κακοποίηση, μπορεί να “αγιοποιηθεί” κάποιος. Ότι η εξαγνιστική διαδικασία περνά από τον πόνο».
Εκεί είναι που μπαίνει αποφασιστικά και το στοιχείο του horror, όπως εξηγεί ο παραγωγός Τομά Ζακέ. «Ζούμε σε ταραγμένους καιρούς, και η ταινία τρόμου σου επιτρέπει να περάσεις μέσα από τους φόβους σου. Και ίσως, όταν βγεις από την αίθουσα, να νιώσεις λίγο καλύτερα», λέει.
«Η ιδέα ήταν να κάνουμε μια ταινία που να απευθύνεται στο κοινό του είδους, ιδιαίτερα σε νεότερους θεατές. Σήμερα, ειδικά στη Γαλλία, η κινηματογραφική αγορά είναι δύσκολη, αλλά οι ταινίες τρόμου πάνε καλά. Προσελκύουν νεανικό κοινό. Παράλληλα, βλέπουμε ταινίες τρόμου να μπαίνουν στο διαγωνιστικό μεγάλων φεστιβάλ. Υπάρχει μια μετατόπιση. Το είδος κερδίζει έδαφος, και είναι συναρπαστικό να είμαστε μέρος αυτής της στιγμής», αναφέρει.
Προσέγγισαν λοιπόν σε αυτό το πρότζεκτ ένα ιστορικό αληθινό έγκλημα με στοιχεία ritual και θρησκευτικής εμμονής και εκμετάλλευσης, αλλά με όρους folk horror θρίλερ. «Δεν είναι εύκολη ταινία», λέει ο παραγωγός. «Είναι εποχής, έχει stunts, ειδικά εφέ, ζώα, παιδιά, δηλαδή πολλά απαιτητικά στοιχεία ταυτόχρονα. Και τα κάνουμε με ευρωπαϊκό budget».
«Φυσικά πήραμε αποστάσεις από την πραγματική ιστορία, για παράδειγμα μεταφέραμε την εποχή στα ’70s. Οι δεκαετίες εκείνες, με την επιθυμία των νέων για ελευθερία αλλά και τη συστημική καταπίεση, μας φάνηκαν πιο κοντινές στο σήμερα απ’ ό,τι τα ’50s», αναλύει.
Αλλά στην καρδιά όλων είναι αυτή η εφιαλτική, οριακά ανεξήγητη φιγούρα ισχύος, τρόμου και απειλής. Αντιπροσωπεύει τελικά κάτι το απολύτως διαχρονικό, μέσα κι από τους κώδικες μιας ταινίας είδος;
«Δεν θέλαμε να εξηγήσουμε πλήρως το κακό», παραδέχεται ο Ζακέ. «Ήταν εγκληματίας; Ή μυστικίστρια; Επιλέξαμε να κινηθούμε περισσότερο προς τη μυστικιστική πλευρά. Όπως λέει και η Τζόις, το κακό που δεν μπορείς να εξηγήσεις είναι πιο τρομακτικό».
Τα γυρίσματα του Sound of Silence ολοκληρώθηκαν. Η ταινία θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα.