K.Μαρινάκος – ΠΟΞ: Οριζόντιες και μονοδιάστατες απαγορεύσεις στο χωροταξικό του τουρισμού
Διαβάζεται σε 6'
Η επιτυχία ενός αειφόρου σχεδιασμού έγκειται στην ικανότητα των τοπικών φορέων να αξιολογούν τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο αναφέρει ο Αντιπρόεδρος Γ’ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων.
- 29 Μαΐου 2026 19:05
“Σφοδρές αντιπαραθέσεις έχει πυροδοτήσει το αναθεωρημένο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό (ΕΧΠ-Τ) μεταξύ του Κράτους και των συλλογικών τουριστικών φορέων της Χώρας, οι οποίοι αντιτίθενται σθεναρά στους οριζόντιους περιορισμούς που επιχειρεί να επιβάλει το κράτος.
Και είναι πολύ λογικό άλλωστε, εάν αναλογιστεί κανείς ότι ναι μεν, ένα ανάλογο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να έχει σαφή προσανατολισμό προς την βιώσιμη ανάπτυξη, την ανθεκτικότητα των προορισμών και τη διασφάλιση του φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος της χώρας αλλά με παράλληλη διασφάλιση βιωσιμότητας των επιχειρήσεων του τουρισμού και στήριξης της εθνικής και τοπικής οικονομίας.”
Αυτό αναφέρει, μιλώντας στο NEWS 24/7 o Κων/νος Μαρινάκος, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Πρόεδρος του Τουριστικού Οργανισμού Πελοποννήσου και Αντιπρόεδρος Γ’ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων
Όπως αναφέρει, “το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό (ΕΧΠ-Τ) πρέπει να λειτουργεί ως ένα κατεξοχήν στρατηγικό κείμενο, χωροταξικής πολιτικής, η οποία οφείλει να μην εξαντλείται σε οριζόντιους, ρυθμιστικούς περιορισμούς, αλλά να παρέχει μακροπρόθεσμες στρατηγικές κατευθύνσεις. Κάτι τέτοιο προάγει την ανθεκτικότητα, τη βιωσιμότητα και την εξειδίκευση των προορισμών. Οφείλει να ενσωματώνει ποιοτικούς στόχους και αρχές χωρικής διάρθρωσης, αφήνοντας την εξειδίκευση των όρων δόμησης και των τοπικών χρήσεων γης στα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ). Διότι ο ευέλικτος και κατευθυντήριος χαρακτήρας επιτρέπει την προσαρμογή στις σύγχρονες προκλήσεις, αποτρέποντας σενάρια υπερτουριστικής επιβάρυνσης και εξασφαλίζοντας την ισόρροπη ανάπτυξη περιβάλλοντος και οικονομίας.
Κανείς δεν αντιλέγει ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός αποτελεί θεμέλιο λίθο για την ισόρροπη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με τον τουρισμό να κατέχει κεντρικό ρόλο. Και είναι κοινά επίσης αποδεκτό ότι η αναθεώρησή τους δεν μπορεί να γίνεται με βραχυπρόθεσμα κριτήρια αλλά με μακροπρόθεσμες κατευθύνσεις (τουλάχιστον πενταετίας αν όχι περισσότερο) προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου. Οι συχνές παρεμβάσεις διαταράσσουν την αναπτυξιακή συνοχή αντί να προάγουν τη βιωσιμότητα. Κάτι τέτοιο όμως συνεπάγεται ότι, τυχόν άστοχες και άσκοπες οριζόντιες απαγορεύσεις που επιβάλλονται βεβιασμένα θα μπορούσαν να υπονομεύσουν για δεκαετίες την αναπτυξιακή πορεία της χώρας προς την Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη.
Η επιβολή οριζόντιων περιορισμών – όπως γενικευμένα ανώτατα όρια κλινών ή μονοδιάστατες απαγορεύσεις δόμησης σε ολόκληρες Περιφέρειες – αγνοεί τις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των προορισμών. Δύο περιοχές ενδέχεται να έχουν ίδιο μέγεθος, αλλά εντελώς διαφορετικές αντοχές στις υποδομές, στη διαχείριση υδάτων και ενέργειας. Επιστημονικές μελέτες τονίζουν ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να είναι ευέλικτος και εστιασμένος στις φέρουσες ικανότητες κάθε περιοχής. Η λήψη οριζόντιων, πρόχειρων μέτρων μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική στασιμότητα και να βλάψει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος μακροπρόθεσμα.
Επιπλέον, η σύγχρονη επιστημονική και πολιτική προσέγγιση αντιμετωπίζει τη Φέρουσα Ικανότητα όχι ως ένα ‘’τροχοπέδη’’ στην ανάπτυξη και ως ένα μονοδιάστατο αριθμό αλλά ως ένα ευέλικτο σύνολο ορίων. Η επιτυχία ενός αειφόρου σχεδιασμού έγκειται στην ικανότητα των τοπικών φορέων να αξιολογούν τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο. Τα όρια αυτά μεταβάλλονται και θα έπρεπε να επαναπροσδιορίζονται πολυδιάστατα: όχι μόνο ως σχέση πληθυσμιακής δυναμικής (μόνιμος και εποχιακός πληθυσμός) -που σαφώς επηρεάζει το κοινωνικό όριο αντοχής- αλλά και ως επάρκεια και αναβάθμιση των υποδομών. Οι τεχνικές υποδομές, όπως τα δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, διαχείρισης απορριμμάτων και οδικών μεταφορών, ορίζουν το μέγιστο όριο φιλοξενίας χωρίς περιβαλλοντική υποβάθμιση. Εάν υλοποιηθούν έργα εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης των υποδομών, τότε η φέρουσα ικανότητα αυξάνεται. Αντίθετα, όταν οι δομές φτάνουν στα όρια κατάρρευσης, το όριο της φέρουσας ικανότητας πρέπει να μειώνεται βραχυπρόθεσμα για την προστασία του τόπου.
Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τεχνολογία λειτουργεί ως επιταχυντής και ρυθμιστής. Η ψηφιακή διαχείριση επιτρέπει τη δυναμική προσαρμογή της χωρητικότητας ενός προορισμού μέσω συστημάτων πρόβλεψης, ελέγχου και εξισορρόπησης της επισκεψιμότητας σε πραγματικό χρόνο, ενώ η εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης και ψηφιακών πλατφορμών που κατευθύνουν τους επισκέπτες σε εναλλακτικές διαδρομές, μπορούν-υπο προϋποθέσεις-να μειώσουν σημαντικά τις τοπικές πιέσεις.
Είναι επίσης γνωστό ότι, η μετάβαση σε «πράσινα» καταλύματα αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα, με τον ξενοδοχειακό κλάδο να πρωτοπορεί και να υιοθετεί συστηματικά φιλοπεριβαλλοντικές πρακτικές (εξοικονόμηση ενέργειας και νερού, ανακύκλωση, χρήση ΑΠΕ). Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των πρακτικών δεν είναι οριζόντια ούτε εξίσου εφικτή για όλα τα καταλύματα. Οι δυνατότητες για την επίτευξη υψηλού επιπέδου περιβαλλοντικών επιδόσεων είναι ευθέως ανάλογες με το μέγεθος (δυναμικότητα σε κλίνες) και την αστεροποίηση του καταλύματος: τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία και οι μονάδες υψηλών κατηγοριών (4 ή 5 αστέρων) διαθέτουν την απαιτούμενη οικονομική ευρωστία. Μπορούν να αποσβέσουν το κόστος επένδυσης για εγκατάσταση συστημάτων γεωθερμίας, έξυπνων συστημάτων διαχείρισης ενέργειας (BMS) ή μονάδων βιολογικού καθαρισμού. Αντίθετα οι μικρότερες μονάδες ή τα καταλύματα χαμηλότερων κατηγοριών αντιμετωπίζουν αντικειμενικές δυσκολίες. Λόγω περιορισμένης έκτασης, εσόδων και υποδομών, η εφαρμογή καινοτόμων περιβαλλοντικών τεχνολογιών καθίσταται συχνά δυσανάλογα κοστοβόρα.Η στρατηγική προσαρμογή των μικρότερων μονάδων χρήζει στοχευμένων κινήτρων και ενισχύσεων.
Τέλος, η αυθεντικότητα του φυσικού και πολιτισμικού τοπίου συνιστά το κυριότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Για τις ελληνικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, η διαφύλαξή του τοπίου δεν είναι απλώς μια πράξη περιβαλλοντικής ευθύνης, αλλά θεμελιώδης οικονομικός πόρος. Ωστόσο, η ραγδαία και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων (π.χ. Airbnb) υπονομεύει τη μοναδική αυτή ταυτότητα. Οι ξενοδοχειακές μονάδες που επενδύουν στον σεβασμό της τοπικής αρχιτεκτονικής, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ανάδειξη των παραδόσεων καταφέρνουν να προσφέρουν μια αυθεντική ταξιδιωτική εμπειρία. Η διατήρηση της ταυτότητας των προορισμών προσελκύει επισκέπτες υψηλότερης ποιότητας και διασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις συνέβαλαν αρχικά στη διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος, η δίχως ουσιαστική ρύθμιση και άναρχη εξάπλωσή τους δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, αλλοίωσης της φυσιογνωμίας των προορισμών, υπέρμετρης και δυσανάλογης επιβάρυνσης των τοπικών υποδομών και αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των νόμιμα αδειοδοτημένων επιχειρήσεων, οι οποίες πληρούν αυστηρά πρότυπα περιβαλλοντικής και χωροταξικής συμμόρφωσης.
Η βιώσιμη ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού δεν θα προκύψει από αέναες αναθεωρήσεις των νόμων χωροθέτησης, αλλά από την ορθολογική εφαρμογή των υφιστάμενων κανονισμών με παράλληλη ενίσχυση των επιχειρήσεων, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τα διαφορετικά χαρακτηριστικά μεγέθους και κατηγορίας τους αλλά και την διαφορετικότητα των προορισμών” καταλήγει.