Θέλω να τους σκέφτομαι φοβισμένους
Διαβάζεται σε 3'
Φαντάζομαι πως πολλοί από τους διακόσιους θα ήταν φοβισμένοι, δεν μπορεί να μην ήταν. Πολλοί θα περίμεναν κάποια χάρη μέχρι την τελευταία στιγμή, δεν θα ήταν καθόλου έτοιμοι, κάποιοι θα έκλαψαν το προηγούμενο βράδυ. Έχω περισσότερη ανάγκη να τους σκέφτομαι έτσι.
- 19 Φεβρουαρίου 2026 06:11
Μας ενώνουν οι κοινές ιστορίες. Περισσότερο και από τα κοινά μας όνειρα. Μας δένουν όσα ζήσαμε μαζί, αλλά και όσα μαρτυράμε με τον ίδιο τόπο. Πολλές φορές οι κοινές μας ιστορίες είναι πράγματα που δεν τα ζήσαμε εμείς αλλά νιώθουμε την ανάγκη να τα διαφυλάξουμε σαν δικά μας και κυρίως να τα προστατέψουμε από την αμφισβήτηση, τον χλευασμό και την αναθεώρηση.
Όλα αυτά τα κωδικοποιούμε, δεν χρειάζεται να αφηγηθούμε ολόκληρη την ιστορία, έχουμε λέξεις που τα ορίζουν, τα περιγράφουν, φορτώνονται όλο το βάρος.
Από δω και πέρα θα λέμε «οι φωτογραφίες» και θα καταλαβαινόμαστε, δεν χρειάζονται περισσότερα. Θα λέμε «θυμάσαι εκείνο το πρωί που βγήκαν ο φωτογραφίες;» και θα είμαστε όλοι στην Καισαριανή. Με το ρίγος αμείωτο, με εκείνο το αρχικό μούδιασμα να παραμένει ζωντανό, και τον πήχη να μπαίνει τόσο ψηλά. Θα μου πεις τι άλλαξε; Τι καινούργιο μάθαμε που δεν το ξέραμε; Άλλαξε. Τα ονόματα έγιναν πρόσωπα, οι λέξεις μάτια, η φρίκη χαμόγελα, τι άλλο θέλεις να γίνει; Αλλιώς θα είχε γράψει μέσα μας ακόμη και η ιστορική αλήθεια του Ολοκαυτώματος, αν δεν είχαμε δει τις φωτογραφίες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Οι φωτογραφίες δεν έρχονται ως απόδειξη αλλά ως μία βίαιη υπενθύμιση πως αυτά δεν συνέβησαν σε κάποιους άγνωστους μίας μακρινής εποχής αλλά σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Μία φωτογραφία με ανθρώπους είναι πολύ πιο ισχυρή ακόμη και από το εφιαλτικό νούμερο έξι εκατομμύρια όταν το βλέπεις γραμμένο.
Η φρίκη αποκτά κόκκαλα αντί για γράμματα, δέρμα αντί για χαρτί βιβλίου. Δεν είναι πια περιγραφική, δεν έχει ανάγκη ρήματα και επίθετα, αχρηστεύει την γλώσσα.
Πολλοί στάθηκαν σε ορισμένα χαμόγελα. Όπως έχουν γραφτεί πολλά και για το χαμόγελο του Μπελογιάννη στο δικαστήριο. Επειδή αυτό με ξεπερνάει εγώ θα προτιμούσα να δω φόβο. Κάτι στα μέτρα μου. Φαντάζομαι πως πολλοί από τους διακόσιους θα ήταν φοβισμένοι, δεν μπορεί να μην ήταν. Πολλοί θα περίμεναν κάποια χάρη μέχρι την τελευταία στιγμή, δεν θα ήταν καθόλου έτοιμοι, κάποιοι θα έκλαψαν το προηγούμενο βράδυ. Έχω περισσότερη ανάγκη να τους σκέφτομαι έτσι.
Έκανα μόνος μου ένα πείραμα με τον εαυτό μου. Πώς θα περιέγραφα τις φωτογραφίες από την Καισαριανή σε ένα παιδί; Τι θα του έλεγα; Τίποτα. Δεν βρήκα τίποτα παιδαγωγικό, τίποτα που να μπορώ να εξηγήσω. «Κοίταξέ τες και τράβα έξω να παίξεις, μην χάνεις το παιχνίδι σου για τέτοια». Έτσι κι αλλιώς οι ήρωες δεν δικαιώνονται στα κλάματά μας αλλά στα γέλια μας. Τους χρωτάμε ότι μπορούμε να γελάμε, ότι δεν ζούμε σκυφτοί. Τα δικά μας χαμόγελα είναι το κέρδος όχι τα δικά τους πριν το απόσπασμα.
Στους κώδικες της ζωής μας αποκτήσαμε έναν ακόμα. Έπρεπε να περάσουν ογδόντα χρόνια. Και όταν ολοκληρωθεί η ταυτοποίηση θα μάθουμε περισσότερα για εμάς παρά για εκείνους.