Συγκλονιστική μαρτυρία του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα: “Πηγαίνοντας προς το Σκοπευτήριο, οι άνθρωποι αυτοί τραγουδούσαν”
Διαβάζεται σε 5'
Συγκλονιστική μαρτυρία του φωτογράφου του Πολυτεχνείου, Αριστοτέλη Σαρρηκώστα, ο οποίος περιγράφει όσα είδε την ημέρα της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών στη Καισαριανή
- 18 Φεβρουαρίου 2026 19:27
Ο εμβληματικός φωτογράφος του Πολυτεχνείου, Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, είναι γνωστός για τα ιστορικά ντοκουμέντα που κατέγραψε κατά την εξέγερση κατά της Χούντας, για το Associated Press.
Αυτό που όμως δεν είναι γνωστό για τον ίδιο, είναι πως ήταν παρών και σε μια άλλη, αιματοβαμμένη ιστορική στιγμή, την ημέρα της εκτέλεσης των 200 πατριωτών κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 από τους ναζί.
Βαθιά συγκινημένος και ταπεινός όπως πάντα, ο κ. Σαρρηκώστας περιέγραψε μιλώντας στο MEGA όσα είδε και έζησε ο ίδιος την μέρα εκείνη, σε ηλικία μόλις 8 ή 9 ετών, χαρίζοντάς μας μια ακόμα, πολύτιμη μαρτυρία, ανάμεσα σε εκείνες που έρχονται στο φως μετά τη δημοσιοποίηση για πρώτη φορά φωτογραφικών ντοκουμέντων από την αιματοβαμμένη μέρα.
Όπως υπογράμμισε, η περίοδος της Κατοχής στην Αθήνα ήταν «τρομερή». «Οι άνθρωποι πέθαιναν τότε στον δρόμο και καροτσάκι του δήμου τους έπαιρνε και τους πήγαινε στο κοιμητήριο της Καισαριανής, τους έθαβαν σε ομαδικούς λάκκους».
«Εμείς είμασταν μια οικογένεια με έξι παιδιά, ο πατέρας μου είχε πεθάνει το ’41. Και η μητέρα μου, αυτή η ηρωίδα που ήταν μητέρα και πατέρας μαζί, προσπαθούσε να μας κρατήσει μια ημέρα ζωντανούς, να δούμε το φως και της άλλης ημέρας.
Εκείνο που μας έσωσε, θα το πω με όλη μου την ειλικρίνεια, ήταν ο Ερυθρός Σταυρός, ο οποίος στο σχολείο του Ελευθέριου Βενιζέλου, ψηλά στην λεωφόρο της Καισαριανής, μας έδινε κάθε πρωινό που πηγαίναμε ένα ποτήρι γάλα, σκόνη γάλα, αλλά ήταν ένα ποτήρι γάλα. Και το μεσημέρι, ως επί το πλείστων μας δίνανε σούπες και ψάχναμε με το μικροσκόπιο να βρούμε το φασόλι και τη φακή. Πηγαίναμε κάθε μέρα εκεί, μιας και δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Δουλειές δεν είχαμε, είχανε μόνο οι μαυραγορίτες, οι καταδότες.»
Στη συνέχεια, περιέγραψε την καθημερινή διαδρομή που ακολουθούσε για να πάει στο σχολείο και να φάει αυτά τα δύο γεύματα που τους κρατούσαν στη ζωή: «Συνήθιζα να περνάω από το σπίτι της θείας μου και να παίρνω τα δύο παιδιά της, τον Βαγγέλη και την Ελένη, 7 και 6 χρονών, και πιανόμασταν χέρι χέρι και ανεβαίναμε την λεωφόρο Καισαριανής, πηγαίναμε στο Βενιζέλειο τρώγαμε πρωί και μεσημέρι και γυρίζαμε πίσω.»
Όπως θυμάται, την Πρωτομαγιά του 1944, ακολούθησαν επίσης την ίδια διαδρομή. «Υπόψιν ότι δεξιά και αριστερά στους δρόμους οι Γερμανοί είχαν στήσει πολυβόλα και δεν επέτρεπαν σε κανέναν να περάσει. Αλλά εμάς τα παιδιά μας είχαν μάθει πια και μας άφηναν και περνούσαμε ελεύθερα. Πολλές φορές προσπαθούσαν να μας δώσουν κάτι σοκολάτες από την τσέπη τους τις οποίες ποτέ εγώ δεν πήρα.» είπε περήφανα και συνέχισε:
«Φτάσαμε στο σχολείο, ήπιαμε το γάλα μας και ξαφνικά έρχονται δύο υπεύθυνοι του Ερυθρού Σταυρού και μας λένε “πρέπει αν επιστρέψετε γρήγορα στα σπίτια σας”. Είχαν μάθει και δεν θέλανε να πέσουμε πάνω σε οδομαχίες στην Καισαριανή. Οπότε μας έδωσαν αυτό που είχαν ετοιμάσει για μεσημέρι και πήραμε τον κατήφορο μαζί με τα ξαδέρφια μου.»
Και περάσαμε πάλι από το κέντρο της Καισαριανής που ήταν η εκκλησία της Παναγίτσας. Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε τραγούδια, βλέποντας 7-8 καμιόνια, αυτά που δείξατε νωρίτερα στην φωτογραφία, τα ίδια καμιόνια αλλά σκεπασμένα.»
Όπως εξηγεί, η εικόνες αυτές, χαράχτηκαν στη μνήμη του: «Αυτή την εικόνα είναι σαν να την βλέπω και τώρα. Μπορεί να ξεχνάμε τι φάγαμε χθες αλλά μερικά πράγματα μένουν τυπωμένα στο μυαλό του ανθρώπου και δεν ξεχνιούνται ποτέ. Ένα από αυτά είναι και αυτό. Περνώντας λοιπόν τα καμιόνια αυτά, πηγαίνοντας προς το Σκοπευτήριο, οι άνθρωποι αυτοί τραγουδούσαν. Και στο τέλος, τα τελευταία καμιόνια, τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο. Εμείς βέβαια δεν ξέραμε ούτε ποιοι ήταν, ούτε που πήγαιναν. Αυτοί όμως ήξεραν που πήγαιναν.»
Τα ίδια καμιόνια, αντίκρυσαν και κατά την επιστροφή τους από το σχολείο. Αυτή τη φορά όμως, δεν ακούγονταν τραγούδια, αλλά όπως θυμάται, έσταζαν αίμα: «Όταν λοιπόν μας έδιωξαν από το σχολείο, περίπου δυόμιση ώρες μετά, είδαμε τα ίδια καμιόνια να κατεβαίνουν προς τα κάτω, προς το κέντρο της Αθήνας. Αυτό που όμως πρόσεξα και μου έκανε εντύπωση…Πίσω από τα φορτηγά αυτά, έσταζε αίμα. Έβλεπα στην άσφαλτο πάνω αίμα, έσταζαν σταγόνες. Από όλα τα καμιόνια. Και αυτό μου έκανε εντύπωση. Το είπα μάλιστα και στα ξαδέρφια μου, “κοιτάξτε εδώ τι γίνεται, στάζει αίμα. Ακόμα δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι αυτοί ήταν οι φορτωμένοι που είδαμε νωρίτερα.»
«Όταν έφτασα στο σπίτι μου και το είπα στη μητέρα μου, θυμάμαι τα λόγια της: “Αχ παιδάκι μου, δεν έπρεπε να βλέπεις τέτοια πράγματα. Κι όμως, έβλεπα. Και έβλεπα ακόμα χειρότερα τα οποία έβλεπα στον χειρότερο πόλεμο που είχαμε μεταξύ μας, τον Εμφύλιο.» αφηγήθηκε.
«Αυτοί οι άνθρωποι, εκείνο που είμαι σίγουρος πως άφησαν σαν παρακαταθήκη στους νεότερους είναι ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται. Η ελευθερία κατακτιέται. Και δεν υπέκυψαν ούτε στα βασανιστήρια, ούτε στα μαρτύρια που είχαν στις φυλακές τόσα χρόνια. Ούτε και στον ίδιο τον θάνατο. Άφησαν τη ζωή τους με το κεφάλι ψηλά.» είπε με δάκρυα στα μάτια ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, στο κλείσιμο της συγκλονιστικής αφήγησής του.