Αναγκαστική… Σαρακοστή λόγω ακρίβειας
Διαβάζεται σε 6'
Η επιλογή είτε για νηστεία, είτε για κατανάλωση “αρτύσιμων” εγγράφεται σε ένα περιβάλλον, όπου οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, προκαλώντας … ναυτία στους καταναλωτές.
- 24 Φεβρουαρίου 2026 06:26
Ξεκίνησε η Σαρακοστή με το τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας να είναι μεσοσταθμικά, πιο ακριβό, σε σχέση με πέρυσι, τουλάχιστον σε κάποια βασικά είδη θαλασσινών κτλ, κατά 15-20% ακριβότερο.
Βέβαια, τα ύψη αυτά για τα “νηστίσιμα” δεν αφορούν μόνον την πρώτη ημέρα της Σαρακοστής, αλλά και όλο το 40ήμερο για όσους και όσες επιλέξουν να ακολουθήσουν τη νηστεία.
Άλλωστε και η επιλογή για νηστεία εγγράφεται σε ένα περιβάλλον, όπου οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν προκαλώντας… ναυτία στους καταναλωτές.
Ο πληθωρισμός
Υπενθυμίζεται ότι σε ετήσια βάση ο πληθωρισμός στα προϊόντα διατροφής και μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκε στο 4,5% τον Ιανουάριο από 3,6% τον Δεκέμβριο, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε ψωμί και άλλα προϊόντα αρτοποιίας, μοσχάρι, χοιρινό, αρνί και κατσίκι, πουλερικά, ψάρια και θαλασσινά, γαλακτοκομικά και αυγά, μαργαρίνη και άλλα φυτικά λίπη, φρούτα (γενικά), λαχανικά, γλυκά κουταλιού-μαρμελάδες-μέλι, σοκολάτες προϊόντα σοκολάτας, προϊόντα ζαχαροπλαστικής, καφέ.
Στα ύψη και τα μη νηστίσιμα
Όμως, όσοι και όσες επιλέξουν να συνεχίσουν τη γαστρονομική τους κανονικότητα χωρίς νηστεία αντιμετωπίζουν, επίσης, υψηλές τιμές, ειδικά στο κρέας αλλά και άλλα “αρτύσιμα” όπως λέγονται τα φαγητά εκτός νηστείας. Έτσι, την μεγαλύτερη αύξηση τιμών, μεταξύ άλλων, καταγράφουν το μοσχάρι κατά 25,4%, σοκολάτες 20,3%, καφές 17,7%, στο αρνί και στο κατσίκι κατά 8,5%, το χοιρινό κατά 4,8%, τα πουλερικά 3,5%, τα ψάρια 4,1%, τα γαλακτοκομικά και τα αβγά 4,7%, το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα 3,3%, φρούτα 11,8%, και λαχανικά 3,1%.
Οι ανατιμήσεις στα κρέατα οφείλονται στη μειωμένη παραγωγή μοσχαριού στην Ευρώπη και κυρίως στην Γαλλία και την Ολλανδία αλλά και στην ευλογιά στα αιγοπρόβατα που έχει αποτέλεσμα μέχρι στιγμής την θανάτωση περισσότερων από 500.000 ζώων.
Φρένο στην κατανάλωση
Στο φόντο αυτό οι καταναλωτές φαίνεται να επιλέγουν το “φρένο’ στην κατανάλωση και την στροφή στην “ιδιωτική ετικέτα”. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Μελετών της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδος με έξι στα δέκα νοικοκυριά να δηλώνουν ότι το μηνιαίο τους εισόδημα δεν φτάνει έως το τέλος του μήνα και να επαρκεί, κατά μέσο όρο, μόλις για 18 ημέρες. Πάνω από τα μισά νοικοκυριά αναγκάζονται να κάνουν περικοπές ακόμη και για βασικές ανάγκες, ενώ η αδυναμία αποταμίευσης είναι σχεδόν καθολική. Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα συνεχίζει να συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, οδηγώντας σε περιορισμό δαπανών για ψυχαγωγία και ένδυση.
Αυξάνονται τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας
Την ίδια το ένα ρεκόρ μετά το άλλο σπάνε οι πωλήσεις στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, με σχεδόν 4 στα 10 προϊόντα που αγοράζονται να είναι κωδικοί ιδιωτικής ετικέτας, σύμφωνα με έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σημειώνεται ωστόσο ότι η ανάπτυξη της ιδιωτικής ετικέτας τροφοδοτείται επίσης με τις σημαντικές βελτιώσεις και τις επεκτάσεις των κωδικών ιδιωτικής ετικέτας από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Η έρευνα του ΟΠΑ αποκαλύπτει τις αλλαγές στην καταναλωτική συμπεριφορά με έμφαση στον κλάδο των σούπερ μάρκετ.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι ανατιμήσεις των προϊόντων καθημερινής χρήσης έχουν μεγάλες επιπτώσεις στην αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών. Για παράδειγμα, περισσότεροι από τους μισούς καταναλωτές μειώνουν τις αγορές τους και στρέφονται σε φθηνότερα προϊόντα. Οι 4 στους 10 καταναλωτές περιορίζουν τη θέρμανση της κατοικίας και τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος. Επίσης στην έρευνα καταγράφεται ότι το ποσοστό των καταναλωτών που έχουν αποφασίσει ποια μάρκα θα ψωνίσουν από πριν είναι το χαμηλότερο που έχει μετρηθεί ποτέ στα 21 χρόνια που διεξάγεται η έρευνα. Η τιμή, η ποιότητα, οι προσφορές και η ελληνική προέλευση είναι τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής προϊόντων. Τα κριτήρια αυτά παραμένουν διαχρονικά στις πρώτες 4 θέσεις στις ετήσιες έρευνες του εργαστηρίου μάρκετινγκ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στα απολύτως απαραίτητα
Οι καταναλωτές κυρίως στρέφονται σε φθηνότερες και λιγότερες αγορές. Είναι ενδεικτικό ότι οι 4 στους 10 δηλώνουν ότι περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα προϊόντα ενώ ο 1 στους 10 καταναλωτές δηλώνει ότι δεν μπορεί να αγοράσει ούτε τα στοιχειώδη. Το πιο ανησυχητικό εύρημα της έρευνας είναι η διεύρυνση των περιορισμών κατανάλωσης σε βασικές κατηγορίες. Και μάλιστα με σημαντική επιδείνωση στους περιορισμούς κατανάλωσης σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες: Το 45% δηλώνει ότι περιορίζει την κατανάλωση κρέατος από 36% πέρυσι, το 42% τα τυποποιημένα τρόφιμα από 26% πέρυσι, το 52% τα αναψυκτικά από 28% πέρυσι, το 44% τα αλκοολούχα ποτά από 62% πέρυσι, ενώ ακόμη και το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα εμφανίζουν αυξημένες περικοπές, στο 24% από 11% πέρυσι.
Η εικόνα της Ελλάδας και της ΕΕ
Σημειώνεται ότι με βάση έρευνα της Eurobank, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,9% τον Ιανουάριο του 2026, παραμένοντας αμετάβλητος σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Στην Ευρωζώνη, ο αντίστοιχος ρυθμός διαμορφώθηκε σημαντικά χαμηλότερα, στο 1,7%, υποδηλώνοντας διεύρυνση της θετικής διαφοράς πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Με βάση τη μελέτη, στο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025, η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας έναντι της Ευρωζώνης, με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, παρουσίασε ετήσια αύξηση 0,8%. Αυτό το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με οριακή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας έναντι της Ευρωζώνης σε όρους τιμών.
Ωστόσο, σε σύγκριση με τα προ της κρίσης χρέους επίπεδα, ο συγκεκριμένος δείκτης εμφανίζει σημαντική βελτίωση, υποδηλώνοντας ότι η σωρευτική προσαρμογή των προηγούμενων ετών διατηρείται. Επιπλέον, σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας είναι ακόμη μεγαλύτερη. Με αυτά τα δεδομένα, ένας από τους κεντρικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να είναι η βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας (γραφειοκρατία, φορολογικό σύστημα, χρόνος απονομής δικαστικών αποφάσεων, θεσμοί, καινοτομία κ.ά.) με σκοπό την αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Όπως, επίσης, αναφέρεται, ιδιαίτερα σημαντικό για τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις επιμέρους αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Παράλληλα, η αύξηση των πραγματικών μισθών θα πρέπει να συμβαδίζει με ισοποσοστιαία άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, ώστε να αποφεύγονται δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις και απώλειες ανταγωνιστικότητας.