Η “Γυναίκα” στο Ολύμπια: Μια συμφωνική βραδιά έντασης και εσωτερικής φλόγας
Διαβάζεται σε 7'
Η Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων παρουσιάζει τη συναυλία «Γυναίκα» στο Ολύμπια, σε μουσική διεύθυνση της Μάτας Κατσούλη. Η Συμφωνία αρ. 3 της Louise Farrenc συναντά τη «Μήδεια» του Georg Anton Benda, σε μια βραδιά όπου η γυναικεία φωνή γίνεται δημιουργία.
- 26 Φεβρουαρίου 2026 06:12
Η γυναικεία παρουσία στη μουσική, ως δημιουργική φωνή αλλά και ως εμβληματική δραματική μορφή, βρίσκεται στο επίκεντρο της συναυλίας «Γυναίκα» που παρουσιάζει η Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, τη Δευτέρα 10 Μαρτίου, στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», σε μουσική διεύθυνση της Μάτας Κατσούλη. Το πρόγραμμα της συναυλίας, αναδεικνύει τη γυναίκα ως δημιουργό που διεκδικεί τη θέση της στη σύνθεση, μέσω της Συμφωνίας αρ. 3 σε σολ ελάσσονα της Λουίζ Φαρρένκ, αλλά και ως ηρωίδα που ενσαρκώνει διαχρονικά ανθρώπινα πάθη, μέσα από το μελόδραμα Μήδεια του Γίρι Άντονιν Μπέντα, που εστιάζει σε μία από τις πιο σύνθετες μορφές της παγκόσμιας μυθολογίας.
Η Αρχιμουσικός και Μονωδός (Υψίφωνος) Μάτα Κατσούλη μοιράζεται τις σκέψεις της για την υπόγεια συνομιλία δύο έργων που ανήκουν σε διαφορετικές στιγμές της ίδιας αισθητικής διαδρομής. Στη «Μήδεια», ο Benda αποτυπώνει μια μουσική που γεννιέται από την εσωτερική ένταση και την ψυχική αναταραχή, προαναγγέλλοντας τον ρομαντισμό μέσα από τον δραματικό λόγο της ηρωίδας. Λίγες δεκαετίες αργότερα, η Farrenc μεταφέρει αυτή τη δύναμη στη συμφωνική φόρμα, πλάθοντας έναν εσωτερικό κόσμο με αρχιτεκτονική ακρίβεια και ωριμότητα.
Το νήμα που διαπερνά τη βραδιά είναι η μουσική ως έκφραση εσωτερικής αναγκαιότητας. Στον Benda η ένταση ξεσπά μέσα από τον λόγο· στη Farrenc μετασχηματίζεται σε καθαρή συμφωνική σκέψη. Και στα δύο έργα, ο ήχος γεννά το συναίσθημα τη στιγμή που εκτυλίσσεται.
Τοποθετείτε δίπλα-δίπλα μια γυναίκα δημιουργό του 19ου αιώνα και μια μυθική ηρωίδα που φτάνει στα άκρα. Ποια συνομιλία θέλετε να προκύψει ανάμεσα στη Louise Farrenc και τη Μήδεια; Υπάρχει ένα κοινό νήμα που διαπερνά τη βραδιά πέρα από το φύλο;
Η συνομιλία που προκύπτει δεν είναι μόνο ανάμεσα σε μια γυναίκα δημιουργό και μια μυθική ηρωίδα, αλλά ανάμεσα σε δύο ιστορικές στιγμές της ίδιας αισθητικής διαδρομής. Με τη Μήδεια, ο Georg Anton Benda δίνει ένα από τα πρώτα και πιο τολμηρά παραδείγματα μουσικής που γεννιέται από την εσωτερική ένταση και την ψυχική αναταραχή — ένα έργο που προαναγγέλλει τον ρομαντισμό. Λίγες δεκαετίες αργότερα, η Louise Farrenc, βαθιά επηρεασμένη από τη γερμανική συμφωνική παράδοση, συνεχίζει αυτό το νήμα και το μεταφέρει μέσα στη συμφωνική φόρμα, δίνοντας φωνή σε έναν εσωτερικό κόσμο με ωριμότητα και αρχιτεκτονική δύναμη.
Το κοινό νήμα της βραδιάς είναι ακριβώς αυτή η μετάβαση: η μουσική ως έκφραση της εσωτερικής αναγκαιότητας. Στον Benda, η ένταση εκδηλώνεται άμεσα, μέσα από τον δραματικό λόγο της Μήδειας. Στη Farrenc, η ίδια δύναμη μετασχηματίζεται σε καθαρή συμφωνική σκέψη. Και στα δύο έργα, η μουσική δεν περιγράφει απλώς συναισθήματα· τα γεννά. Αυτό είναι, για μένα, το βαθύτερο σημείο συνάντησής τους: η μουσική ως αναπόφευκτη έκφραση της ανθρώπινης ψυχής, πέρα από εποχές, μορφές ή φύλο.
Στο σημείωμά σας μιλάτε για μια μουσική που ξεκινά «από μέσα προς τα έξω». Ως μαέστρος, πώς μεταφράζετε αυτή την εσωτερική ένταση σε ηχητικό αποτέλεσμα; Πού δίνετε το βάρος: στη δομή, στη διαφάνεια της γραφής ή στον υπόγειο παλμό που διαρκώς κινείται;
Ως ερμηνεύτρια, προσπαθώ πρώτα να αντιληφθώ ποιο ήταν το γενεσιουργό συναίσθημα μιας μουσικής συνθετικής ιδέας. Γιατί να επιλέξει η Louise Farrenc να ξεκινήσει με ένα όμποε, ζητώντας μια δυναμική που μόλις που αγγίζει τα αυτιά των ακροατών; Τι είναι αυτή η φωνή; Είναι κάτι που έρχεται από μακριά ή μια ιδέα που μόλις γεννιέται μέσα της;
Για μένα, αυτά τα πρώτα μέτρα δεν είναι απλώς μια εισαγωγή, αλλά μια πράξη ύπαρξης. Μέσα τους καθρεφτίζεται η ίδια της η διαδρομή — η ανάγκη μιας εσωτερικής φλόγας να ακουστεί, να δυναμώσει και να αποκτήσει μορφή. Είναι σαν μια μικρή, εύθραυστη σπίθα που, με πίστη και επιμονή, μετατρέπεται σταδιακά σε μια θερμή, φωτεινή παρουσία.
Η ερμηνευτική πρόκληση είναι να προστατεύσω αυτή τη στιγμή της γέννησης, να της δώσω χώρο και χρόνο, ώστε να μπορέσει να εξελιχθεί οργανικά. Γιατί μέσα σε αυτή την αρχική, σχεδόν ψιθυριστή φωνή, βρίσκεται ήδη όλη η δύναμη και η αλήθεια του έργου που πρόκειται να ακολουθήσει.
Η Farrenc έγραψε συμφωνία σε μια εποχή που η μεγάλη φόρμα θεωρούνταν σχεδόν ανδρικό προνόμιο. Τι σημαίνει για εσάς να επαναφέρετε σήμερα αυτό το έργο στη σκηνή; Είναι μια πράξη αποκατάστασης, καλλιτεχνικής επιλογής ή και τα δύο;
Η Συμφωνία αρ. 3 της Louise Farrenc είναι ένα πανέμορφο έργο, γεμάτο ένταση και φινέτσα, που αξίζει να ακουστεί σήμερα όπως ακούστηκε τότε. Θα πρέπει να σας αποκαλύψω ότι στην πρώτη παρουσίαση της στο κοινό, στο πρώτο μέρος της ίδιας συναυλίας ακούστηκε η Πέμπτη Συμφωνία του Ludwig van Beethoven και στο δεύτερο μέρος παίχτηκε η συμφωνία της Farrenc. Σκεφτείτε πώς θα αισθανόταν η ίδια βλέποντας το έργο της να αναμετράται με ένα από τα κορυφαία συμφωνικά πρότυπα!
Για μένα, η επιλογή να το φέρω σήμερα στη σκηνή δεν είναι απλώς πράξη αποκατάστασης· είναι κυρίως μια πράξη ανάδειξης: να φωτιστεί ξανά η δημιουργικότητα μιας γυναίκας συνθέτριας που ανέπτυξε την τέχνη της σε μια εποχή όπου η μεγάλη φόρμα θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικά ανδρικό προνόμιο. Πρόκειται για καλλιτεχνική επιλογή με νόημα, που μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε και να βιώσουμε αυτό το έργο στην πληρότητά του.
Η «Μήδεια» του Benda λειτουργεί ως μελόδραμα, όπου ο λόγος και η μουσική συνυπάρχουν με λεπτές ισορροπίες. Πώς χτίζετε αυτή τη σχέση με την αφηγήτρια και σε ποιο σημείο η ορχήστρα οδηγεί ή αφήνεται να ακολουθήσει τον ψυχισμό της ηρωίδας;
Από την εισαγωγή, η ορχήστρα παρουσιάζει τα leitmotive που προσιδιάζουν στο δράμα αλλά και στην επιστροφή στην Κόρινθο της Μήδειας. Έπειτα καθόλη τη διάρκεια του έργου θα ακούμε χαρακτηριστικές μελωδίες που άλλοτε προοιωνίζουν όσα θα επακολουθήσουν, κι άλλοτε «φωτογραφίζουν» συγκεκριμένα πρόσωπα ή καταστάσεις — όπως τα παιδιά της, τον θυμό για τον Ιάσονα, ή ακόμη και τις μύχιες, εσωτερικές σκέψεις της, τις οποίες ακούμε κι εμείς. Αυτές οι σκέψεις άλλοτε είναι λογικές και άλλοτε ξεφεύγουν, αποκαλύπτοντας την πολυπλοκότητα της ψυχής της κι επιτρέποντας στην ορχήστρα να γίνει η ίδια καθρέφτης και συνέταιρος της ηρωίδας στο δραματικό της ταξίδι.
Όλοι όσοι βρισκόμαστε στη σκηνή συμμετέχουμε στην ίδια εμπειρία· δεν την κρίνουμε, δεν αντιπαρατίθεται η ορχήστρα στην αφηγήτρια. Η μουσική είναι η ίδια η Μήδεια, ο ήχος γίνεται φωνή της ψυχής της. Όλοι είμαστε στην ίδια πλευρά, όλοι συμμετέχουμε στο ταξίδι της· με άλλα λόγια, όλοι, για λίγο, γινόμαστε Μήδειες.
Επιστρέφετε στο Ολύμπια με μια διαδρομή που ξεκινά από το 1991, τότε ως τραγουδίστρια. Πώς βιώνεται σήμερα αυτή η επιστροφή και ποια ευθύνη αισθάνεστε απέναντι στην ορχήστρα και στο ίδιο το θέατρο;
Το Θέατρο Ολύμπια αποτέλεσε το λίκνο τριών γενεών λυρικών τραγουδιστών και, για τη δική μου γενιά —την τελευταία από αυτές— υπήρξε, κυριολεκτικά, το σπίτι μας. Σε αυτή την αίθουσα ζήσαμε στιγμές βαθιάς συγκίνησης κι ευγνωμοσύνης· υπήρξε λόγος ζωής κι ανάσας. Έχω μεγάλη χαρά που σήμερα αποτελεί το καλλιτεχνικό σπίτι του Δήμου Αθηναίων και νιώθω ευγνωμοσύνη προς όλους όσοι πίστεψαν σε αυτό το πρόγραμμα.
Η ευθύνη απέναντι στην ορχήστρα, στους ακροατές και στο ίδιο το θέατρο είναι μεγάλη, αλλά συνοδεύεται από βαθιά χαρά, γιατί επιστρέφω σε μια σκηνή που έχει δονηθεί από την παρουσία σπουδαίων καλλιτεχνών. Για αυτό και θα προσπαθήσω, με όλη μου την αφοσίωση, να τους τιμήσω — μέσα από τη μουσική, τη μελέτη και την αλήθεια της στιγμής.
«Γυναίκα»
Δευτέρα 10 Μαρτίου
Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας»
Εισιτήρια – more.com