ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ 22 ΜΟΥΜΙΕΣ ΤΩΝ ΦΑΡΑΩ ΔΥΣΚΟΛΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΑΝΑΣΑ
Μπήκαμε στο Εθνικό Μουσείο Αιγυπτιακού Πολιτισμού (NMEC), στο Κάιρο, και είδαμε τις 22 βασιλικές μούμιες που ξαπλώνουν στην πιο σκοτεινή και παγωμένη αίθουσα.
Αφήνοντας πίσω μας το νέο Μεγάλο Μουσείο στην περιοχή της Γκίζας και τους απίστευτους θησαυρούς του, ένας είναι ο προορισμός που θα ολοκληρώσει τις γνώσεις μας για τον αιγυπτιακό πολιτισμό. Στη νότια πλευρά του Καΐρου, κοντά στη Φουστάτ, το Εθνικό Μουσείο Αιγυπτιακού Πολιτισμού (NMEC) λειτουργεί ως χρονολογικός φάρος της χώρας: από την προϊστορία έως σήμερα. Βέβαια λίγο μας απασχόλησε το εύρος των εκθεμάτων γιατί ένας είναι ο βασικός στόχος των επισκεπτών αυτού του μουσείου.
Η καρδιά του χτυπάει στην Αίθουσα με τις Βασιλικές Μούμιες, ένας υπόγειος, ελεγχόμενος χώρος που θυμίζει περισσότερο θάλαμο μνήμης και φιλοξενεί 22 μούμιες. Τον Απρίλιο του 2021, οι 18 βασιλείς και 4 βασίλισσες μεταφέρθηκαν εδώ από το παλαιό Αιγυπτιακό Μουσείο με την τελετουργική “Royal Mummies Parade”, ένα φαντασμαγορικό γεγονός που μεταδόθηκε παγκοσμίως και επανατοποθέτησε το μουσείο στον διεθνή χάρτη.
Αρχιτεκτονικά λιτό και σύγχρονο, επιλέγει χαμηλό φωτισμό και καθαρές γραμμές, ώστε τα αντικείμενα να αναδεικνύονται χωρίς σκηνοθετική υπερβολή. Το κτίριο δεσπόζει μάλλον απρόσωπο έχει όμως ένα ατού αδιαπράγματευτο. Δίπλα του απλώνεται η λίμνη Αΐν ελ-Σίρα, μια ήσυχη υδάτινη επιφάνεια που λειτουργεί σαν φυσικό προαύλιο. Το νερό αντανακλά τον όγκο του κτιρίου και μαλακώνει τη γεωμετρία του, δημιουργώντας μια μετάβαση από την αστική ένταση του Καΐρου σε έναν πιο στοχαστικό ρυθμό. Πριν ακόμη περάσεις την είσοδο, η λίμνη επιβάλλει παύση. Μοιάζει περίεργο οι μούμιες να βρίσκονται περίπου στην επιφάνεια μιας λίμνης…
Στην Κεντρική πτέρυγα
Το μουσείο περιλαμβάνει 50.000 αντικείμενα που χρονολογούνται από την προϊστορία έως τη σύγχρονη εποχή, μέσα από θεματικούς άξονες όπως η λατρεία, η γραφή, οι καθημερινές πρακτικές και η κοινωνική οργάνωση – δείγματα που φωτίζουν όχι μόνο την τελετουργική διάσταση της αιγυπτιακής κουλτούρας αλλά και τις καθημερινές ζωές των ανθρώπων που την οικοδόμησαν.
Σε κάθε σταθμό, η ιστορία ξεδιπλώνεται με τρόπο που κάνει σαφές ότι η Αίγυπτος δεν είναι μια παλιά στατική εικόνα μεγαλοπρέπειας, αλλά μια ζωντανή συνέχεια της ίδιας της ανθρωπότητας.
Περπατώντας στην Κεντρική Πτέρυγα του Μουσείου, ανάμεσα σε αρχαιότητες και καθημερινά αντικείμενα, αντικρίσαμε το άριστα διατηρημένο φέρετρο του Sennedjem με τις σκηνές προστασίας από τις θεότητες του «Βιβλίου των Νεκρών» και το χρυσό άρμα του Τούθμωσις IV, που μαρτυρούν τη τεχνική και κοσμική δύναμη της νέας εποχής.
Στο ίδιο μονοπάτι του χρόνου ξεχώρισε το απαστράπτον άγαλμα του Nilos, προσωποποίηση του Νείλου με τα παιδιά του, σύμβολο της ζωής και της καρποφορίας που καθόριζε τον αιγυπτιακό πολιτισμό, καθώς και το προθετικό δάκτυλο από τον αστράγαλο του Tabaket en Mut, ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς ιατρικούς επιδέσμους του αρχαίου κόσμου, φωτίζοντας την ευρηματικότητα των πρακτικών υγείας εκείνης της εποχής.
Στην Αίθουσα με τις 22 βασιλικές Μούμιες
Η κορωνίδα του Μουσείου είναι η Αίθουσα των Βασιλικών Μουμιών, όπου οι 22 βασιλικές μούμιες (20 σταθερά και 2 σποραδικά) εκτίθενται σε περιβάλλον που προσφέρει την αίσθηση ότι κατεβαίνεις και πάλι στα έγκατα της Κοιλάδας των Βασιλέων. Αν και όσοι έχουμε βρεθεί στην Κοιλάδα, μάλλον ο στόχος είναι μάταιος γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με την πραγματική “κάθοδο” σε έναν βασιλικό αιγυπτιακό τάφο.
Κατεβαίνοντας προς την Αίθουσα των Βασιλικών Μουμιών, ο φωτισμός αλλάζει και ο ρυθμός επιβραδύνεται. Ο χώρος λειτουργεί σαν υπόγειος θάλαμος μνήμης. Λίγο πριν φτάσουμε εκεί, ένας κυκλοτερής προθάλαμος με ψηφιακές προβολές μάς θυμίζει τον κύκλο της Ιστορίας και της ζωής. Πολύ ψηλά από πάνω μας η οροφή του κτιρίου είναι μια ανεστραμμένη πυραμίδα.
Οι μούμιες βρίσκονται σε ειδικές κλιματιζόμενες προθήκες, με ελεγχόμενη θερμοκρασία και υγρασία, και χωρίς… φωτογραφικά φλας. Η διαφορά θερμοκρασίας δημιουργεί ανατριχίλα. Ο χώρος έχει σχεδιαστεί ώστε να περπατάμε σαν να βρισκόμαστε σε αρχαίο ταφικό διάδρομο. Σαν να περπατάμε κι εμείς ως αρχαιολόγοι ανακαλύπτοντας διαδοχικά βασιλείς, άντρες και γυναίκες, και τις ζωές τους.
Το βλέμμα πέφτει στα πρόσωπα, στα αποστεωμένα χέρια, στις χαράξεις του χρόνου πάνω στα υπολείμματα δέρματος. Οι πτυχώσεις θυμίζουν ξεραμένο πάπυρο. Μέσα σε αυτή τη σιωπηλή θέαση διακρίνεις ύψη και αναλογίες σωμάτων, πιο μεγαλόσωμες σιλουέτες, πιο μικρόσωμα σώματα, ίχνη από χαρακτηριστικά που κάποτε όριζαν ένα πρόσωπο – ακόμη και την καμπύλη ενός φρυδιού που διαγράφεται. Ο Ραμσής Β’, η σύζυγός του Νεφερτάρι, η Φαραώ Χατσεπσούτ, ο Σέτι Α’ βρίσκονται εδώ με ονόματα που κουβαλούν αυτοκρατορικό βάρος.
Δίπλα σε κάθε μούμια, οι ψηφιακές επιγραφές δίνουν στοιχεία για τη βασιλεία και τα αρχιτεκτονικά έργα, μαζί με δεδομένα από αξονικές τομογραφίες και ιατροδικαστικές εξετάσεις. Η αφήγηση μετατοπίζεται από τον θρύλο στην επιστήμη.
Η “σκηνοθεσία” παραμένει συγκρατημένη. Ο φωτισμός είναι χαμηλός, οι αποστάσεις μετρημένες, οι ήχοι περιορισμένοι. Η εμπειρία απαιτεί παραμονή. Δεν υπάρχει χρυσός να σε αποσπά, υπάρχει η αίσθηση ότι βρίσκεσαι απέναντι σε σώματα που όρισαν εποχές και τώρα εκτίθενται με ακρίβεια εργαστηρίου. Εδώ δεν υπάρχει η πολυτέλεια του GEM, τα πάντα είναι λιτά και περιγραφικά.
Ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά εκθέματα είναι το φέρετρο της βασίλισσας Αχμώσι-Νεφερτάρι, ύψιστης μορφής της πρώιμης Δυναστείας που συνέδεσε πολιτική και θρησκευτική εξουσία, και η μούμια του γιού της, Αμενχοτέπ Α΄, μια από τις λίγες αρκετά αμετάβλητες βασιλικές μούμιες που διασώζουν ακόμη ενδείξεις τελετουργικών διακοσμήσεων.
Τα κόκκινα μαλλιά της μούμιας του Ραμσή Β΄ (…και η μούμια που λείπει)
Μία είναι η μούμια που λείπει από τη μακάβρια αυτή συλλογή. Ο Τουταγχαμών απουσιάζει αφού παραμένει στον φυσικό του τόπο, στον τάφο KV62 στην Κοιλάδα των Βασιλέων, μέσα σε ειδικά διαμορφωμένη κλιματιζόμενη προθήκη. Το σώμα μένει εκεί όπου το τοποθέτησαν οι ιερείς πριν από 3.300 χρόνια, μέσα στον βράχο της Θήβας, κρατώντας μια συνέχεια ανάμεσα στην αρχαιολογία και την τελετουργία.
Πίσω στο μουσείο NMEC και στην προθήκη του Ραμσή Β΄, το βλέμμα σταματά στα… μαλλιά. Διατηρούν μια ανοικτόχρωμη απόχρωση – στοιχείο που έχει απασχολήσει και αρχαιολόγους και επιστήμονες. Οι επιστημονικές αναλύσεις που έγιναν όταν η μούμια μεταφέρθηκε στο Παρίσι για συντήρηση, έφεραν στο φως ένα ιδιαίτερο φυσικό χαρακτηριστικό: δείγματα από την τρίχα του έδειξαν ότι ο βασιλιάς στα νιάτα του είχε φυσικό κόκκινο ή καστανο-κόκκινο χρώμα μαλλιών.
Η παρατήρηση αυτή έγινε με μικροσκοπική εξέταση των ριζών των τριχών, όπου ανιχνεύτηκαν ενδείξεις κόκκινων χρωστικών που δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς σε μεταθανάτια αλλαγή ή σε χημικά από τη διαδικασία της ταρίχευσης — ένδειξη ότι ο Ραμσής Β’ – που πέθανε περίπου 90 ετών – πιθανόν να ήταν κοκκινομάλλης.
Το αποτέλεσμα παραμένει εντυπωσιακό: μέσα στο χαμηλό φως στην Αίθουσα με τις Μούμιες, οι κοκκινωπές τούφες του Ραμσή Β΄ λειτουργούν σαν απροσδόκητη λεπτομέρεια ζωής. Ανάμεσα σε ξηρό δέρμα και επιδέσμους τριών χιλιάδων ετών, ένα ίχνος μαλλιών και χρώματος θυμίζει ότι αυτό το σώμα κάποτε περπατούσε, μιλούσε, κυβερνούσε. Ένας από τους ισχυρότερους φαραώ της Αιγύπτου.