ΟΛΥΜΠΙΟΝ: ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ-ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Με ιστορία από το 1938, το διατηρητέο μνημείο της Πλατείας Αριστοτέλους, με την κατακόκκινη και τη μπλε αίθουσά του και ένα από τα πιο όμορφα θεωρεία της χώρας, έχει φιλοξενήσει αμέτρητες σημαντικές κινηματογραφικές στιγμές και παραμένει μέχρι σήμερα σημείο συνάντησης σινεφίλ, δημιουργών και πρωταγωνιστών του σινεμά απ’ όλο τον κόσμο.
Δεν χρειάζεται να δείτε λήψεις από drone για να το καταλάβετε: Με το ελλειπτικό σχήμα των κτισμάτων στα βόρεια όριά της και το άνοιγμά τους προς τη θάλασσα, η Πλατεία Αριστοτέλους αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αρχιτεκτονικά τοπόσημα της Θεσσαλονίκης.
Μου φαίνεται σχεδόν αδύνατο να μην περάσει κάποιος επισκέπτης της πόλης από εδώ, καθώς η πλατεία λειτουργεί ως αφετηρία για βασικούς προορισμούς: τα Λαδάδικα, ο Λευκός Πύργος και η παραλία, το Λιμάνι, η Ρωμαϊκή Αγορά στα βόρεια και τα Ρωμαϊκά Ανάκτορα με την Αψίδα και τη Ροτόντα στα ανατολικά. Ταυτόχρονα, η Πλατεία Αριστοτέλους φιλοξενεί ένα ιστορικό και μέχρι σήμερα ενεργό κέντρο πολιτισμού.
Την πλατεία–ραχοκοκαλιά της Θεσσαλονίκης, που ορίζεται από τις οδούς Νίκης και Μητροπόλεως, οραματίστηκε και σχεδίασε ο Γάλλος αρχιτέκτονας Ερνέστ Εμπράρ, ο οποίος είχε αναλάβει τον επανασχεδιασμό της πόλης μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917. Η Αριστοτέλους περιστοιχίζεται από δώδεκα διατηρητέα κτίρια και ένα από αυτά αποτελεί μέχρι σήμερα ένα ζωντανό κινηματογραφικό κύτταρο, ένα αγαπημένο σημείο συνάντησης για ντόπιους και επισκέπτες με σινεφίλ ανησυχίες, που κρύβει ένα από τα πιο όμορφα θεωρεία της Ελλάδας.
Ο λόγος για το Ολύμπιον, η ιστορία του οποίου ξεκινά το 1938, όταν άρχισαν οι πρώτες κατασκευαστικές εργασίες με στόχο τη δημιουργία τριών κινηματοθεάτρων, ενός ζαχαροπλαστείου στο ισόγειο και οκτώ διαμερισμάτων. Η ανέγερση του κτιρίου σταμάτησε προσωρινά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αφού ένα ιταλικό αεροπλάνο προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο σημείο.
Το 1950, ένας ακόμη σημαντικός αρχιτέκτονας για τη μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη, ο Ζακ Μοσέ, δίνει στο Ολύμπιον τη σημερινή του μορφή, δημιουργώντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όψιμης αστικής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής με έντονες παρισινές επιρροές, το οποίο ολοκληρώνεται τη δεκαετία του 1960. Εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα το Φεστιβάλ Κινηματογράφου έως το 1963, υπό την αρχική ονομασία «Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου».
Στην πρώτη διοργάνωση του Φεστιβάλ κατατίθενται οκτώ ταινίες μεγάλου μήκους για συμμετοχή και η επιτροπή προκρίσεως απορρίπτει τις δύο. Για να συμπληρωθεί το πρόγραμμα, αποφασίζεται να προβληθούν και οι δύο εκδοχές της ταινίας Το ποτάμι του Νίκου Κούνδουρου. Αρκετοί κινηματογραφικοί παραγωγοί αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τον νέο θεσμό και πολλοί επιλέγουν να μη συμμετάσχουν. Παράλληλα, σύμφωνα με σχετικές πηγές, διακινούνται πληροφορίες ότι ορισμένοι από τους συμμετέχοντες παραγωγούς επιχειρούν να επηρεάσουν την κριτική επιτροπή, με στόχο την εξασφάλιση κάποιας διάκρισης.
Ο Τύπος υποδέχεται με ενθουσιασμό την πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου, χαρακτηρίζοντάς την «μέγα καλλιτεχνικό γεγονός», ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει την περιορισμένη παρουσία των επίσημων αρχών και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου της πόλης. Δημοσιεύματα και διοργανωτές τονίζουν, ωστόσο, τη θερμή ανταπόκριση του κοινού στον νέο θεσμό. Όπως σημειώνει ο γραμματέας της κριτικής επιτροπής, ο κριτικός κινηματογράφου Μάριος Πλωρίτης, «το κοινό ήταν η μεγάλη αποκάλυψη κι ο μεγάλος νικητής του Φεστιβάλ».
Ιδιαίτερα θερμή είναι η υποδοχή των θεατών για το Το ποτάμι του Νίκου Κούνδουρου (στην αρχική εκδοχή του μοντάζ του σκηνοθέτη) και για τον Μακεδονικό γάμο του Τάκη Κανελλόπουλου, που οι κριτικοί αναδεικνύουν ως τη «μεγάλη έκπληξη» της διοργάνωσης. Αντίθετα, αρνητική είναι η αντίδραση του κοινού στη μικρού μήκους ταινία του Υπουργείου Γεωργίας Τα δάση μας καίγονται, σε σκηνοθεσία Τάκη Καρρά. Τα σφυρίγματα και τα γέλια που, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής, ακούγονται στην αίθουσα, σηματοδοτούν την απαρχή μιας πιο συμμετοχικής και παρεμβατικής στάσης των θεατών στο Φεστιβάλ – πρακτική που θα παγιωθεί στις επόμενες διοργανώσεις.
Παρά τις επιφυλάξεις και την περιορισμένη παρουσία επισήμων, το κύρος της διοργάνωσης αποτυπώνεται και στα πρόσωπα που, όπως μαρτυρούν τα αρχειακά πλάνα, πέρασαν εκείνη τη χρονιά από το Ολύμπιον: ο Τάκης Κανελλόπουλος, ο Μίμης Πλέσσας, η Ζωρζ Σαρή, η Ελένη Βλάχου, ο Αλέκος Σακελλάριος, η Κατίνα Παξινού, ο Στρατής Μυριβήλης, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Παντελής Ζερβός, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ο Ντίνος Δημόπουλος, η Καίτη Λαμπροπούλου και η Μάρω Κοντού.
Στη διάρκεια της δεύτερης Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου, η Ειρήνη Παπά και ο Μιχάλης Κακογιάννης καταφθάνουν στο Ολύμπιον για την επίσημη προβολή της ταινίας Ερόικα. Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους συγκαταλέγονται επίσης ο Ηλίας Βενέζης, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Μάνος Κατράκης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Δήμος Σακελλαρίου.
Καινοτομία της χρονιάς είναι οι πρώτες πανελλήνιες προβολές ξένων ταινιών, προτεινόμενων από τα προξενεία και τις επίσημες αντιπροσωπείες των χωρών που συμμετέχουν στη ΔΕΘ. Οι ξένες ταινίες προβάλλονται εκτός συναγωνισμού κάθε απόγευμα, ενώ οι ελληνικές ταινίες που συμμετέχουν στον διαγωνισμό προβάλλονται τα βράδια. Στο τέλος, η κριτική επιτροπή απονέμει τιμητικές διακρίσεις στις ξένες παραγωγές. Παράλληλα, εφημερίδες της εποχής αναφέρουν παρεμβάσεις λογοκρισίας στις ταινίες Συνοικία το όνειρο του Αλέκου Αλεξανδράκη και Τραγωδία του Αιγαίου του Βασίλη Μάρου ενώ αρκετές μικρού μήκους ταινίες κοινωνικού προβληματισμού απορρίπτονται. Επικρατεί το αδιαχώρητο στον κινηματογράφο της Πλατείας Αριστοτέλους για την προβολή της λογοκριμένης ταινίας του Αλεξανδράκη, με αποτέλεσμα περισσότεροι από χίλιοι θεατές να μείνουν χωρίς εισιτήριο.
Την ίδια χρονιά, ο παραγωγός Φιλοποίμην Φίνος εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για τη σειρά προβολής των ταινιών του (Γιάννενα, Η Λίζα και η Άλλη, Κατήφορος) και απειλεί να αποσύρει τις παραγωγές του, αλλά τελικά, υποχωρεί. Ωστόσο γεννιέται ο «θεσμός» του Αντιφεστιβάλ: οι σκηνοθέτες Πάνος Παπακυριακόπουλος και Κώστας Φέρρης παρουσιάζουν τις μικρού μήκους ταινίες τους σε ειδική, κλειστή προβολή.
1962: τα εισιτήρια για τις προβολές πωλούνταν απευθείας στο Ολύμπιον. Η γενική είσοδος στις πρωινές προβολές κοστίζει 10 δραχμές, στις απογευματινές 15 δραχμές για την πλατεία και 10 δραχμές για τον εξώστη, ενώ στις βραδινές προβολές η τιμή φτάνει τις 20 δραχμές στην πλατεία και 15 δραχμές στον εξώστη. Τα εισιτήρια για τις ταινίες Ουρανός του Τάκη Κανελλόπουλου και Ηλέκτρα του Μιχάλη Κακογιάννη εξαντλήθηκαν σχεδόν αμέσως. Το κοινό μάλιστα εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για τη μη βράβευση του Μίκη Θεοδωράκη για τη μουσική στην Ηλέκτρα. Η κριτική επιτροπή αποφασίζει να μην απονείμει βραβείο σεναρίου, όπως είχε πράξει και το 1961.
1963: Η εμφάνιση του Ελληνοαμερικανού παραγωγού Τζέιμς Πάρις με την ταινία Αδελφός Άννα χαρακτηρίζεται από τα μέσα ενημέρωσης ως «θεαματική». Σύμφωνα με την εφημερίδα Απογευματινή, ο Πάρις φέρνει ειδική παραγγελία από την Αμερική, με ουίσκι, κόκα‑κόλα, μπύρες, εκλεκτά πούρα Αβάνας, αμερικανικά τσιγάρα και σπίρτα, τα οποία μοιράζει στους καλεσμένους του. Η Βραδυνή αναφέρει ένα περιστατικό λίγο πριν από την προβολή της ταινίας Της κακομοίρας: ένα τζιπ αφήνει μπροστά στο Ολύμπιον ένα τεράστιο κιβώτιο, προορισμένο για τον Κώστα Χατζηχρήστο. Όταν ο ηθοποιός ανοίγει το κιβώτιο, μια νεαρή γυναίκα ντυμένη με μαγιό εμφανίζεται, προσφέροντάς του μια ανθοδέσμη και προκαλώντας την έκπληξη των παρισταμένων. Ούτε αυτή τη χρονιά η κριτική επιτροπή θα δώσει το βραβείο σεναρίου.
1964: η διοργάνωση εγκαταλείπει το Ολύμπιον και μεταφέρεται στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Από τότε και στο εξής, το Ολύμπιον I λειτουργεί ως αίθουσα πρώτης προβολής, ενώ το Ολύμπιον II χρησιμοποιήθηκε τόσο ως κινηματογράφος όσο και ως θεατρική σκηνή, φιλοξενώντας παραστάσεις σημαντικών ελληνικών θιάσων, μουσικές εκδηλώσεις και παραγωγές όπερας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στην ταράτσα του κτιρίου δημιουργείται η θεατρική «Αίθουσα Χατζώκου», η πρώτη αίθουσα με συρόμενη οροφή, καθιστώντας το θέατρο θερινό και χειμερινό ταυτόχρονα, μια μεγάλη καινοτομία για την εποχή.
Το Ολύμπιον ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο και ανακατασκευάστηκε το 1997 από τον Οργανισμό Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη 1997», προκειμένου να αποτελέσει τη μόνιμη στέγη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ανακαινίστηκε το δαιδαλώδες εσωτερικό του, καθώς και το εξωτερικό κέλυφος, τα διακοσμητικά στοιχεία του οποίου φέρουν νεοβυζαντινές επιρροές. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 3 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, με το αφιέρωμα «Tutto Fellini» στο έργο του διάσημου Ιταλού δημιουργού Φεντερίκο Φελίνι.
Ο Ντάρεν Αρονόφσκι, ο Κεν Λόουτς, ο Αμπάς Κιαροστάμι, ο Μανουέλ ντε Ολιβέιρα, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Παντελής Βούλγαρης είναι μόνο μερικά από τα πρώτα σημαντικά ονόματα που πέρασαν την πόρτα του Ολύμπιον το 1997‑1998, εγκαινιάζοντας τη νέα του εποχή ως έδρα του σημαντικότερου κινηματογραφικού θεσμού της χώρας.
Το κόκκινο χρώμα στο εσωτερικό του Ολύμπιον και στα σινεμά του κόσμου
Στην εμβληματική αίθουσα της Θεσσαλονίκης, το έντονο κόκκινο χρώμα που τη χαρακτηρίζει από άκρη σε άκρη προστέθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 από τους αρχιτέκτονες Πρόδρομο Νικηφορίδη και Bernard Cuomo.
Τα κόκκινα καθίσματα στους κινηματογράφους αποτελούν άμεση συνέχεια της ευρωπαϊκής θεατρικής και οπερατικής παράδοσης. Από τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα, μεγάλα λυρικά θέατρα, όπως η Σκάλα του Μιλάνου, το Teatro La Fenice στη Βενετία και αργότερα το μεγαλοπρεπές Palais Garnier στο Παρίσι, χρησιμοποίησαν κόκκινο βελούδο στις αίθουσές τους, καθώς το χρώμα αυτό συνδέθηκε με την πολυτέλεια και την επισημότητα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι πιο πολυτελείς κινηματογραφικές αίθουσες μιμήθηκαν την αισθητική των θεάτρων, ώστε να προσδώσουν στον χώρο τους κύρος και σοβαρότητα.
Η επιλογή αυτή είχε και πρακτική βάση: σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, το ανθρώπινο μάτι είναι λιγότερο ευαίσθητο στο κόκκινο σε σύγκριση με άλλα χρώματα, γεγονός που μειώνει τις οπτικές παρεμβολές και βοηθά το κοινό να συγκεντρώνεται στην οθόνη. Έτσι, η χρήση του κόκκινου χρώματος στα καθίσματα καθιερώθηκε σταδιακά τόσο για αισθητικούς όσο και για λειτουργικούς λόγους, αποτελώντας διαχρονικό χαρακτηριστικό των κινηματογραφικών αιθουσών.
Ο Νοέμβριος, ο Μάρτιος και η ιστορική έδρα δύο διεθνών φεστιβάλ
Μισό αιώνα μετά την ανέγερσή του, το Ολύμπιον καθιερώθηκε ως έδρα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και η πόλη απέκτησε ένα κέντρο πολιτιστικών δραστηριοτήτων υψηλών προδιαγραφών. Οι δύο αίθουσες, «Ολύμπιον» και «Παύλος Ζάννας», λειτουργούν ως χειμερινοί κινηματογράφοι πρώτης προβολής, με το πρόγραμμά τους να εστιάζει στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, καθώς ανήκουν στο δίκτυο Europa Cinemas.
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, οι αίθουσες του Ολύμπιον έχουν φιλοξενήσει χιλιάδες εκδηλώσεις: από συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις και εκθέσεις, μέχρι ημερίδες, συνέδρια, ομιλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις και τελετές απονομών.
Παράλληλα, η σταθερή λειτουργία τους ως κινηματογράφοι πρώτης προβολής και ρεπερτορίου, τα αφιερώματα και οι ρετροσπεκτίβες σε μεγάλους δημιουργούς της έβδομης τέχνης, τα εκπαιδευτικά προγράμματα και οι παράλληλες δράσεις του Φεστιβάλ, καθώς και η φιλοξενία άλλων φορέων και δημιουργών, επιβεβαιώνουν την πολιτιστική σημασία του και εδραιώνουν το Ολύμπιον ως το κινηματογραφικό στέκι της Θεσσαλονίκης.
Αποτελώντας το επίκεντρο δύο μεγάλων, διεθνούς εμβέλειας διοργανώσεων, του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κάθε Νοέμβριο και του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης κάθε Μαρτίου, το Ολύμπιον προσελκύει κάθε χρόνο περισσότερους από 300.000 Έλληνες και ξένους επισκέπτες. Το φθινόπωρο του 2024 το Ολύμπιον υποδέχτηκε το κοινό με νέα καθίσματα στις ιστορικές του αίθουσες.
Η αίθουσα «Παύλος Ζάννας», χωρητικότητας 180 θέσεων, διαφοροποιείται από τη χαρακτηριστική κόκκινη εικόνα της αίθουσας «Ολύμπιον» με τις δικές της μπλε αποχρώσεις. Με τα νέα καθίσματα, η χωρητικότητα της πλατείας του Ολύμπιον ανέρχεται σε 406 θέσεις, ενώ το θεωρείο μπορεί πλέον να φιλοξενήσει 80 θεατές.
Δεν είχα ανέβει ποτέ στο θεωρείο μέχρι μια sold out προβολή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όταν ένας φίλος με οδήγησε ψηλά, διαβεβαιώνοντάς με ότι θα είχα άνεση και μια αίσθηση ιδιωτικότητας. Και πράγματι, ήταν έτσι. Αυτόν τον Μάρτιο, στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, σκοπεύω να κατευθυνθώ απευθείας στο θεωρείο και να απολαύσω όλες τις προβολές από εκεί.
Ένα κτίριο προσβάσιμο σε όλους
Παράλληλα με τις εργασίες αλλαγής των καθισμάτων ολοκληρώθηκαν και οι υποδομές προσβασιμότητας του Ολύμπιον. Το κτίριο είναι πλέον καθολικά προσβάσιμο σε άτομα με μειωμένη κινητικότητα. Χάρη στις πρόσφατες παρεμβάσεις, η σκηνή του Ολύμπιον, η αίθουσα «Παύλος Ζάννας», το Πράσινο Δωμάτιο, το Δωμάτιο με Θέα, καθώς και τα γραφεία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στον 5ο και 6ο όροφο, είναι πλήρως προσβάσιμα.
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι το κορυφαίο εγχώριο φεστιβάλ και ένα από τα σημαντικότερα της Ευρώπης. Γιορτάζει και προωθεί το ανεξάρτητο διεθνές σινεμά, καθώς και την ετήσια ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Με πνεύμα διερεύνησης και βασικό προσανατολισμό την ανακάλυψη νέων τάσεων και δημιουργών, φέρνει στο προσκήνιο σκηνοθέτες που εκφράζονται με πρωτοτυπία και τόλμη, πειραματίζονται με την κινηματογραφική γλώσσα και αρθρώνουν τις πιο σύγχρονες και δυναμικές φωνές της έβδομης τέχνης.
Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σημαντικότερα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Ευρώπης και γιορτάζει την τέχνη του ντοκιμαντέρ μέσα από ένα πλούσιο πρόγραμμα ταινιών, εκδηλώσεων και πρωτοβουλιών. Το 2018, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου το επέλεξε ανάμεσα στα 28 κορυφαία φεστιβάλ του κόσμου, απονέμοντάς του την πιστοποίηση «Oscars qualified festival». Έτσι, η ταινία που κερδίζει τον Χρυσό Αλέξανδρο αποκτά αυτόματα δικαίωμα συμμετοχής στη λίστα προεπιλογής για το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ.
Περισσότερες πληροφορίες για το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που θα πραγματοποιηθεί από τις 5 έως τις 15 Μαρτίου 2026, θα βρείτε εδώ.