“ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΙΠΩΘΕΙ ΠΟΤΕ”
Η υποψήφια για Όσκαρ σεναριογράφος του “Brutalist” κι η υποψήφια για Όσκαρ ηθοποιός Αμάντα Σέιφριντ ανοίγονται στο NEWS24/7 για το πώς η πνευματικότητα της “Διαθήκης της Αν Λι” τις ενέπνευσε, 250 χρόνια μετά τα πραγματικά γεγονότα.
Δεν είναι κάθε μέρα που συναντάς μπροστά σου μια απίθανη αληθινή ιστορία της οποία ελάχιστοι γνωρίζουν κι η οποία αν το καλοσκεφτείς έχει τόσα πολλά να μας δώσει ακόμα και σήμερα, περίπου 250 χρόνια μετά τα αληθινά γεγονότα.
«Ανακάλυψα μια απίστευτη ιστορία που δεν έχει ειπωθεί ποτέ», μου λέει με ενθουσιασμό η νορβηγίδα, υποψήφια για Όσκαρ δημιουργός Μόνα Φάστβολντ σε μια συζήτηση στο φεστιβάλ Βενετίας. «Αλλά όταν προσπαθούσα να βρω χρηματοδότηση, οι περισσότεροι έλεγαν απλώς: “Καλή τύχη”».
Γνώριμο το συναίσθημα, ειδικά αν προσπαθείς να πεις μια παράξενη ιστορία με έναν αντισυμβατικό τρόπο, γεμάτο ρίσκο – όπως συμβαίνει εδώ, με τη Διαθήκη της Αν Λι, ένα δράμα εποχής γεμάτο μουσικοχορευτικές σκηνές(!), για μια θρησκευτική ηγέτιδα της οποίας η αίρεση είχε μόνο έναν κανόνα: όχι σεξ(!!).
«Αυτό είναι που με τράβηξε στην ιστορία. Πώς αντικατοπτρίζει την εμπειρία του να προσπαθείς να δημιουργήσεις κάτι που μοιάζει αδύνατο», λέει η Φάστβολντ, που ένα χρόνο νωρίτερα στο ίδιο φεστιβάλ συναντούσε τεράστια επιτυχία με το Brutalist – άλλο ένα εξαιρετικά παράτολμο εγχείρημα, ένα 4ωρο ιστορικό δράμα που έγραψε μαζί με τον συνεργάτη και σύντροφό της Μπρέιντι Κορμπέ και το οποίο έφερε και τους δύο υποψήφιους για Όσκαρ.
Μαζί έγραψαν και τη Διαθήκη της Αν Λι, με τη Φάστβολντ αυτή τη φορά να σκηνοθετεί. Την ιστορία της ιδρύτριας της θρησκευτικής αίρεσης των Shakers, η οποία κήρυττε την κοινωνική και έμφυλη ισότητα, προσπαθώντας να χτίσει κάτι σχεδόν ουτοπικό πάνω στο τραύμα της ενηλικίωσής της.
Στον ρόλο η Αμάντα Σέιφριντ (Mamma Mia, υποψήφια για Όσκαρ για το Mank), δίνει μια εντυπωσιακά ανοιχτή, θαρραλέα ερμηνεία, δίνοντας την αίσθηση πως όλη η ενέργεια και η ένταση μιας πίστης σε έναν καλύτερο κόσμο, περνά διαρκώς μέσα από το σώμα της. «Όταν χορεύεις, αφήνεσαι, γίνεσαι ευάλωτος και τελικά γίνεσαι ο εαυτός σου», μου λέει μιλώντας για αυτό που βίωσε.
Πώς μπορεί όμως η ιστορία της ηγέτιδας μια άγνωστης αίρεσης 2μιση αιώνων πριν, να ενέπνευσε τόσο απόλυτα τις δύο γυναίκες στο σήμερα – δίνοντας ψυχή και σώμα στην αφήγηση αυτής της ιστορίας; Είναι η αναζήτηση για μια ουτοπία – από όπου κι αν προέρχεται – που τις ώθησε;
Λίγο πριν την παγκόσμια πρεμιέρα της Διαθήκης της Αν Λι στο φεστιβάλ Βενετίας, οι υποψήφιες για Όσκαρ, Μόνα Φάστβολντ και Αμάντα Σάιφρεντ ανοίγονται στο NEWS24/7 σε μια συζήτηση περί ουτοπίας, πίστης – και έκστασης.
Η μουσική και ο χορός λειτουργούν σαν καθαρτική διαδικασία, σαν ένας τρόπος να αποβάλλεις συναισθήματα και δαίμονες. Πώς αρχίσατε να φαντάζεστε αυτές τις σκηνές;
Μόνα Φάστβολντ: Ξεκινήσαμε με έρευνα. Το μόνο που υπήρχε ήταν σχέδια που έδειχναν τους Shakers να κινούνται σε κυκλικούς σχηματισμούς, μαζί με λεπτομερείς γραπτές περιγραφές των μοτίβων. Από εκεί ξεκινήσαμε και μετά επιστρέψαμε στις μαρτυρίες για αυτές τις σχεδόν εκστατικές συγκεντρώσεις όπου χόρευαν ασταμάτητα μέχρι να σχηματιστεί μια χορογραφία. Όπως συμβαίνει όταν αυτοσχεδιάζεις αρκετή ώρα και τελικά συνδέεσαι με τους άλλους.
Αλλά για αυτούς δεν ήταν απλώς χορός. Ήταν προσευχή. Έτσι δουλέψαμε κάθε κίνηση ώστε να έχει νόημα: μπορεί να απορροφάς τον πόνο κάποιου άλλου και να τον απελευθερώνεις, ή να αφήνεις τον δικό σου πόνο να φύγει, ή να αντλείς δύναμη από πάνω.
Αυτή τη γλώσσα της κίνησης τη μεταδώσαμε σε όλους, σε κάθε κομπάρσο, σε κάθε άνθρωπο στο πλατό. Και μετά η Σίλια Ράλστον Χολ δούλεψε πολύ με την Αμάντα πάνω στο ταξίδι της Αν Λι: πώς κινείται ως νεαρή γυναίκα και πώς αυτό εξελίσσεται, πώς βρίσκεις αυτή την κίνηση μέσα στο σώμα της Αμάντα.
Αμάντα Σέιφριντ: Αυτό ξεκίνησε περίπου έναν χρόνο πριν τα γυρίσματα. Και για μένα ήταν πολύ βοηθητικό, γιατί δυσκολεύομαι με τη χορογραφία. Αλλά εδώ δεν ήταν ακριβώς χορός, ήταν περισσότερο κίνηση.
Η Σίλια μπορούσε να εξηγήσει γιατί κάνουμε κάθε κίνηση. Για παράδειγμα υπήρχε μια κίνηση που λεγόταν «πείνα και δίψα». Μου έλεγε: είναι σαν να καλύπτεσαι με κάτι ζεστό και χρυσό, μετά φέρνεις το χέρι στην καρδιά σου και αποβάλλεις τον φόβο ή την ασχήμια που κουβαλάς.
Και έτσι αποκτάς πρόσβαση σε μια γλώσσα κίνησης. Στο τέλος λέγαμε απλώς: «Κάνε αυτό που νιώθεις». Σε κάποιες σκηνές χωρίς συγκεκριμένη χορογραφία επιστρέφαμε σε αυτό που λέγαμε «σωματικά μάντρα». Και είναι πραγματικά θεραπευτικό.
Καταλαβαίνω γιατί έμεναν εκεί. Γιατί οι άνθρωποι ήθελαν να είναι μέρος αυτού. Απελευθέρωναν το εγώ τους. Όταν χορεύεις, αφήνεσαι, γίνεσαι ευάλωτος και τελικά γίνεσαι ο εαυτός σου. Οπότε ναι, μπορώ να καταλάβω κάποιες πλευρές του κινήματος των Shakers.
Πόσο καιρό έμεινε μαζί σας ο χαρακτήρας μετά το τέλος των γυρισμάτων;
Αμάντα Σέιφριντ: Δεν ξέρω. Και δεν ήταν μόνο δική μου εμπειρία, ήταν και της Μόνα. Αστειευόμασταν και τη λέγαμε «Μητέρα Μόνα», γιατί είναι η πιο στοργική σκηνοθέτρια που έχω γνωρίσει.
Αλλά νομίζω ότι κάπως καλέσαμε την Αν Λι. Πώς να μη συμβεί όταν τη ζωντανεύεις έτσι; Ήταν σαν να ήταν ξανά μαζί μας. Και είναι η πρώτη φορά που παίζω έναν χαρακτήρα και νιώθω ότι δεν είμαι μόνο εγώ που τον ενσαρκώνω. Είναι σαν να εκπροσωπείται σε όλους μας.
Εγώ πάντως είμαι άνθρωπος που αφήνει τα πράγματα να φεύγουν καθώς επιστρέφω στην καθημερινότητα. Στα παιδιά μου, στο αγρόκτημά μου. Ίσως είναι καλύτερη ερώτηση για σένα.
Μόνα Φάστβολντ: Νομίζω ότι με έναν τρόπο θα την κουβαλάμε πάντα λίγο μαζί μας.
Μας τράβηξε η ιδέα της να δημιουργήσει κάτι αδύνατο: μια κοινότητα με ισότητα φύλου και φυλής, έναν χώρο όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να εργάζονται και να νιώθουν ασφάλεια. Και νομίζω ότι γι’ αυτό μας άγγιξε όλους. Εμένα, την Αμάντα, τον Μπρέιντι, πολλούς ανθρώπους του συνεργείου και του καστ. Γιατί όλοι λαχταράμε κάτι τέτοιο.
Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε και με τις ταινίες: να δημιουργήσουμε ένα έργο όπου οι άνθρωποι μπορούν να καθίσουν μαζί σε μια αίθουσα, να μοιραστούν μια εμπειρία και να μιλήσουν γι’ αυτήν. Να πουν «μου άρεσε», «δεν μου άρεσε», «δεν το κατάλαβα», «με έκανε να νιώσω κάτι».
Αυτή η ανάγκη για κοινότητα είναι κάτι που όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν, έστω και σε μικρή κλίμακα. Με έναν φίλο, με την οικογένεια, με τα ζώα τους.
Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε σε αυτή την ιστορία, παρόλο που δεν μοιράζεστε τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις;
Μόνα Φάστβολντ: Ήταν η προσπάθεια να δημιουργήσεις κάτι αδύνατο.
Μιλάμε για μια φτωχή, αναλφάβητη γυναίκα σε μια εποχή όπου οι γυναίκες δεν είχαν καμία αυτονομία. Μετανάστευσε στην Αμερική με οκτώ ακόλουθους και τελικά δημιούργησε τη μεγαλύτερη ουτοπική κοινότητα στην αμερικανική ιστορία. Με ισότητα φύλου και φυλής. Αυτό είναι απίστευτο.
Αμάντα Σέιφριντ: Και το έκανε. Δεν πίστευε ότι ήταν αδύνατο. Απλώς έλεγε: «Θα το κάνω. Με οδηγεί το Θείο Πνεύμα».
Μόνα Φάστβολντ: Ακριβώς. Και κάπως έτσι λειτουργώ κι εγώ όταν κάνω ταινίες. Κανείς δεν ήθελε αυτή την ταινία. Ήταν το πιο δύσκολο elevator pitch που μπορείς να φανταστείς.
Εγώ έλεγα: «Ανακάλυψα μια απίστευτη ιστορία που δεν έχει ειπωθεί ποτέ». Αλλά όταν προσπαθούσα να βρω χρηματοδότηση, οι περισσότεροι έλεγαν απλώς: «Καλή τύχη». Ευτυχώς υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι που είπαν: «Θέλω να δω τι τέχνη θα δημιουργήσεις» και μας στήριξαν.
Αλλά ήταν δύσκολο. Είχαμε περιορισμένο μπάτζετ για κάτι που ήθελα να έχει αίσθηση έπους.
Αμάντα Σέιφριντ: Και την έχει.
Μόνα Φάστβολντ: Ναι. Αλλά ήταν πραγματικά δύσκολο. Τελικά εφαρμόσαμε πολλές από τις ιδέες των Shakers και στον τρόπο που δουλεύαμε: ισότητα στο πλατό, καμία ιδιαίτερη μεταχείριση. Όλοι δουλεύαμε μαζί. Και αυτό είναι που με τράβηξε στην ιστορία. Πώς αντικατοπτρίζει την εμπειρία του να προσπαθείς να δημιουργήσεις κάτι που μοιάζει αδύνατο.
Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι σημαντικότερες ιδιότητες ενός ηγέτη σήμερα;
Μόνα Φάστβολντ: Θα ήθελα να ηγούμαι όπως μια μητέρα – ή ένας πατέρας – δηλαδή με αγάπη, φροντίδα και ενσυναίσθηση. Να δίνεις χώρο στους ανθρώπους να φέρουν τον καλύτερο εαυτό τους, να συνεργαστούν, να ακουστούν. Έτσι προσπαθώ να δουλεύω στο πλατό, και έτσι δουλεύει και η Αμάντα. Και αυτό προσπαθούσε να κάνει και η Αν Λι.
Ζούμε σε μια εποχή γεμάτη φόβο, με ηγέτες που λειτουργούν από εγωισμό και ανασφάλεια. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι πριν από…
Αμάντα Σέιφριντ: Πόσο ήταν; 200; 300;
Μόνα Φάστβολντ: Για κοίτα το!
Αμάντα Σέιφριντ: Νομίζω περίπου 250. Το 1775.
Μόνα Φάστβολντ: Ναι, περίπου 250 χρόνια. Υπήρξε τότε αυτή η γυναίκα που κατάφερε να δημιουργήσει κάτι τέτοιο. Στεκόμαστε στους ώμους της.
Αμάντα Σέιφριντ: Και η διαφορά είναι ότι πολλοί λένε πως ήταν μια θρησκευτική αίρεση, που δεν ήταν. Οι αιρέσεις βασίζονται στον φόβο. Οι ηγέτες τους τρομοκρατούν τους ανθρώπους.
Μόνα Φάστβολντ: Στους Shakers μπορούσες να φύγεις. Απλώς δεν μπορούσες να ζεις μαζί τους μετά.
Αμάντα Σέιφριντ: Ναι. Αν ήθελες να κάνεις σεξ, έπρεπε να φύγεις. Απλοποιώ λίγο τα πράγματα, αλλά η ουσία είναι ότι ένας ηγέτης πρέπει να οδηγεί με καλοσύνη, αισιοδοξία και πραγματική πεποίθηση. Να λέει στους ανθρώπους: «Σε βλέπω. Σε ακούω. Είμαστε μαζί σε αυτό».
Και όμως φαίνεται πως αυτό είναι πιο δύσκολο απ’ όσο νομίζαμε. Και γι’ αυτό η ιστορία της Αν Λι είναι τόσο επίκαιρη.
Χρειάζεται ο σημερινός κόσμος μια τέτοια μορφή πνευματικότητας;
Μόνα Φάστβολντ: Νομίζω ότι τη λαχταράμε.
Δεν μεγάλωσα με θρησκεία και οι οργανωμένες θρησκείες έχουν πολλούς κανόνες. Αλλά η ιδέα ότι είσαι μέρος κάτι μεγαλύτερου, ότι ανήκεις σε μια κοινότητα, είναι σημαντική. Η πνευματικότητα έδωσε στην Αν Λι δύναμη και πιθανότατα την έκανε γενναία.
Φυσικά η πίστη μπορεί να οδηγήσει και σε σκοτεινά πράγματα, αλλά είναι σημαντικό να έχουμε αρχές όπως η ενσυναίσθηση, η καλοσύνη και η γενναιοδωρία.
Αμάντα Σέιφριντ: Εγώ μεγάλωσα σε Πρεσβυτεριανή εκκλησία και η εκδοχή του χριστιανισμού που γνώρισα είχε λιγότερους κανόνες και περισσότερο την ιδέα της καλοσύνης και του σεβασμού.
Μόνα Φάστβολντ: Και οι περισσότερες θρησκείες έτσι ξεκινούν.
Αμάντα Σέιφριντ: Μετά αρχίζουν να προστίθενται άλλα πράγματα.
Μόνα Φάστβολντ: Ναι. Και τα αρνητικά στοιχεία συχνά προέρχονται από το εγώ, όχι από τον πυρήνα της πίστης.
Αμάντα Σέιφριντ: Να φέρεσαι στους άλλους όπως θα ήθελες να σου φέρονται.
Μόνα Φάστβολντ: Ακριβώς. Όπως διδάσκεις και στα παιδιά σου.
Αμάντα Σέιφριντ: Η ζωή δεν είναι εύκολη. Και τελικά όλοι αναζητούμε κοινότητα. Αν αυτή βρίσκεται στην εκκλησία της γειτονιάς, θα πάμε εκεί.
Μόνα Φάστβολντ: Ή σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου. Το να βρίσκεσαι με ανθρώπους από όλο τον κόσμο που αγαπούν να αφηγούνται ιστορίες και να συζητούν για ταινίες είναι κι αυτό μια μορφή κοινότητας.
Θυμάμαι τώρα την προηγούμενη φορά που ήμουν εδώ, μέσα στην πανδημία. Και όλα αυτά τα χρόνια, συγκινήθηκα πολλές φορές από το πόσο μου είχε λείψει αυτή ακριβώς η αίσθηση.
Η “Διαθήκη της Αν Λι” κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Feelgood Entertainment. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του ‘25 στο φεστιβάλ Βενετίας.