Νέες ταινίες: Τα πρόβατα διαλευκάνουν το έγκλημα στους “Μαλλιαρούς Ντετέκτιβ” με τον Χιου Τζάκμαν
Διαβάζεται σε 12'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 07 Μαΐου 2026 06:13
Εκπληκτικό άνοιγμα για το “Ο Διάβολος Φοράει Prada 2” με σχεδόν 75.000 εισιτήρια 4ημέρου, την ώρα που και διεθνώς πάει σφαίρα. Η χρονική απόσταση από από μια ταινία που έχει εξελιχθεί σε θρυλική για τη γενιά της, σε συνδυασμό με την επιστροφή σύσσωμου ενός καστ που παραμένει πρώτης γραμμής, σίγουρα συνεισέφεραν. Το ότι κι η ταινία είναι επίσης πολύ καλή είναι το κερασάκι στην τούρτα.
Από κοντά όμως τόσο το “Michael” όσο και το “Super Mario Galaxy: Η Ταινία” συνεχίζουν να πηγαίνουν τρένο, φτάνοντας τα 121.000 και 150.000 αντίστοιχα. Για το “Mario” έχουμε κάτι σαν δεδομένη επιλογή για το οικογενειακό κοινό, ενώ το “Michael” όχι απλά δεν έχασε αλλά ενίσχυσε τη δυναμική του, προφανώς και λόγω της μεγάλης συζήτησης γύρω από την ταινία – κάτι που πάντα βοηθάει.
Συνολικά πάντως είχαμε μια εντυπωσιακή εβδομάδα στα ταμεία, ίσως ένα πολύ καλό σημάδι για την θερινή σεζόν που έρχεται.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Οι Μαλλιαροί Ντετέκτιβ
(“The Sheep Detectives”, Κάιλ Μπάλντα, 1ω49λ)
★★½
Ο Τζορτζ είναι ένας βοσκός που αγαπάει τα πρόβατά του τόσο πολύ, που κάθε βράδυ τους διαβάζει αστυνομικά βιβλία. Εκείνος θεωρεί πως δεν τον καταλαβαίνουν, αλλά δεν ξέρει πως το κοπάδι τον ακούει προσεκτικά και κατανοεί τα πάντα. Όταν ο Τζορτζ βρεθεί ένα πρωί δολοφονημένος, είναι τα αγαπημένα του πρόβατα που θα πρέπει να λύσουν το αίνιγμα του θανάτου του.
Σε 25 λέξεις: Χαριτωμένη και πρωτότυπη whodunnit απόπειρα από τον σκηνοθέτη των “Minions”. Σαν πιο λάιτ εκδοχή των “Knives Out”, αλλά με πρόβατα στη θέση του Ντάνιελ Κρεγκ. Λειτουργεί!
Κριτική
Με κάτι από “Knives Out” στη διάθεσή του και τις προθέσεις του και αλλά στο πολύ πιο οικογενειακό, και με μια χροιά “Toy Story” στο πώς τα πρόβατα “ζωντανεύουν” (ή έστω καταλαβαίνονται μεταξύ τους) όταν ο άνθρωπός τους δεν κοιτά, το διασκεδαστικό φιλμ βλέπει τον σκηνοθέτη των “Minions” σε μια live action (αλλά στην ψυχή της εντελώς καρτούν) κωμική περιπέτεια μυστηρίου.
Ο Χιου Τζάκμαν προλαβαίνει να δώσει μια αίσθηση ζεστασιάς πριν παραχωρήσει το φιλμ στα πρόβατα-ντετέκτιβ, αλλά και σε ένα μάτσο ιδιόμορφων χαρακτήρων από τη γειτονική κωμόπολη, που είναι ύποπτοι για φόνο.
Μετά τον θάνατο του Τζορτζ, στην περιοχή καταφθάνει η δικηγόρος (Έμμα Τόμσον) μαζί με τη διαθήκη του εκλιπόντος. Ο ντόπιος αστυφύλακας (σκέτη απόλαυση ο Νίκολας Μπράουν όπως και στο “Succession”) θα πρέπει να ερευνήσει ποια τοπικά συμφέροντα ήθελαν τον Τζορτζ νεκρό ανάμεσα σε ανθρώπους που τον μισούσαν ή και τον λάτρευαν. Ανάμεσά τους, η κόρη του (Μόλι Γκόρντον) που περιέργως έχει μόλις φτάσει στην πόλη.
Η ιστορία βασίζεται στο βιβλίο Three Bags Full της Λεονί Σουάν, γραμμένη για το σινεμά από τον Κρεγκ Μέιζιν – σεναριογράφο του “Hangover II”, του “Scary Movie 3”, και του “Chernobyl”(!). Το χιούμορ μεταφράζεται πολύ πετυχημένα μέσα σε μια ταινία που καταφέρνει σε όλη τη διάρκειά της να είναι διασκεδαστική (σε αρκετά σημεία γελάσαμε πολύ δυνατά), ένα στοιχείο που σε συνδυασμό με το ορεξάτο καστ καλύπτει ένα μάλλον χλιαρό whodunnit.
Ας είμαστε ειλικρινείς, αν το ίδιο μυστήριο το έλυνε ο Πουαρώ (ή ακόμα κι ο Μπενουά Μπλανκ) δε θα έστεκε και πάρα πολύ ως κατασκευή, αλλά τα επιμέρους στοιχεία είναι πολύ διασκεδαστικά – παρέα με μια υποβόσκουσα, ίσως οριακά χλιαρή, ιδέα περί αποδοχής. Δεν είναι κάτι εξαιρετικό αλλά θα περάσετε ωραία.
(Η ταινία προβάλλεται υποτιτλισμένη αλλά και σε ελληνική μεταγλώττιση.)
Billie Eilish – Hit Me Hard and Soft: The Tour (Live in 3D)
(Τζέιμς Κάμερον, Μπίλι Άιλις, 1ω54λ)
★★★
Ο Τζέιμς Κάμερον σκηνοθετεί σε εντυπωσιακό 3D μια συναυλία της Μπίλι Άιλις από την περσινή της περιοδεία, Hit Me Hard and Soft.
Σε 25 λέξεις: Εντυπωσιακό και όμορφο concert film που έχει ιδέες για το πώς να επεκτείνει τη γλώσσα του είδους. Χορταστικό σαν εμπειρία, ακόμα και για μη σκληροπυρηνικούς φανς.
Κριτική
Ο Τζόναθαν Ντέμι καθόρισε το είδος του concert film μια για πάντα με το “Stop Making Sense” αλλά καθώς οι εποχές (και οι τεχνολογίες) αλλάζουν, έχει ενδιαφέρον να παρατηρούμε πώς εμπλουτίζεται η γλώσσα αυτών των μουσικών ντοκιμαντέρ.
Το “Stop Making Sense” ας πούμε εστιάζει αποκλειστικά στο περφόρμανς σε δύο διαστάσεις (κίνηση πάνω στη σκηνή, πάντα προς την κάμερα, ποτέ πρόσωπα των φανς), αλλά πώς μεταφράζεται αυτή η καταγραφή όταν η κίνηση είναι 360; Για την συναυλία της στο Hit Me Hard and Soft Tour, η Μπίλι Άιλις τοποθέτησε τη σκηνή στο μέσον του σταδίου και, δίχως χορευτές και άλλων ειδών οπτική υποστήριξη, τραγούδησε όλη τη συναυλία προς ένα κοινό που την κοιτούσε από κάθε κατεύθυνση.
Ο Τζέιμς Κάμερον, ένας πρωτοπόρος του 3D και σκηνοθέτης που έτσι κι αλλιώς έχει μοναδική αίσθηση του χώρου και της δημιουργίας κόσμων στη μεγάλη οθόνη, βρίσκει αυτή την πρώτη ύλη αρκετή για να παίξει. Καταγράφει την συναυλία σε 3D, χρήσιμο μιας που έτσι κι αλλιώς η κάμερά του ταξιδεύει από και προς όλες τις κατευθύνσεις για να πιάσει την Άιλις – αλλά και την γέφυρά ενέργειάς της με το κοινό.
Επειδή είμαστε στο 2026, το fandom παίζει εδώ μεγάλο ρόλο. Με διαρκή παρουσία σε talking heads ανάμεσα στα διάφορα τραγούδια, με κοντινά της κάμερας σε συγκινημένα βλέμματα και τεράστια χαμόγελα στο κάγκελο του γηπέδου, ακόμα και με την Άιλις να κάνει νοήματα από ψηλά στο κοινό που περιμένει την αποψινή συναυλία και να επικοινωνεί μαζί τους μέσω instagram live.
Η περσόνα της Άιλις, η ζεστασιά των φανς που έχουν βρει στη μουσική της ένα safe space, και τελικά ο ίδιος αυτός χώρος της ώρας του λάιβ, συνυπάρχουν σε ένα τέτοιο σύγχρονο concert film και μάλλον τελικά δεν γινόταν αλλιώς. Η ίδια η συναυλία είναι εντυπωσιακά γυρισμένη με εναλλαγές ιδεών και χρωμάτων και χωρίς ποτέ να προδίδει τον πυρήνα του ανθρωποκεντρικού σόου που θέλει να δώσει η Άιλις.
Από την κινητικότητα του bad guy μέχρι τα λέιζερ του L’ AMOUR DE MA VIE, υπάρχει η ίδια καλλιτέχνιδα στο επίκεντρο, ένα εξαιρετικό solo act που μπορεί να κρατά την σκηνή και την (3D) οθόνη εξίσου. Μια πολύ δυνατή συναυλιακή πρόταση στη μεγάλη οθόνη.
Θα Φύγω Μια Μέρα
(“Partir Un Jour / Leave One Day”, Αμελί Μπονέν, 1ω38λ)
★★½
Η Σεσίλ πρόκειται να ανοίξει το γκουρμέ εστιατόριό της και να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, όμως ξαφνικά ο πατέρας της παθαίνει καρδιακή προσβολή και η Σεσίλ πρέπει να γυρίσει πίσω στο χωριό όπου γεννήθηκε. Μακριά από τη βαβούρα της παριζιάνικης ζωής, θα συναντήσει τον νεανικό της έρωτα, καθώς οι αναμνήσεις την κατακλύζουν και οι αμφιβολίες για κάθε τι που θεωρούσε σίγουρο, ενισχύονται.
Σε 25 λέξεις: Ενδιαφέρον μιούζικαλ πείραμα, σαν jukebox “La La Land” με μια εσάνς από γαστριμαργικό δράμα. Δεν λειτουργεί εξ ολοκλήρου αλλά έχει καλές στιγμές.
Κριτική
Η Αμελί Μπονέν μετατρέπει σε μεγάλου μήκους ντεμπούτο, το δικό της (βραβευμένο) μικρού μήκους φιλμάκι και ομολογουμένως αυτή η προέλευση του έργου δεν κρύβεται κι από το τελικό αποτέλεσμα.
Όχι πως δεν έχει ενδιαφέρον κινηματογραφικό η ταινία, που πέρυσι άνοιξε μάλιστα το φεστιβάλ Καννών. Μια σειρά διλημμάτων έρχονται στο προσκήνιο όταν η Σεσίλ – πετυχημένη παίκτρια μαγειρικού ριάλιτι που τώρα ετοιμάζεται να ανοίξει το γκουρμέ εστιατόριό της – πηγαίνει πίσω στην κωμόπολη όπου μεγάλωσε μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο του πατέρα της. Εκεί συναντά τον παλιό της έρωτα, την ίδια ώρα που είναι και έγκυος.
Η ζωή της πόλης κι οι αστικές φιλοδοξίες έρχονται σε αντιπαράθεση με μια κάποια απλότητα που συνδέεται και με τα βιώματα του παρελθόντος, αλλά όλα αρχίζουν και ξετυλίγονται με τρόπο μάλλον αναμενόμενο και οριακά άνευρο κιόλας. Το αληθινό ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι το μιούζικαλ κάλυμμα του φιλμ, με χαρακτήρες να τραγουδάνε (με φυσικό τρόπο, όχι σαν κλασικές fantasy εξάρσεις) μια σειρά τραγουδιών διαφορετικών στυλ και προέλευσης, σαν αποτύπωση του εσωτερικού τους συναισθηματικού κόσμου.
Δεν υπάρχει στιγμή χωρίς το αισθητικό ενδιαφέρον της, και τα τραγούδια λειτουργούν πολύ καλά. Αλλά είναι σαν η Μπονέν να ήθελε κατά βάση να φτιάξει αυτό το – σαν χειροποίητο – μιούζικαλ και να επεκτείνει το ομώνυμο μικρού μήκους έργο της, χωρίς απαραίτητα να έχει όλη την απαραίτητη πρώτη ύλη για να πετύχει αυτούς τους δύο στόχους.
Hokum
(Ντέιμιαν ΜακΚάρθι, 1ω47λ)
★★
Ένας συγγραφέας ταξιδεύει σε ένα απομονωμένο πανδοχείο για να σκορπίσει τις στάχτες των γονιών του, όμως μια μάγισσα στοιχειώνει την σουίτα των νεόνυμφων. Τρομακτικά οράματα και μια σοκαριστική εξαφάνιση, τον ωθούν στο να έρθει αντιμέτωπος με το σκοτάδι του παρελθόντος του.
Σε 25 λέξεις: Αποτελεσματικό και τρομακτικό μεταφυσικό θρίλερ από τον σκηνοθέτη της πολύ δυνατής “Οντότητας”, που όμως χάνεται στα κλισέ και σε μια πλοκή που δεν τσουλάει.
Κριτική
Ο Ντέμιαν ΜακΚάρθι μας έκανε να τον προσέξουμε πριν 2 χρόνια με την ήδη καλτ “Οντότητα”. Ένα low budget ιρλανδικό folk horror φιλμ με τρομερή αίσθηση ατμόσφαιρας και χώρου, και με επιμέρους εικόνες φοβερά τρομακτικές ή/και επιβλητικές ώστε να συγχωρούμε με ευκολία και τα κλισέ, και την πλοκή που σε σημεία πελαγοδρομούσε.
Εδώ επιμένει στην folk διάσταση, παρουσιάζοντας μια ιστορία με ρίζες σε τοπικές δοξασίες, με πλούσια και πάλι ατμόσφαιρα και βραδύκαυστα jump scares που βασίζονται όχι σε απλά τινάγματα, αλλά σε στιβαρές οπτικές ιδέες. Όλα αυτά πολύ καλά, και οπωσδήποτε σε ένα πρώτο επίπεδο η ταινία πολύ απλά καταφέρνει να είναι τρομακτική.
Όμως ο Άνταμ Σκοτ (του “Severance”) δεν καταφέρνει να χτίσει πάνω του έναν συναρπαστικό πρωταγωνιστή στον οποίο ανήκει το συντριπτικό μέρος της ταινίας. Οι ερμηνείες στην “Οντότητα” ήταν επίσης κακές, αλλά υπάρχει κάτι φύσει πιο ενδιαφέρον σε μια ακατέργαστη ξύλινη ερμηνεία ενός τοπικού ηθοποιού που παίζει μέσα σε ένα έτσι κι αλλιώς ακραία στιλιζαρισμένο περιβάλλον, από μια αδιάφορη ερμηνεία ενός χολιγουντιανού σταρ.
Πέρα από αυτό, ο ΜακΚάρθι αφήνει και πάλι να φανούν οι αδυναμίες του στο να χτίζει πλοκή και μια πλούσια ιστορία που δεν εξαντλείται γρήγορα. Από ένα σημείο και μετά το “Hokum” μοιάζει να συντηρείται αποκλειστικά χάρη σε μια αίσθηση σασπένς αιωρούμενη πάνω από το κενό, χωρίς να υπάρχει τίποτα από κάτω της. Τριγύρω υπάρχουν ξανά μπόλικα κλισέ, ενώ αυτή τη φορά έχουν εμπλουτιστεί και με Στίβεν Κινγκ στοιχεία, γιατί εκεί πάει ο νους όταν μιλάμε για συγγραφέα που προσπαθεί να τελειώσει ένα βιβλίο όταν βρίσκει τον εαυτό του στο μέσον ενός εφιάλτη.
Ακόμα και σε αυτή του την πτυχή, το “Hokum” όμως δεν έχει να πει πολλά. Η ένταση κι η ατμόσφαιρα από τη σκηνοθεσία του ΜακΚάρθι δεν χάνονται ποτέ, αλλά ελπίζαμε πως θα υπήρχε τελικά και κάτι λίγο πιο μεστό εκεί μέσα.
Mortal Kombat II
(Σάιμον ΜακΚουόιντ, 1ω56λ)
★★
Οι αγαπημένοι πρωταθλητές, έχοντας πλέον στο πλευρό τους και τον χολιγουντιανό σταρ Τζόνι Κέιτζ, μπαίνουν θέλοντας και μη στο τουρνουά που θα κρίνει τη μοίρα της Γης, απέναντι στις δυνάμεις του Σάο Καν.
Σε 25 λέξεις: Απενοχοποιημένα χαζή διασκέδαση. Δεν το κουράζει με σοβαρότητα και στηρίζεται σε μάχες και διασκεδαστικό gore. Οριακά βιντεοταινία – με τα καλά και με τα κακά της.
Κριτική
Το κλειδί στο να κάνεις τελικά μια διασκεδαστική “Mortal Kombat” ταινία, είναι το να θυμάσαι τι είναι αυτό που έχεις στα χέρια σου. Η προηγούμενη ταινία αυτού του νέου franchise μάλλον έκλινε υπερβολικά προς μια σκοτεινή αίσθηση – ας πούμε – σοβαρότητας κάτι που ειλικρινά κανείς απολύτως δεν θέλει να δει από μια τέτοια μεταφορά.
Η πρώτη διασκευή του διάσημου βιντεοπαιχνιδιού είχε γίνει το 1995 από τον μαιτρ των high art / low trash βιντεογκέιμ διασκευών (βλέπει και: “Resident Evil”), Πολ Γ.Σ. Άντερσον. Εκείνη η ταινία είναι γεμάτη άθλιες ερμηνείες, απενοχοποιημένα ακραία αισθητικά στοιχεία (το σκέτο μακελειό techno score των τίτλων αρχής, τα αμέτρητα γυρτά καδραρίσματα), και απόλυτη αίσθηση στην κινητικότητα των σκηνών μάχης – γιατί ένας θεατής του “Mortal Kombat” αυτό ακριβώς θέλει να δει.
Μετά από ένα κάκιστο σίκουελ, κάποιες σειρές που δεν βλέπονταν, κι ένα reboot του ‘21 που βαραίνει αναίτια πολύ, με αυτό το σίκουελ είναι σαν για πρώτη φορά μετά το ‘95 να θυμήθηκαν όλοι πώς έχει νόημα να φτιάξεις μια τέτοια ταινία: Κάντην σαν φτηνή βιντεοταινία, κάτι που κάποιες φορές μπορεί να είναι αληθινό κοπλιμέντο.
Υπάρχει ένα context όπου οι χαρτονένιες ερμηνείες μπορεί να λειτουργούν ιδανικά, κι αυτό το context είναι μια κριντζ βιντεογκέιμ περιπέτεια για φιγούρες από το Game Boy των ‘90s που δέρνονται μεταξύ τους για να σώσουν την Γη από μια δαιμονική φιγούρα. Υπάρχει πολύ σαχλό χιούμορ (και πάλι – για καλό το λέμε) κυρίως μέσω του Κέινο που πετάει λέιζερ από τα μάτια του, και πολλές σωστά τοποθετημένες αναφορές στο παιχνίδι. Ακόμα και τα οπτικά εφέ μοιάζουν ταιριαστά cheesy.
Το αληθινό πρόβλημα μιας τέτοιας ταινίας είναι ότι, σε αντίθεση με το φιλμ του Πολ Γ.Σ. Άντερσον, οι ίδιες οι σκηνές μάχης δεν έχουν κάτι το αισθητικά αξιοσημείωτο, και το gore διαβάζει συχνά ως υπερβολικά πλαστικό. Συγγνώμη, αλλά το CGI πολύ απλά δεν λειτουργεί σε ορισμένα πλαίσια. Παρόλαυτά διασκεδάσαμε – η ταινία ξέρει τι θέλει να είναι.
Κυκλοφορεί επίσης
That Time I Got Reincarnated as a Slime Η Ταινία: Τα Δάκρυα της Γαλάζιας Θάλασσας: Μετά την ολοκλήρωση της τελετής έναρξης του Demon Kingdom Federation Tempest, ο Ριμούρου και οι σύντροφοί του προσκαλούνται από την Ουράνια Αυτοκράτειρα Ελμέσια να επισκεφθούν το ιδιωτικό νησί-θέρετρό της. Εκεί, ένα νέο περιστατικό ξετυλίγεται με φόντο την απέραντη γαλάζια θάλασσα. Anime περιπέτεια.