Αριστερά: Οι παιδικές ασθένειες που την καθηλώνουν χαμηλά
Διαβάζεται σε 7'
Η Αριστερά, σε όλες της τις πολιτικές εκφάνσεις, φαίνεται ότι διαθέτει περισσότερη αυταρέσκεια και «εγώ» από αυτά που μπορεί να διαχειριστεί.
- 21 Μαρτίου 2026 07:18
Θα έλεγε κανείς ότι σήμερα στο παγκόσμιο στερέωμα (αλλά και στην Ελλάδα) οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες είναι διαμορφωμένες κατά αυτόν τον τρόπο που καθιστούν τις ιδέες της Αριστεράς αν όχι απαραίτητες προς εφαρμογή τουλάχιστον ενδιαφέρουσες προς μελέτη έτσι ώστε να προκύψει ένα τελείως διαφορετικό μείγμα πολιτικής και πρακτικής σκέψης. Από τα της καθημερινότητας μέχρι τα πολύ μεγάλα.
Παρά τη διεθνή σήψη του συστήματος και παρά το γεγονός ότιμ σ’ αφορά τα καθ’ ημάςμ αυτή υπάρχει σχεδόν κάθε μέρα γύρω μας, η Αριστερά και οι ιδέες της χάνουν έδαφος και δημοφιλία και σήμερα δείχνουν να ενδιαφέρουν λίγους αν και αφορούν πολλούς, πάρα πολλούς, για την ακρίβεια την κοινωνική πλειοψηφία.
Και εδώ έγκειται το μεγαλύτερο πρόβλημα που ταλανίζει την ελληνική Αριστερά τα πολλά τελευταία χρόνια και το οποίο εσχάτως, ιδιαίτερα στα χρόνια της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, τείνει να προσλάβει χαρακτηριστικά κρίσης. Η Αριστερά μιλά για τους πολλούς αλλά ελάχιστοι, όλο και λιγότεροι την ακούν.
Εξηγώντας αυτό το παράδοξο, θα μπορούσε κανείς να μείνει στην διαπιστωμένη μιντιακή υπεροπλία του βασικού πολιτικού/ταξικού αντιπάλου. Θα έλεγε όμως τη μισή αλήθεια. Η υπεροπλία της δεξιάς σ’ αυτό το κομμάτι, αν και πράγματι ισχύει, δεν μπορεί να εξηγήσει την αριστερή καχεξία στη μετάδοση του μηνύματος και στην επίτευξη ουσιαστικής συνομιλίας με τους από κάτω. Η Αριστερά αυτοπεριορίστηκε στους κλασικούς τρόπους μετάδοσης του μηνύματος, αρνήθηκε, σε πρώτη φάση, να ανακαλύψει τις digital κοινότητςς που κατακλύζουν τα timeline μας και όταν το κατάφερε καθυστέρησε να βρει το σωστό τρόπο για να επικοινωνήσει αυτό που ήθελε.
Κάπως έτσι, ενώ πράγματι η Αριστερά είχε κερδίσει τη μάχη των ιδεών σε όλους τους “φυσικούς” χώρους στους οποίους σύχναζαν ανησυχούντες νέοι, έχασε το παιχνίδι όταν αυτό μεταφέρθηκε από τη “φυσική”, στην “ψηφιακή” σφαίρα. Ακόμα και τη στιγμή που γράφονται αυτές γραμμές υπάρχουν παράγοντες του χώρου (σε όλες τις κομματικές εκφάνσεις του) που απαξιώνουν αυτού τον τύπου την πολιτική επικοινωνία χαρακτηρίζοντάς την ανώριμη, αβαθή, κτλ. Την ίδια ώρα βέβαια οι socialmediaκες καμπάνιες του Πρωθυπουργού, ακόμα και σε δίκτυα όπως το Tik-Tok, βραβεύονται για την πρωτοτυπία και την αποτελεσματικότητα τους αλλά…
Υπερβολική αυτοπεποίθηση
Το φαινόμενο έχει να κάνει με την αυταρέσκεια που διακρίνει σχεδόν συνολικά το χώρο, αυτή τη χαρακτηριστική τάση που δείχνει στην πολλές φορές υπερβολική πολιτική αυτοπεποίθηση η οποία συνδυάζεται με υποτίμηση του αντιπάλου και κυρίως της διανοητικής/πολιτικής επάρκειάς του. Αυτού του είδους τους αντικατοπτρισμούς τους παρακολουθήσαμε και στα χρόνια της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ με την υποτίμηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τους γνωστούς χαρακτηρισμούς που έχουν να κάνουν με το όνομά του. Αυτή η τουλάχιστον υπερφίαλη προσέγγιση πληρώθηκε ακριβά.
Όμως πολλοί στην Αριστερά συνεχίζουν αυτή την επίδειξη της πολιτικής τους αυτοπεποίθησης που σημειωτέον, δεν έχει κάνει με την πίστη ότι οι ιδέες τους είναι σωστές και μπορούν να δουλέψουν. Εχει να κάνει με τη γενικότερη ανάγνωση της κατάστασης στη χώρα και στο εξωτερικό, τη συχνά λανθασμένη καταγραφή των συσχετισμών, την υπερτίμηση των δικών τους δυνάμεων αλλά και αυτής που ονομάζεται λαϊκός παράγοντας.
Και όλη αυτή η δυσαρμονία, αυτή η διαφορά μεταξύ της “πραγματικής” και της “επιθυμητής” πραγματικότητα,ς οδηγεί σε σειρά εσφαλμένων συμπερασμάτων που υποβαθμίζει την όποια προσπάθεια κατανόησης του παρόντος. Όμως, κατά ένα διαβολικό λόγο, ελάχιστοι αντιλαμβάνονται την πλάνη, γι’ αυτό και η πορεία προς το λάθος συνεχίζεται, θα έλεγε κανείς, απρόσκοπτα.
Δεν ζητά βέβαια από την Αριστερά να διαθέτει τον κυνισμό της δεξιάς (η οποία μάλιστα, στην τωρινή της έκδοση σε ότι αφορά τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, τον σερβίρει με το κιλό) αλλά από την άλλη η “ρομαντική” προσέγγιση, που εν τέλει απομακρύνεται από την αλήθεια, δεν συνιστά σύγχρονο εργαλείο κατανόησης του κοινωνικού γίγνεσθαι. Κάθε άλλο. Για φενάκη πρόκειται μέσα από την οποία τελικά ο μόνος σκοπός που επιτελείται είναι η επιβεβαίωση κάποιων πολύ μεγάλων εγώ.
Αριστερά και νεολαία
Και μιλώντας για εγώ, αυτά στην Αριστερά βρίθουν. Εδώ μπορεί να καταγραφεί μία τεράστια αντίφαση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η Αριστερά υπηρετεί (ή θέλει να υπηρετήσει) το όλον, τους πολλούς, να μιλήσει για την αξία της ομάδας χωρίς να υπερτονίζει το ατομικό (αλλά και χωρίς να το υποτιμά ταυτόχρονα), να καταδικάσει το στείρο ατομικισμό και τις πάσης φύσεως αυθεντίες. Στην πράξη όμως ο εγωισμός δείχνει να βασιλεύει (και) στις τάξεις της Αριστεράς (και εδώ, επίσης, ανεξάρτητα από την κομματική έκφανση).
Οι “αριστερές” αυθεντίες περισσεύουν. Και η υπερβολική αυτοπεποίθηση είναι και εδώ παρούσα. Γίνονται έτσι θυσία τα νέα πρόσωπα και τα νέα μυαλά. Δεν έχουν ζωτικό χώρο να “αναπνεύσουν”, να ζυμωθούν μέσα στο χώρο, όπως παλιά και εν συνεχεία να ανθίσουν προσφέροντας μία αίσθηση πολιτικής φρεσκάδας.
Όπως μπορείτε να δείτε και στα κόμματα που εκπροσωπούνται κοινοβουλευτικά, νέα πρόσωπα η Αριστερά ελάχιστα αναδεικνύει. Και σίγουρα σ’ αυτό παίζει καταλυτικό ρόλο το γεγονός ότι οι παλιοί δεν αποσύρονται εγκαίρως, δεν αφήνουν χώρο και χρόνο, δεν συνειδητοποιούν την ανάγκη της ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού. Και κάπως έτσι χάνεται η επικοινωνία με τη νέα γενιά η οποία, ματαίως όπως αποδεικνύεται, περιμένει να δει δικούς της εκπροσώπους στα αριστερά κόμματα.
Όλη αυτή η αντίφαση εν τέλει οδηγεί σε ματαίωση. Αν η Αριστερά δεν μπορεί να δώσει πραγματικές ευκαιρίες ανάδειξης, οι νέοι άνθρωποι “νομιμοποιούνται” να ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Και μέσα από αυτή τη ματαίωση “γεννιούνται”, σε τελική ανάλυση, οι αντιδραστικές απολιτίκ προσεγγίσεις που η Αριστερά αντιστρατεύεται και στηλιτεύει (ελπίζουμε όχι μόνο στη θεωρία).
Eίναι επίσης και κάτι άλλο που προβληματίζει. Παρατηρείται αρκετές φορές ένας δισταγμός, ένας φόβος στην υπεράσπιση των ιδεών του χώρου μέχρι τέλους, ακόμα και αν τα πράγματα ζορίζουν. Αναπτύσσεται, ταυτόχρονα, ένα φλερτ με τη συστημικότητα που και αυτό βασίζεται στο φόβο πιθανού τραμπουκίσματος από τον αντίπαλο (το οποίο θα λάβει διαστάσεις λόγω της μιντιακής υπεροπλίας που περιγράφηκε πιο πάνω). Οι συστημικές αναλύσεις και καταγραφές γίνονται το μέσο με το οποίο η Αριστερά πολλές φορές (και εννοείται εδώ όχι σε όλες τις εκφάνσεις) επιχειρεί να αποτινάξει από πάνω της τη ρετσινιά της έλλειψης ρεαλισμού.
Πρόκειται γι’ αυτή τη φοβική Αριστερά που επιδιώκει να ενσωματωθεί σ’ ένα σύστημα το οποίο, θεωρητικά, επιθυμεί να αλλάξει. Αυτή η δήθεν “ρεαλιστική” πολιτική συμπεριφορά στοίχισε στο παρελθόν και εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται μπορεί να στοιχίσει και στο μέλλον. Οι καιροί απαιτούν σοβαρές τομές, τολμηρές και αποφάσεις και ρηξικέλευθες πολιτικές που η φοβική Αριστερά δεν μπορεί φυσικά ούτε να σχεδιάσει ούτε να εφαρμόσει.
Πολλές φορές αυτού του είδους η τόλμη δεν έρχεται από τα…άκρα του χώρου αλλά απλώς από μία σοσιαλδημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της και τις ιστορικές καταβολές της όπως η ισπανική. Στην Ελλάδα όμως, σ’ αυτή την πλευρά του πολιτικού φάσματος, φαίνεται ότι η συνθηκολόγηση με τις μονιμότητες του νεοφιλελευθερισμού είναι πλήρης. Αρα, το βάρος πέφτει στις πλάτες της Αριστεράς που όμως οφείλει να αποτινάξει από πάνω της το φόβο, την αυταρέσκεια και την ιδεολογική αλαζονεία.