Το πιο ευλογημένο μίλι στον χάρτη
Διαβάζεται σε 8'
Ο Γιώργος Λέντζας βρέθηκε στο Λος Άντζελες για γυρίσματα και επιστρέφει με κάποιες σκέψεις για το πώς είναι να ζεις εν καιρώ πολέμου στην πιο ευλογημένη πινέζα του χάρτη.
- 22 Μαρτίου 2026 08:09
7 το πρωί και οι φοίνικες στην ακριβή πλευρά της Σάντα Μόνικα κουνιούνται μανιακά από τον πρωινό αέρα, χωρίς να μπορείς να καταλάβεις απαραίτητα αν έχει κρύο ή όχι. Το τζετ λαγκ με έχει ξυπνήσει από τις 3 τα χαράματα και με κρατάει ημιλειτουργικό να στριφογυρνάω στο κρεβάτι του ξενοδοχείου κάνοντας άσχημες σκέψεις, μια διαδικασία που η έλλειψη καλού ύπνου κάνει παραδοσιακά πιο έντονη.
Στο πρώτο φως της ημέρας, αποφασίζω να βγω έξω. Το σκηνικό μοιάζει βγαλμένο από ταινία ή από μια μελλοντική κοινωνία. Η Σάντα Μόνικα έχει ξυπνήσει. Κόσμος τρέχει, βγάζει βόλτα τα σκυλιά του ή απλώς κάνει τη βόλτα του κι ας είναι 7 το πρωί. Στο τεράστιο πεζοδρόμιο με το προσεγμένο γκαζόν στις άκρες – που δεν ακούγεται καν η πρωινή κίνηση επειδή τα περισσότερα αυτοκίνητα είναι έτσι κι αλλιώς ηλεκτρικά – με προσπερνάει ένα delivery robot της Coco Robotics, που πηγαίνει σε κάποιον αγουροξυπνημένο το πρωινό του.
Μια κοπέλα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο pilates studio μπροστά μου. Δυσκολεύεται να ανοίξει, καθώς κρατάει ένα παγούρι νερού 3 λίτρων, υποθέτω με τον ψυχαναγκασμό να το πιει όλο μέσα στην ημέρα, 1 ice matcha και καμία 3-4 ταπεράκια με μερίδα φαγητού μέχρι κομμένα φρούτα. Πάντα είχα την απορία γιατί οι μόνοι άνθρωποι που βλέπω εκεί έξω να κυκλοφορούν τόσο εμμονικά με το φαγητό τους μεριδοποιημένο μέσα στην ημέρα τους, είναι αυτοί που δεν φαίνεται ποτέ η συνέπεια στη σωματοδομή τους.
Ακόμη και οι άστεγοι της Σάντα Μόνικα φαίνεται σαν να χρειάστηκαν διαβατήριο για να περάσουν το βράδυ τους εκεί. Είναι ευγενικοί, κουβαλάνε τα παπλώματα τους επ ώμου – δεν έχουν καμία σχέση με την παράνοια που επικρατεί στην πόλη του Λος Άντζελες, όπου το Skid Row έχει καταλήξει να είναι μια πόλη αστέγων μέσα στην ίδια την πόλη. Πάνω από 4-5 χιλιάδες άνθρωποι στήνουν τη σκηνή τους κάθε βράδυ σε εκείνο τον δρόμο, από έναν συνολικό πληθυσμό αστέγων άνω των 70 χιλιάδων. Περίπου το ⅓ όλων των αστέγων της Αμερικής, βρίσκεται συγκεντρωμένο στην Καλιφόρνια.
Αυτά όμως δεν αφορούν τη Σάντα Μόνικα. Εδώ ζει ο ανθός της αμερικανικής κοινωνίας. Ηθοποιοί, τραγουδιστές,αθλητές, επιχειρηματίες, tech brothers, influencers, longevity evangelists, πλούσιοι Κινέζοι, Ρώσοι, Ουκρανοί. Τα πάντα. Η γη της επαγγελίας όπως σχεδιάστηκε από τους προπάτορες, ακμάζει ακόμη και σε καιρό πολέμου, φτάνει να σε χωράει οικονομικά.
Περνάω τα ίδια τυποποιημένα καφέ, όλα σερβίρουν τα ίδια πράγματα, έχουν κατασκευαστεί από τα ίδια υλικά, παίζουν την ίδια μουσική. Η ομογενοποίηση της εστίασης και των προϊόντων που στην Ελλάδα και την Ευρώπη μοιάζει πρόβλημα, αφαιρώντας την ψυχή από το ράφι, εδώ είναι ζητούμενο. Δεν σε νοιάζει τί είναι ωραίο, τί τρώγεται, τί έχει ταυτότητα. Σε νοιάζει το θερμιδικό ισοζύγιο, το να βρίσκεις το ίδιο προϊόν σε όλα τα μαγαζιά, μη τυχόν και παρεκκλίνεις από το science podcast που ακούς για τις τοπ 10 τροφές lifehack. Αν οι τάσεις γεννιούνται στην Αμερική και έρχονται αργότερα στον υπόλοιπο κόσμο, δεν πέφτω από τα σύννεφα που όλοι, λίγο πολύ είμαστε θύματα της ίδιας ιδεολογίας. Σκέφτομαι τον παππού μου, που πέθανε στα 93 του καπνίζοντας και με ζάχαρο πρωταθλητισμού, και κάπως ηρεμώ ότι μου επιτρέπεται να παρεκκλίνω από το μενού των υπερτροφών πού και πού. Ευχαριστώ τους προπάτορες για τα γονίδια, αλλά τα έχω πάει ήδη καλύτερα νομίζω. Αξίζω το γλυκό, τη μακαρονάδα και το κρασί μου. Κατά μία έννοια μάλιστα, τα κέρδισα κιόλας.
Βιολογική Μάτσα, σαλάτες με κινόα και αβοκάντο, ηθικά μαζεμένοι κόκκοι καφέ από σπάνια χαρμάνια που έχουν φτάσει εκεί με βιοκαύσιμα, γάλα από αγελάδες που δεν έχουν υποφέρει, αυγά από κότες που δεν έχουν φυλακιστεί σε κοτέτσι ποτέ, τρίμματα μανιταριών στη σως για συγκέντρωση, αντιοξειδωτικά και λαμπερό δέρμα. Charity box στο ταμείο, για έναν φοβερά σπάνιο και ιδιαίτερο φιλανθρωπικό σκοπό. Τελική τιμή 29 δολάρια, ένας καφές και ένα σάντουιτς. Η ηθική ήταν πάντα θέμα τιμής, ειδικά στον δυτικό κόσμο. Βέβαια μέσα σε όλο αυτό, παρατηρώ το εξής. Πουθενά κουβέντα για πόλεμο. Αναρωτιέμαι αν στο πιο ευλογημένο μίλι του Παγκόσμιου Χάρτη, ο κόσμος ξέρει ότι η Αμερική αυτή τη στιγμή έχει 5 ανοιχτές διαμάχες τουλάχιστον, εκ των οποίων η 1 έχει μετατραπεί σε full scale πόλεμο στο Ιράν.
Βρίσκω ένα παραδοσιακό diner και μπαίνω μέσα, διαλέγω για πρωινό τη χοληστερίνη με προσωπικότητα τουλάχιστον, στο μισό της τιμής από το elevated καφέ. Παρατηρώ ότι στην κουζίνα δουλεύουν μόνο Λατίνοι, ο κορμός της νόμιμης και παράνομης εργασίας στη βάση της Αμερικής, και η πρώτη ομάδα που στοχοποίησε εσωτερικά ο Τραμπ για να ξαναεκλεγεί.
Ρωτάω την γλυκύτατη σερβιτόρα με καταγωγή από την Κούβα αν ξέρει τί γίνεται με τον πόλεμο. Μου απαντάει ότι δεν το έχει παρακολουθήσει πολύ, αλλά ξέρει τουλάχιστον ότι κάτι γίνεται στη Μέση Ανατολή. Για την Αμερική, αυτό είναι μια νίκη. Τη ρωτάω αν φοβάται. Όχι ιδιαίτερα, αποκρίνεται λίγο μηχανικά, γιατί η ζωή έτσι κι αλλιώς είναι αρκετά δύσκολη εκεί για τους μη προνομιούχους, οπότε πόσο πιο ακριβή να γίνει;
Αν συμφωνήσουμε ότι ο πόλεμος είναι η πιο βίαιη και ακαριαία μορφή καθαρισμού των ισολογισμών μιας χώρας, τότε η ερμηνεία του μόνο με καθαρά οικονομικούς όρους, είναι η ταφόπλακα του ανθρωπισμού. Και έχω την εντύπωση ότι όσο ο ατομικισμός είναι το μοντέλο ύπαρξης της εποχής, κανείς δεν θα νοιαστεί σοβαρά εκτός κι αν η βόμβα πέφτει στο κεφάλι σου. Και τότε θα αφορά απλώς εσένα, ως ένα στατιστικό υπόλοιπο. Η ζωή προχωράει χωρίς μάχες για τους άλλους, είτε γιατί δεν σε αφορά, είτε γιατί δεν καταλαβαίνεις είτε απλώς γιατί νιώθεις πολύ μικρός για να αλλάξεις το παραμικρό. Αλλά γαμώτο, δεν χρειάζεται να είσαι ο Καμύ, για να σε νοιάζει αν πεθαίνουν παιδιά, ακόμη και σε μέρη που δεν μπορείς καν να προφέρεις.
Τις επόμενες μέρες συνέχισα να ρωτάω ανθρώπους που γνώριζα ή συναντούσα και παρατήρησα ένα κοινό μοτίβο. Κανείς δεν ήθελε να πάρει θέση. Κοινός παρονομαστής όλων, ήταν ότι επρόκειτο για την εργατική, κατά βάση τάξη. Τον λεγόμενο πυρήνα οικονομίας. Από τον κορεάτη οδηγό του Uber, που όταν προβοκατόρικα τον ρώτησα ποιά είναι τα άσχημα του να ζεις εδώ, πέρα από τον Τραμπ, και χαμογελώντας μου απάντησε ‘’εγώ προσωπικά δεν έχω κάποιο πρόβλημα με αυτό’’ μέχρι τον Αφροαμερικανό που φύλαγε το parking ποδηλάτων στην παραλία, όλοι αρνούνταν πεισματικά να πάρουν την παραμικρή θέση. Όλοι δυσκολεύονταν στην οικονομία της καθημερινότητας, κανείς δεν θεωρούσε ότι η δική του ανάγνωση θα ήταν η λύση. Μοιάζει αστείο, αλλά είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συναντάς στο Ίντερνετ.
Μόνο ένας σχετικά πιτσιρικάς σερβιτόρος σε ένα καφέ, όταν τον ρώτησα, μου απάντησε ότι ‘’δεν αλλάζει εύκολα αυτό, αλλά όταν πεθάνει ο Ντόναλντ Τράμπ θα έχουμε την ευκαιρία μας’’. Και δεν ξέρω, μου φάνηκε η πιο δυστοπική πρόταση απ’ όλες. Αν η επόμενη γενιά της πιο ‘’ελεύθερης δημοκρατίας του πλανήτη’’, αντιλαμβάνεται την εξουσία με όρους κληρονομικής ισόβιας βασιλείας, είμαστε ψιλοδύσκολα, γενικά.
Τον ευχαρίστησα για την κουβέντα, πλήρωσα 9 δολάρια τον καφέ μου, άφησα το 1 που περίσσεψε στο κουτί φιλανθρωπίας για την προστασία του Φαλακραετού στην Σάντα Φε του Νέου Μεξικό, και γύρισα στο ξενοδοχείο μου, όντας λαθρεπιβάτης μιας πόλης, που δεν θα άντεχα να ζήσω οικονομικά ποτέ.
Μην παρεξηγηθώ. Θα το ήθελα. Απλώς δεν μου φτάνουν τα λεφτά.Είναι ευλογία να ζεις απόλυτα ασφαλής στη χώρα σου, ακόμη και αν αυτή εμπλέκεται σε πόλεμο. Μέχρι τότε θα πάρω τα ρίσκα μου στην Ελλάδα, είτε με την οικονομική ασφυξία που έρχεται, είτε με την κλιμάκωση που μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή επειδή η πολιτική μας είχε πάντοτε υποτελικά το βλέμμα στραμμένο έξω, αλλά σπανίως υποστηρικτικά το βλέμμα μέσα. Μέχρι τότε, παραμένουμε ο φτωχός συγγενής του πλανήτη, που ενώ το τραπέζι μας είναι άδειο, στρώνουμε τα τραπεζομάντηλα στα ξένα πλουσιόσπιτα, νομίζοντας ότι όταν έρθει η ώρα, κάποιος θα μας επιτρέψει να κάτσουμε στο τραπέζι τους να φάμε. Μπορεί και να λέω βλακείες, αλλά ενημέρωσα εξ αρχής.
Η αϋπνία μου φέρνει κακές σκέψεις.