ΣΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ “ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΚΛΗΣΗΣ”: ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ

Ο σκηνοθέτης Σέριφ Φράνσις κι οι πρωταγωνιστές Δημήτρης Λάλος και Ερρίκος Λίτσης μας ξεναγούν στο γύρισμα μιας καθοριστικής σκηνής από την πολυσυζητημένη ταινία.

Έξω από την πολυκατοικία σε μια πυκνοκατοικημένη αθηναϊκή συνοικία, όλα μοιάζουν να κυλάνε ρολόι. Ένα άτομο ψεκάζει επίμονα τα φυτά, γιατί στην σκηνή που πρόκειται να γυριστεί, θα βρέχει – όπως φυσικά συμβαίνει στις πιο κινηματογραφικές σκηνές έντασης.

Η κάμερα γράφει πόδια που κατεβαίνουν από το περιπολικό στον δρόμο. Ηθοποιοί προβάρουν την γεμάτη ένταση επερχόμενη σκηνή τους. Το στενό, μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας μοιάζει ανατριχιαστικά άδειο, σα να περιμένουμε μια κορύφωση που θα ορμήξει από το πουθενά.

Σε αυτό το αυθεντικό αστικό σκηνικό, θα γυριστεί σε πολύ λίγα λεπτά μια σκηνή σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο αστυνομικούς με τελείως διαφορετική κοσμοθεωρία απέναντι στη διαχείριση μιας πρωτόγνωρου βεληνεκούς κρίσης. Ο Δημήτρης Λάλος είναι ο ταξίαρχος Οικονόμου, ψύχραιμος, στρατηγικός, εκείνος που με ενσυναίσθηση και μυαλό προσπαθεί να αποσυμπιέσει την κατάσταση από το έδαφος. Ο Ερρίκος Λίτσης είναι ο αρχηγός Παπαδέας, ο ανώτερός του που –σαν τον δήμαρχο στα Σαγόνια του Καρχαρία– μοιάζει να πιστεύει πως αν επαναλάβει αρκετές φορές την ευχή/βεβαιότητά του, τότε θα γίνει πραγματικότητα.

Στο πεζοδρόμιο μπροστά από την πυκνοκατοικημένη πολυκατοικία, μοιάζει να υπάρχει έλεγχος. Ειρωνεία πώς μπορείς από ένα τόσο ελεγχόμενο σύστημα να ανασυστήσεις μια κατάσταση όπου τα πάντα μοιάζουν εκθετικά να να χάνουν όλο και περισσότερο τον έλεγχο. Τι σου είναι το σινεμά.

«Αυτό που ίσως με δυσκόλεψε είναι το μέγεθος της προσοχής που δίνεται στις λεπτομέρειες. Είναι εξονυχιστικό», παραδέχεται ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας Σέριφ Φράνσις, εδώ στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του. «Ωστόσο, είναι και εντυπωσιακό συνάμα. Η ευχάριστη έκπληξη ήταν η πολύ θετική αύρα και η εξαιρετική συνεργασία που είχα με όλους τους ηθοποιούς».

«Φοβόμουν, ως νέος σκηνοθέτης, μήπως αντιμετωπίσω κάποιο σνομπισμό, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η συνεργασία με όλους τους ηθοποιούς ήταν πραγματικά καταπληκτική!», αναφέρει έκπληκτος. Βλέποντας όμως το αποτέλεσμα, αυτή του αίσθηση δικαιώνεται. Η Τελευταία Κλήση είναι, αν μη τι άλλο, μια ταινία με εξαιρετικό τεχνικό έλεγχο, από το ρυθμό και τις ερμηνείες μέχρι το μοντάζ και τους πάσης φύσεως χώρους.

Ο έλεγχος των λεπτομερειών μοιάζει αναγκαίος σε ένα τόσο φιλόδοξο και πολλών επιπέδων πρότζεκτ, το οποίο εμπνέεται από την αληθινή υπόθεση Σορίν Ματέι και τα όσα είχε να πει (ή να αναδείξει) για τη σύγχρονη Ελλάδα. Η ταινία, γραμμένη από τον Φράνσις μαζί με την έμπειρη Κατερίνα Μπέη (Ευτυχία, Υπάρχω), παραμένει αρκετά πιστή σε πολλές από τις λεπτομέρειες της υπόθεσης Ματέι, παρά το γεγονός πως δεν αποτελεί επίσημη καταγραφή αυτούσιων των γεγονότων. Παίρνει αρκετές ελευθερίες, εισάγει και εντελώς μυθοπλαστικά στοιχεία, αλλά στον πυρήνα της, η Τελευταία Κλήση θέλει να εξερευνήσει τι είχε να πει εκείνο το συμβάν για την Ελλάδα των media, της crime εμμονής, της διαπλοκής, της διοικητικής ανεπάρκειας.

«Είναι μια δυνατή, και κατά κάποιο τρόπο και πολιτική, αλλά και μια ταινία δράσης, μια αστυνομική ταινία», μας λέει ο Δημήτρης Λάλος ανάμεσα στις λήψεις του. «Έχει ένα πολύ δυνατό καστ. Όλοι δηλαδή είναι επιλεγμένοι ένας κι ένας. Είναι μια πολύ καλή παραγωγή με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες. Ο σκηνοθέτης ενώ είναι νέος, ταυτόχρονα έχει μια ευαισθησία για να δουλεύει με τους ηθοποιούς αλλά και να αφηγείται σωστά την ιστορία», εξηγεί.

Παρατηρούμε τον Λάλο λίγο πριν τη λήψη, να ανεβοκατεβαίνει το μικρό δρομάκι μπροστά από την πολυκατοικία, σα να ζεσταίνεται για να φουντώσει στην επερχόμενη έκρηξή του. Ο αρχηγός που καταφθάνει έχει διαφορετική άποψη για τη διαχείριση της υπόθεσης ομηρίας με χειροβομβίδα που λαμβάνει χώρα μερικούς ορόφους πάνω από το κεφάλι τους. Ο ένας σκέφτεται λογικά ακόμα και στα δύσκολα, ο άλλος εθελοτυφλεί. Από μακριά, μπορούμε κατά τη διάρκεια της λήψης να ακούσουμε τις φωνές, καθώς “άντρες της αστυνομίας” φαίνονται να συγκρατούν τον Λάλο για να μην ορμήσει στο Λίτση, που με αφ’υψηλού βεβαιότητα μπαίνει από την πόρτα είσοδο της πολυκατοικίας για να αναλάβει την υπόθεση.

«Ο ρόλος μου είναι του αρχηγού της αστυνομίας. Αυτός έχει την ευθύνη για όλη την επιχείρηση και οι δικές του αποφάσεις, θα παίξουν τον καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη», μας λέει ο Ερρίκος Λίτσης. «Μια προσωπική –όπως φαίνεται– βεντέτα που έχει με τον άντρα που κρατά ομήρους την οικογένεια θα τον οδηγήσουν τελικά σε λάθος αποφάσεις με μοιραία αποτελέσματα».

Ο Λίτσης μας λέει πως η κεντρικής σημασίας σκηνή την οποία παρακολουθούμε, ήταν και για τον ίδιο η πιο απαιτητική – ή, όπως διευκρινίζει, τελικά η πιο δύσκολη. «Πιο απαιτητική σκηνή μου ή ακριβέστερα η πιο δύσκολη για μένα ήταν η σκηνή που φτάνω με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και αναλαμβάνω προσωπικά την επιχείρηση. Ο διάλογος που έχω με τον ταξίαρχο Οικονόμου –Δημήτρη Λάλο– και γενικά η ψυχολογία που κουβαλάω εκείνη τη στιγμή ήταν από τις πιο απαιτητικές σκηνές του ρόλου μου».

Για να παίξει αυτό το ρόλο, ο Λίτσης άντλησε από την παράδοση του αστυνομικού φιλμ. «Πέρα από την γνώση αυτών καθ’αυτών των γεγονότων, η ερμηνευτική μου προσέγγιση έχει αναφορές σε αντίστοιχους ρόλους αμερικανικών ταινιών αλλά και σε “αρχηγούς της αστυνομίας” ευρωπαϊκών φιλμ νουάρ, προσέχοντας βέβαια πάντα να κρατάω το ελληνικό ταμπεραμέντο του χαρακτήρα», μας εξηγεί.

Στα λόγια του Λίτση κρύβεται το κλειδί για την ευρύτερη προσέγγιση του φιλμ: Δεν πρόκειται για ένα στεγνό δράμα με μια κάποια ελαφρά ή ισχυρή σύνδεση με την πραγματικότητα. Πρόκειται, πρωτίστως, για ένα νευρώδες θρίλερ, που ξέρει πώς να γεννά σασπένς, όποια κι αν ήταν η σχέση του με τα όποια αληθινά γεγονότα.

«Η έμπνευση προήλθε από κάποια πραγματικά γεγονότα, τα οποία όμως λειτούργησαν μόνο ως αφορμή για την μυθοπλασία», τονίζει ο Φράνσις. «Ο κύριος προβληματισμός είναι το πώς οι επιλογές μας μπορεί να μας εγκλωβίσουν, αλλά και το πώς οδηγούμαστε σε κάποιες από αυτές ως άνθρωποι επηρεασμένη από τις συνθήκες μας. Αυτό δεν άλλαξε ιδιαίτερα στην πορεία, ωστόσο ίσως εμπλουτίστηκε στη συνέχεια».

«Η ταινία στηρίζεται ως γνωστόν σε πραγματικά γεγονότα, παραποιημένα κάπως για τις ανάγκες της μυθοπλασίας. Μιλάει για μια ομηρία ανθρώπων με τραγική κατάληξη. Κατάληξη που σε μεγάλο βαθμό ευθύνεται και η “ομηρία” κάποιων άλλων ανθρώπων από τα ίδια τους τα πάθη και τους εγωισμούς τους», υπερθεματίζει ο Λίτσης. «Με αυτή την ανάγνωση η ταινία έχει να προβληματίσει ως προς το πως ο καθένας μας είναι αλλά και γίνεται όμηρος των αποφάσεών του».

Παράλληλα, είναι μια ταινία σπάει με ενδιαφέροντα τρόπο τη δράσης της σε διάφορα επίπεδα. Όπως η υπόθεση από την οποία εμπνέεται, έχει τόσες διαφορετικές διαστάσεις, έτσι και στην αφήγηση η αφήγηση χωρίζεται σε επιμέρους κομμάτια: Το μικρό διαμέρισμα στο οποίο ο Ράντου (Ορφέας Αυγουστίδης) κρατά ομήρους τέσσερα μέλη μιας οικογένειας. Το έδαφος, στο οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις ετοιμάζονται να κλείσουν την υπόθεση. Το τηλεοπτικό στούντιο, όπου ένας άπειρος ρεπόρτερ (Γιώργος Μπένος) παρουσιάζει το πιο κρίσιμο δελτίο σε ζωντανή σύνδεση της ζωής του, με μια λάιβ διαπραγμάτευση να γίνεται τηλεοπτικό πρόγραμμα προς κατανάλωση.

«Αυτή είναι μια ταινία που θα έλεγα έχει μια καταιγιστική δράση, διότι διαδραματίζεται σε διάφορα σημεία, όπως είναι το κινηματογραφικό πλατό στο στούντιο, μέσα στο διαμέρισμα, και από κάτω στους δρόμους, που είναι η αστυνομία. Εγώ κάνω τον ταξίαρχο που είναι υπεύθυνος για την επιχείρηση», αναφέρει.

Όμως εν τέλει, είναι μια υπόθεση που φτάνει και επηρεάζει πολύ πιο μακριά από τα στενά όρια αυτού του ενός διαμερίσματος, ή αυτού του βρεγμένου δρόμου. Μέσω των media, της εικόνας και της κατανάλωσής της, η υπόθεση φτάνει παντού – και όσο πιο μακριά, τόσο μικρότερος είναι κι ο έλεγχος. Ποιοι αναλαμβάνουν τελικά αυτή την αφήγηση; Στην Τελευταία Κλήση πάντως, ο έλεγχος είναι εντυπωσιακός, κι η αίσθηση ευθύνης, διάχυτη.

«Αφενός, τέτοιου είδους υποθέσεις φτάνουν σε εμάς μόνο μέσω των media. Αυτός είναι ο ρόλος τους. Ωστόσο, η κανονικοποίηση της προβολής τέτοιου είδους εικόνων είναι κάτι σκληρό», λέει ο σκηνοθέτης Σέριφ Φράνσις. «Στις δεκαετίες έκτοτε, η εμμονή μας ως κοινωνία με τη σύνδεση media και εγκλήματος έχει μόνο πολλαπλασιαστεί», καταλήγει.

«Τι λένε περιστατικά σαν αυτά για τον κόσμο μας;».

Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο
Info:

Η Τελευταία Κλήση κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα