ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ: ΟΥΓΓΑΡΙΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ
Οι κρίσιμες ουγγρικές εκλογές ενδέχεται να βάλουν ένα τέλος στο καθεστώς “αντιφιλελεύθερης δημοκρατίας” του Βίκτορ Όρμπαν μετά από 16 χρόνια. Αποστολή στη Βουδαπέστη.
«Εάν κερδίσει ο Όρμπαν, θα παραδώσω το διαβατήριο μου και θα αλλάξω υπηκοότητα!» Όντας σχεδόν 70 χρονών, ο συνομιλητής μου στο λεωφορείο από το αεροδρόμιο Φέρεντς Λιστ για το κέντρο της Βουδαπέστης έχει ζήσει όλη τη σύγχρονη ιστορία της Ουγγαρίας και δεν διστάζει να εκδηλώσει την απογοήτευση του από την τροπή που αυτή έχει πάρει τα τελευταία χρόνια.
Όταν έχουμε πλέον καθίσει σε ένα καφέ στο κέντρο της ουγγρικής πρωτεύουσας, περιγράφει σε δραματικούς τόνους την εμπλοκή της οικογένειας του σε δραματικά γεγονότα όπως ο Β’ΠΠ, το Ολοκαύτωμα και η Ουγγρική επανάσταση του 1956, καθώς και την περιπετειώδη απόδραση του από τη χώρα πριν πολλές δεκαετίες μέσω Σοβιετικής Ένωσης και Φιλανδίας. «Πίστευα ότι με την πτώση του κομμουνισμού θα γλυτώναμε από τον αυταρχισμό και τη διαφθορά. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου!» αναφωνεί, συμπληρώνοντας: «Και τώρα κυβερνούν με τις ίδιες μεθόδους και ακόμα χειρότερη προπαγάνδα. Ακόμη και εγώ ο ίδιος είχα ψηφίσει τον Βίκτορ Όρμπαν…»
Παρότι έχει Σουηδική υπηκοότητα εδώ και δεκαετίες, ζητάει ευγενικά να μην δημοσιευτεί το μικρό του όνομα και, φυσικά, καμία φωτογραφία του. Είναι ένα σκηνικό που θα επαναληφθεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια αυτού του ρεπορτάζ, καθώς οι Ούγγροι αντιμετωπίζουν μουδιασμένοι οποιαδήποτε ερώτηση για πολιτική, φοβούμενοι τη δημοσιότητα που μπορεί να τους καταστήσει στόχο της κυβέρνησης. Ίσως για αυτό ακριβώς οι ουγγρικές εκλογές της Κυριακής 12 Απριλίου θα κρίνουν πολλά, όχι μόνο για τη χώρα τους αλλά και για την Ευρώπη.
ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ ΟΡΜΠΑΝ
Ως ηγέτης του κεντροδεξιού κυβερνητικού κόμματος Φίντεζ (Fidesz), ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν βρίσκεται 16 χρόνια στα ηνία της Ουγγαρίας, έχοντας κερδίσει τέσσερις διαδοχικές εκλογές από το 2010. Στη διάρκεια της πολιτικής του πορείας έχει κάνει αρκετές οβιδιακές μεταμορφώσεις. Από υπέρμαχος του καπιταλισμού και της δημοκρατίας μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος κατέληξε να ηγείται της πιο αυταρχικής κυβέρνησης της Ε.Ε., ταγός ενός μοντέλου «μη φιλελεύθερης δημοκρατίας» (illiberal democracy), όπως ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τη διακυβέρνησή του. Αντίστοιχη είναι και η πορεία του κόμματός του: ενώ τα πρώτα χρόνια προσέλκυε νεότερους και μορφωμένους ψηφοφόρους των πόλεων, σήμερα στηρίζεται στους συνταξιούχους και χαμηλόμισθους της ουγγρικής επαρχίας. Την κυριαρχία του αυτή την περίοδο έχει διευκολύνει η διασπασμένη αντιπολίτευση, η οποία έως πρόσφατα δεν είχε βρει έναν χαρισματικό ηγέτη.
Όλα αυτά μέχρι που εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο 45χρονος Πίτερ Μάγκιαρ, ο οποίος με το νεότευκτο, πολυσυλλεκτικό κόμμα Τίσζα (Tisza) έχει καταφέρει να πάρει προβάδισμα έως και 20% στις δημοσκοπήσεις. Η άνοδός του ακολούθησε ένα σκάνδαλο συγκάλυψης παιδεραστίας στο οποίο εμπλεκόταν και η πρώην σύζυγός του, με την οποία πλέον έχει χωρίσει. Όπως εξηγεί στο News 24/7 μία από τις κορυφαίες πολιτικές αναλύτριες της χώρας, η Νόρα Σουλτζ, μόνιμη συντελεστής της δημοφιλούς πολιτικής εκπομπής Jolvanezigy, το σκάνδαλο είχε μεγάλο αντίκτυπο στο κοινό του Όρμπαν. «Η αντίδραση πολλών ψηφοφόρων ήταν ενστικτωδώς αρνητική, καθώς το Φίντεζ φάνηκε να πηγαίνει κόντρα στις αξίες του.»
Η άνετη επικράτηση του Όρμπαν στις εκλογές του 2022 επέτεινε τη δυσαρέσκεια για τη διασπασμένη αντιπολίτευση, κάτι που, όπως εξηγεί η Σουλτζ, διευκόλυνε την άνοδο του Μάγκιαρ, όπως και η συντηρητική πολιτική του ταυτότητα, καθώς υπήρξε στέλεχος του Φίντεζ. «Η σχέση του με το Φίντεζ βοηθάει τους πολίτες να τον αντιλαμβάνονται ως γνώστη του συστήματος και επομένως καλύτερα προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει το σύστημα Όρμπαν. Επιτρέπει στους πρώην ψηφοφόρους του Φίντεζ να δεχτούν συναισθηματικά ότι αλλάζουν προτίμηση.»
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Μάγκιαρ, λέει στο διάλειμμα του ο Μπορναμπές, διδακτορικός φοιτητής που δουλεύει σε παραδοσιακό καφέ της Βουδαπέστης, είναι ότι δεν είναι μέλος της προ-Όρμπαν φιλελεύθερης ελίτ της χώρας. «Χρησιμοποιεί τα πολιτικά όπλα του Όρμπαν εναντίον του. Επαναλαμβάνει το ίδιο απλό μήνυμα ξανά και ξανά και η αγαπημένη του πολιτική αρένα είναι ο δρόμος και οι συγκεντρώσεις, όχι τα τηλεοπτικά στούντιο ή τα κοινωνικά δίκτυα.»
Ωστόσο, όπως τονίζει, είναι κι αυτός ένας ιδιότυπος μοντέρνος λαϊκιστής. «Είναι μια μορφή πολιτικού ‘Ρόρσαχ τεστ’ — εάν δεν σου αρέσει ο Όρμπαν, μπορείς να προβάλεις στον Μάγκιαρ (το επίθετό του σημαίνει «Ούγγρος») οποιαδήποτε ιδεολογία, από σοσιαλιστική έως φιλελεύθερη, ακόμη και εθνικιστική. Οι συγκεντρώσεις του είναι γεμάτες ουγγρικές σημαίες.»
ΜΜΕ ΥΠΟ ΑΣΦΥΞΙΑ
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του καθεστώτος Όρμπαν είναι ο σχεδόν απόλυτος έλεγχος των παραδοσιακών ΜΜΕ, όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και ο τύπος, με αποτέλεσμα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ψηφοφόροι να έχουν ελάχιστη πρόσβαση σε κριτική προς την κυβέρνηση.
Όπως εξηγεί ο Ταμάς Μπόντοκι, ένας από τους πιο γνωστούς ερευνητικούς δημοσιογράφους της χώρας, είναι εξαιρετικά δύσκολο να είναι κανείς δημοσιογράφος στη σημερινή Ουγγαρία. Ο ίδιος, μετά από μια δεκαετία εργασίας σε παραδοσιακά ΜΜΕ, βαρέθηκε να αντιμετωπίζει πιέσεις για τα ρεπορτάζ του και αποφάσισε να ιδρύσει την πλατφόρμα ερευνητικού ρεπορτάζ Átlátszó.
Σύμφωνα με τον Μπόντοκι, η κυβέρνηση Όρμπαν θέλει να αποφασίζει ποιος είναι δημοσιογράφος, καθώς η πρώτη της κίνηση ήταν να ελέγξει τα δημόσια ΜΜΕ και κατόπιν τα ιδιωτικά μέσω φιλικών επιχειρηματιών, αποκλείοντας τα ανεξάρτητα μέσα από συνεντεύξεις τύπου, αποφεύγοντας να απαντήσει σε ερωτήσεις τους και περιορίζοντας την πρόσβαση τους σε πληροφορίες και δεδομένα. «Έχει ανακηρύξει τα ανεξάρτητα μέσα σε εχθρούς. Δεν μας αναγνωρίζει ως δημοσιογράφους, αλλά στη χειρότερη περίπτωση ως ξένους πράκτορες, στην καλύτερη ως μέλη της αντιπολίτευσης.» Πράγματι, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα η κυβέρνηση άσκησε ποινική δίωξη στον γνωστό δημοσιογράφο Σάμπολτς Πάνι, κατηγορώντας τον για κατασκοπεία λόγω των ερευνών του για ρωσική επιρροή μέσω της Ουγγαρίας στην Ε.Ε.
Σε μια ασυνήθιστη κίνηση για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η ουγγρική κυβέρνηση ίδρυσε το 2023 ένα νέο θεσμό με τον τίτλο «Γραφείο Προστασίας της Κυριαρχίας» (Sovereign Protection Office) και αποστολή να διερευνά ξένες επιρροές στη δημόσια σφαίρα. Κατόπιν προσπάθησε να περάσει νόμο που θα έδινε τη δυνατότητα στο συγκεκριμένο οργανισμό να βάζει σε μαύρη λίστα ΜΚΟ και ανεξάρτητα ΜΜΕ και να τους απαγορεύει τη χρηματοδότηση με ξένα κονδύλια.
Αν νικήσει την Κυριακή ο Όρμπαν, ο νόμος αυτός θα περάσει, προκαλώντας ασφυξία στα λίγα ανεξάρτητα ΜΜΕ που έχουν απομείνει στη χώρα. Όσο για το Átlátszó, θα συνεχίσει τη λειτουργία του αλλά με μειωμένη δραστηριότητα ή μεταφέροντας την έδρα του στο εξωτερικό. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μπόντοκι, στη σημερινή Ουγγαρία μπορεί να απουσιάζει η λογοκρισία του κομμουνιστικού καθεστώτος, αλλά η κυβέρνηση μοιάζει να επιδιώκει να επιβάλλει μια αντίστοιχη λογική μονοκομματικού κράτους στον τύπο.
ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Αυτό που κάνει την Ουγγαρία να ξεχωρίζει από τις άλλες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ είναι ο διάχυτος φόβος στην καθημερινή ζωή. Ενώ σε χώρες όπως η Πολωνία και η Ρουμανία οι πολίτες, και ειδικά οι νεότεροι, μιλούν ελεύθερα για πολιτική, στην Ουγγαρία ελάχιστοι δέχονται να φωτογραφηθούν, να πουν το όνομά τους ή ακόμα και να ηχογραφηθεί συνομιλία τους με έναν ξένο δημοσιογράφο, λόγω του φόβου για πιθανές επιπτώσεις. Πρόκειται για ένα είδος προφύλαξης που, όπως εξηγούν, μπορεί να φαίνεται παρανοϊκό σε ξένους, αλλά βασίζεται σε καθημερινά βιώματα τους. Για τους εργαζόμενους κυριαρχεί ο φόβος ότι θα απολυθούν αν κριτικάρουν δημόσια την κυβέρνηση. Για τους φοιτητές, ότι θα επηρεαστεί η ακαδημαϊκή τους καριέρα. Για τους δημοσιογράφους, ότι οι μυστικές υπηρεσίες θα τους παρακολουθήσουν και θα χαρακτηριστούν ξένοι πράκτορες.
Στην πράξη, το καθεστώς αντιφιλελεύθερης δημοκρατίας του Βίκτορ Όρμπαν προσομοιάζει περισσότερο σε ανελεύθερη μονοκομματική ολιγαρχία. Όπως είχε προβλέψει ο κορυφαίος ουγγρικός ιστορικός του 20ού αιώνα Τζον Λούκατς στην αρχή της διακυβέρνησης Όρμπαν, η Ουγγαρία αντί να γίνει μια φυσιολογική ευρωπαϊκή χώρα μετά την πτώση του κομμουνισμού, στράφηκε προς τα μέσα, επανερχόμενη σε έναν ιδιότυπο αυταρχισμό που ανέχεται μονάχα τις ελάχιστες δυνατές ελευθερίες.
Σύμφωνα με τον φοιτητή Μπορναμπές, τον μόνο Ούγγρο που δέχτηκε να φωτογραφηθεί για αυτό το ρεπορτάζ, στο κέντρο του Ορμπανισμού βρίσκεται η αμφισβήτηση των αξιών του Διαφωτισμού, καθώς θέλει να ελέγξει ή ακόμα και να συντρίψει όλους τους ανεξάρτητους επιστημονικούς οργανισμούς, όπως τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ινστιτούτα, τις βιβλιοθήκες και τα σχολεία. Η βασική μονάδα του Ορμπανικού συστήματος, όπως εξηγεί, ακόμη και της οικονομίας, είναι η οικογένεια, με το άτομο να περνά σε δεύτερη μοίρα. «Οτιδήποτε υποστηρίζει την αυτονομία του ατόμου και την κοινωνική κινητικότητα πρέπει να συνθλιβεί,» λέει.
Αυτό εξηγεί και την προσέγγιση με τη Ρωσία του Πούτιν, η οποία προβάλλεται ως μια χώρα θεματοφύλακας του συντηρητικού εθνικισμού και της παράδοσης που αντιστέκεται στην παγκοσμιοποίηση. «Ο Όρμπαν συνειδητοποίησε ότι ο μέσος Ούγγρος ήταν απογοητευμένος με την προηγούμενη κατάσταση: τις ανοιχτές αγορές, τις ανισότητες, τις φιλοδυτικές ελίτ που μας οδήγησαν στη φτωχοποίηση και το ΔΝΤ το 2008. Δημιούργησε μια οικονομία προβληματική μεν, αλλά με αρκετές δουλειές για τους φτωχότερους,» εξηγεί ο Μπορναμπές.
Για τη νεολαία της Ουγγαρίας που δεν έχει ζήσει άλλο καθεστώς, όλα αυτά δεν επιτρέπουν ιδιαίτερη αισιοδοξία. Σε μια ημέρα καριέρας στο πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, μια ομάδα φοιτητών καπνίζει και σχεδιάζει το μέλλον της. «Αν κερδίσει ο Όρμπαν, θα φύγω στο εξωτερικό. Φοβάμαι ότι η Ουγγαρία θα βγει από την Ε.Ε.», λέει ο Άντρις, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής γύρω στα 30, αρνούμενος με χαρακτηριστική γκριμάτσα να δώσει το επίθετό του ή να φωτογραφηθεί. «Η κυβέρνηση προσπαθεί συνεχώς να βρει έναν εχθρό από τον οποίο θα μας προστατεύσει, είτε αυτός είναι ο Σόρος είτε οι μετανάστες.»
Λίγο πιο πέρα, μια παρέα εικοσάχρονων νεαρών επίσης καπνίζει. Και αυτοί αρνούνται να φωτογραφηθούν ή να δώσουν τα μικρά τους ονόματα, εξηγώντας ότι οι επιπτώσεις μπορεί να είναι δραματικές, όπως το να χάσουν οι γονείς τους τις δουλειές τους. Όπως λένε με μια γερή δόση σαρκασμού, έχουν μεγαλώσει με το καθεστώς Όρμπαν και επομένως δεν έχουν μέτρο σύγκρισης. «Εάν υπήρχε διαφθορά αλλά η χώρα πήγαινε μπροστά, θα έλεγα ότι αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Ωστόσο ληστεύουν τη χώρα για δικό τους όφελος, η διαφθορά είναι παντού,» λέει ένας από αυτούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Λόριντς Μέσαρος, κατά πολλούς του πλουσιότερου Ούγγρου και παιδικού φίλου του Όρμπαν. Παρότι ξεκίνησε την καριέρα του ως ένας ταπεινός υδραυλικός, είδε την περιουσία του να εκτοξεύεται μετά το 2010 και την εκλογή Όρμπαν.
Ένα δεύτερο μέλος της παρέας συμπληρώνει ότι το πιο σημαντικό σε αυτές τις εκλογές είναι η οικονομία. «Οι περισσότεροι νέοι θέλουν να φύγουν γιατί το μέλλον τους δεν είναι ασφαλές εδώ. Για έναν πτυχιούχο, το κόστος ζωής είναι το ίδιο με το εξωτερικό, αλλά με το ένα τρίτο του μισθού εκεί. Οι μορφωμένοι νέοι που μιλάνε αγγλικά αναζητούν μια καλύτερη ζωή στην ΕΕ.» Ο ίδιος επισημαίνει ότι ξέρει ελάχιστους στην ηλικία του που ψηφίζουν το κυβερνών κόμμα, κι αυτό λόγω της οικογένειάς τους, κάτι που δεν ισχύει για τους μεγαλύτερους. «Οι παππούδες μας μεγάλωσαν με τον κομμουνισμό και ο Όρμπαν είναι ταυτισμένος με τη μετάβαση στον καπιταλισμό, που είναι σίγουρα καλύτερος, οπότε αποδίδουν την αλλαγή στον Όρμπαν και τον ψηφίζουν.»
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΜΕΣΩ ΦΛΟΡΙΝΤΑΣ
Στο διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό, η Ουγγαρία ισορροπεί σε ένα τεντωμένο σχοινί, όντας μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα αποσυνάγωγη στις Βρυξέλλες, καθώς είναι ιδιαίτερα φιλική προς τη Ρωσία αλλά και τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ. Μόλις τις δύο τελευταίες εβδομάδες, διεθνή ειδησεογραφικά μέσα αποκάλυψαν ότι ο Ούγγρος υπουργός Εξωτερικών υποσχόταν εκδούλευση στον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρόφ στο πλαίσιο της Ε.Ε., ενώ ο Όρμπαν διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Πούτιν και φιλοδοξεί να φιλοξενήσει στη Βουδαπέστη μια συνδιάσκεψη ειρήνης ανάμεσα σε Ρωσία και Ουκρανία.
Πώς όμως μια χώρα που ζει με το τραύμα της Σοβιετικής επέμβασης το 1956, με τα τανκς να καταπνίγουν την «ουγγρική άνοιξη» στη Βουδαπέστη, αλλά και τη μακρινή ανάμνηση του αρνητικού ρόλου της Ρωσίας στην ουγγρική επανάσταση του 1848, έχει στραφεί προς τη Ρωσία; Η απάντηση βρίσκεται στην ιστορία της χώρας. Όπως εξηγεί η Νόρα Σουλτζ, η Ουγγαρία πάσχει από μια διαχρονική ανασφάλεια για τη θέση της στην Ευρώπη, καθώς μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε τεράστια εδάφη και πληθυσμό με τη συνθήκη του Τριανόν το 1920, κάτι που οδήγησε στο ομώνυμο σύνδρομο: μια διαρκή αίσθηση απώλειας και αδικίας. «Ζούμε περικυκλωμένοι από μια θάλασσα Σλαβικών λαών και προσπαθούμε να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας. Ο κόσμος αντλεί περηφάνια από τη διεθνή επιρροή της χώρας στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη με τον Όρμπαν.» Στο ίδιο πλαίσιο, όπως εξηγεί η Σουλτζ, πρέπει να δει κανείς και τις διαρκείς κόντρες του Όρμπαν με τις Βρυξέλλες, όπως το πρόσφατο βέτο στη βοήθεια προς την Ουκρανία λόγω της ενεργειακής εξάρτησης της Ουγγαρίας από το ρωσικό πετρέλαιο και αέριο.
Το σύνδρομο του Τριανόν επηρεάζει και τη φιλορωσική στάση της χώρας στον πόλεμο της Ουκρανίας. «Ο κόσμος αναρωτιέται γιατί έχουμε μια καταπιεσμένη μειονότητα στην Ουκρανία. Είναι κοινή πεποίθηση ότι πρόκειται για έναν πόλεμο μεταξύ Σλάβων που δεν μας αφορά», λέει η Σουλτζ. Το κυβερνών κόμμα Φίντεζ έχει καταστήσει τον Ζελένσκι τον λιγότερο δημοφιλή πολιτικό στη χώρα μαζί με τον Πούτιν, παρουσιάζοντας τον να ζητά διαρκώς τα χρήματα των Ούγγρων σε συνεργασία με τις Βρυξέλλες και να προσπαθεί να παρασύρει την Ουγγαρία στον πόλεμο.
Σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές της προεκλογικής περιόδου, ένα διαφημιστικό σποτ του Φίντεζ με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης παρουσιάζει το κόμμα Τίσζα ως υπεύθυνο για τον θάνατο Ούγγρων στον πόλεμο, ενώ η Βουδαπέστη είναι γεμάτη αφίσες που παρουσιάζουν τον Ζελένσκι ως συνέταιρο του Μάγκιαρ. «Για τους οπαδούς του, ο Όρμπαν μοιάζει ένας λογικός πολιτικός που θέλει μια συμφωνία ειρήνης,» επισημαίνει η Σουλτζ. «Επαναλαμβάνει ότι η Ουγγαρία χρειάζεται φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία, αν και στην πραγματικότητα δεν την παίρνουμε και τόσο φθηνά.»
ΕΝΑΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Την ίδια στιγμή, η Ουγγαρία είναι ένας φάρος για το κίνημα MAGA και την Τραμπική Αμερική, η οποία δεν διστάζει να υποστηρίξει ανοιχτά τον Όρμπαν, με αποκορύφωμα την επίσκεψη του αντιπροέδρου J.D. Vance αυτή την εβδομάδα. Βασικό κομμάτι της εγχώριας δημοφιλίας του καθεστώτος Όρμπαν, αλλά και της απήχησής του στη συντηρητική Ευρώπη και Αμερική, είναι οι επιδοματικές πολιτικές που αποσκοπούν στην αύξηση του πληθυσμού και στη στήριξη της οικογένειας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους αμφισβητείται, καθώς η χώρα καταγράφει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας στην Ευρώπη, με μόλις 1,3 γεννήσεις ανά γυναίκα, ενώ οι πολιτικές αυτές απευθύνονται κυρίως στη μεσαία τάξη που έχει σχετικά υψηλά εισοδήματα, καθώς έχουν κυρίως τη μορφή φοροαπαλλαγών.
Ένας λόγος για την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση Όρμπαν, σύμφωνα με τη Νόρα Σουλτζ, είναι η κακή κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών. Στον τομέα της υγείας, η κυβέρνηση ωθεί τους πολίτες στον ιδιωτικό τομέα, καθώς υπάρχει μεγάλη λίστα αναμονής στα δημόσια νοσοκομεία. Ταυτόχρονα, ο Πίτερ Μάγκιαρ έχει καταστήσει την υποχρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών βασικό θέμα της προεκλογικής του εκστρατείας, υποσχόμενος περισσότερα κονδύλια. «Η κυβέρνηση αφήνει τα πράγματα να πάνε πολύ στραβά και μετά επεμβαίνει χωρίς στρατηγική,» προσθέτει ο Γκάμπορ Γκιόρι, πολιτικός αναλυτής στο think tank Policy Solutions με προϋπηρεσία στο γραφείο του πρωθυπουργού. «Για πολλά χρόνια οι γιατροί ήταν εξαιρετικά κακοπληρωμένοι. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ανέλαβαν ένα τεράστιο έργο. Το Φίντεζ αποφάσισε ξαφνικά να τους δώσει μια τεράστια αύξηση χωρίς να παραδεχτεί ότι προϋπήρχε το πρόβλημα.»
Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στο ζήτημα της μετανάστευσης. Ο Όρμπαν είναι πρωτεργάτης της αντιμεταναστευτικής πολιτικής στην Ευρώπη, καθώς στο αποκορύφωμα της μεταναστευτικής κρίσης το 2015, η Ουγγαρία ήταν από τις χώρες που αντιστάθηκαν σθεναρά στην είσοδο Σύρων προσφύγων. Όπως εξηγεί ο Γκιόρι, στις εκλογές του 2014 το κυβερνών κόμμα πήρε μικρότερο του αναμενόμενου ποσοστό. Η απάντηση του Όρμπαν ήταν η εργαλειοποίηση της μεταναστευτικής κρίσης: «Ανακάλυψε ότι ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο του. Από το 2015 αυτό έγινε το κύριο μήνυμα της κυβέρνησης και ήταν όντως μια δημοφιλής πολιτική,» εξηγεί.
Ωστόσο και εδώ η πραγματικότητα είναι περίπλοκη. Περπατώντας στους δρόμους της Βουδαπέστης, αντικρίζει κανείς εικόνες αντίστοιχες με αυτές άλλων ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, με μετανάστες από την Αφρική και την Ασία να δουλεύουν στην εστίαση και στη μεταφορά προϊόντων με τα ποδήλατά τους. Η Ουγγαρία αντιμετωπίζει και αυτή έλλειψη εργατικού δυναμικού, καθώς ο ενεργός πληθυσμός μειώνεται και οι δημογραφικές πολιτικές δεν έχουν τελεσφορήσει, με αποτέλεσμα την ελεγχόμενη μεν αλλά αθρόα εισαγωγή εργατών, κυρίως από την Ασία και την Ουκρανία. «Χωρίς μετανάστες δεν θα γίνονταν παραδόσεις φαγητού. Ο Όρμπαν αποφεύγει να μιλήσει για αυτό ή υποστηρίζει ότι δεν είναι μετανάστες, αλλά προσωρινοί επισκέπτες εργαζόμενοι,» εξηγεί ο Γκιόρι. Παρόλα αυτά, ο Μάγκιαρ υπόσχεται μια ακόμα πιο σκληρή μεταναστευτική πολιτική, υποσχόμενος να σταματήσει την είσοδο ακόμα και προσωρινών εργαζόμενων εκτός Ε.Ε. αυτό το καλοκαίρι.
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΕ ΣΤΑΣΙΜΟΤΗΤΑ
Όπως στις περισσότερες εκλογές, το πλέον καθοριστικό θέμα είναι η οικονομία. Την πορεία της σε μεγάλο βαθμό θα καθορίσει η πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία η Ε.Ε. έχει μπλοκάρει λόγω της σύγκρουσης με την κυβέρνηση Όρμπαν για θέματα που αφορούν το κράτος δικαίου. Όπως λέει η Σουλτζ, ένας λόγος που προηγείται ο Μάγκιαρ στις δημοσκοπήσεις είναι ότι οι Ούγγροι πιστεύουν πως θα ξεμπλοκάρει αυτά τα κονδύλια, καθώς γνωρίζουν ότι η σταθερή ανάπτυξη της προηγούμενης δεκαετίας οφείλεται στην Ε.Ε. «Οι Ούγγροι είναι υπέρ της Ε.Ε., αλλά αναρωτιούνται αν είμαστε πραγματικά μέλος της, αφού δεν εισπράττουμε πλέον ευρωπαϊκά κονδύλια,» λέει χαρακτηριστικά.
Όποια και αν είναι η επόμενη κυβέρνηση, θα πρέπει να μειώσει δραματικά τις δαπάνες ή να αυξήσει τους φόρους για να μειώσει το έλλειμμα, ενώ το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε., με αποτέλεσμα η Ουγγαρία να δαπανά για την εξυπηρέτησή του σχεδόν όσα και για την υγειονομική περίθαλψη. Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα, στο 4,4% το 2025, με αποτέλεσμα η κεντρική τράπεζα να αναγκάζεται να κρατά ψηλά τα επιτόκια. Όλα αυτά πλήττουν την εικόνα του Όρμπαν ως ικανού διαχειριστή της οικονομίας, ακόμα και αν αυτή ήταν επίπλαστη, λέει ο Γκάμπορ Γκιόρι: «Την προηγούμενη δεκαετία η ποιότητα ζωής και η απασχόληση βελτιώνονταν, καθώς είχαμε οικονομική σταθερότητα σε σχέση με προηγούμενες κυβερνήσεις. Ωστόσο, παρά τη σταθερή ανάπτυξη έως την πανδημία, μέναμε πίσω συγκριτικά με παρόμοιες χώρες όπως η Σλοβακία και η Πολωνία.»
ΤΟ ΑΒΕΒΑΙΟ ΜΕΛΛΟΝ
Τι θα γίνει αν οι δημοσκοπήσεις δικαιωθούν και αναδειχθεί νικητής ο Μάγκιαρ την Κυριακή; Θα δεχτεί ο Όρμπαν να αποχωρήσει ή θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα, όπως έχουν κάνει ο Τραμπ και ο Μπολσονάρου, δεδομένου και του φόβου για διώξεις σε υποθέσεις διαφθοράς;
Η αναλύτρια Νόρα Σουλτζ εκτιμά ότι θα αποδεχτεί την ήττα και θα παραμείνει στο τιμόνι της αντιπολίτευσης αν πρόκειται για καθαρή ήττα. «Είναι περήφανος όχι μόνο γιατί είναι ο πιο μακροχρόνιος πρωθυπουργός στη σύγχρονη ιστορία, αλλά και ο πιο μακροχρόνιος ηγέτης της αντιπολίτευσης. Είναι μέρος της ταυτότητάς του ότι μπορεί να επανέλθει στο προσκήνιο, αν και είναι δύσκολο λόγω της ηλικίας των ψηφοφόρων του,» εξηγεί. Εξάλλου, το καθεστώς Όρμπαν είναι βαθιά ριζωμένο στους θεσμούς της χώρας, από το δικαστικό σώμα έως τα ΜΜΕ, και ο Μάγκιαρ θα χρειαστεί πλειοψηφία τουλάχιστον δύο τρίτων στο κοινοβούλιο για να αλλάξει το Σύνταγμα και να καταργήσει ή να αναμορφώσει κρίσιμους θεσμούς.
Ακόμα πιο ανησυχητικό για το μέλλον της χώρας είναι ότι ο ίδιος ο Μάγκιαρ δεν κρύβει έναν υφέρποντα αυταρχισμό. «Οι οπαδοί του μπορεί να θέλουν ελευθερία του τύπου, ο ίδιος όμως όχι τόσο. Τον ενδιαφέρουν τα ανεξάρτητα μέσα μόνο ως πολιτικά εργαλεία,» επισημαίνει ο φοιτητής Μπορναμπές.
Θα μπορούσε να γίνει ο επόμενος Όρμπαν, με ένα νέο φαύλο κύκλο διαφθοράς και αυταρχισμού να ξεκινάει από την αρχή; Για τους νέους Ούγγρους που έχουν μεγαλώσει υπό το καθεστώς Όρμπαν, ο κυνισμός είναι ίσως η μόνη λογική απάντηση. «Οι γονείς μας άκουγαν από τον Όρμπαν τα ίδια πράγματα που λέει ο Μάγκιαρ. Όλοι μπορούν να διαφθαρθούν από τον πλούτο και την εξουσία,» λέει με μια γκριμάτσα παραίτησης ένας από τους φοιτητές που βλέπει το μέλλον του εκτός Ουγγαρίας.