Σε αναζήτηση των… αζήτητων αμνοεριφίων – Πώς η ακρίβεια αλλάζει το πασχαλινό τραπέζι
Διαβάζεται σε 12'
Τα “αζήτητα” αμνοερίφια που ξέμειναν και δίνονται μέσα από προσφορές, αναζητούν οι καταναλωτές, κάτι που δείχνει ότι στους καιρούς της ακρίβειας, η κατανάλωση επαναπροσδιορίζεται με βάση το διαθέσιμο εισόδημα.
- 11 Απριλίου 2026 09:16
Τα “αζήτητα” αμνοερίφια που ξέμειναν στο “ράφι” και στο “παρά πέντε” δίνονται μέσα από προσφορές, αναζητούν οι καταναλωτές. Σαφές δείγμα ότι στους καιρούς της ακρίβειας η αφθονία δίνει τη θέση της στην επιλογή και η κατανάλωση επαναπροσδιορίζεται με βάση το διαθέσιμο εισόδημα. Όμως σε αυτή τη νέα συνθήκη, το ζητούμενο δεν είναι μόνο το τι θα μπει στο τραπέζι, αλλά και το πώς θα διατηρηθεί το νόημα της γιορτής μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκών προκλήσεων.
Σε ένα σκηνικό έντονης ακρίβειας και περιορισμένης αγοραστικής δύναμης, το φετινό Πάσχα βρίσκει τους καταναλωτές πιο επιφυλακτικούς από ποτέ. Η παραδοσιακή εικόνα του οβελία στη σούβλα παραμένει ζωντανή, ωστόσο η πραγματικότητα πίσω από το πασχαλινό τραπέζι έχει αλλάξει αισθητά. Πάντως, ακόμη δεν αποτελεί… “ανάμνηση παλιά… κίτρινο γράμμα στο συρτάρι”. Απλά, για τους μη έχοντες και είναι πολλοί, οι επιλογές γίνονται πιο στοχευμένες, οι ποσότητες μικρότερες και η αναζήτηση προσφορών της τελευταίας στιγμής, ιδίως σε κεντρικές αγορές κρεοπωλεία και σούπερ μάρκετ όπου τα αποθέματα σε αμνοερίφια δεν “έφυγαν” απειλώντας τους καταστηματάρχες με σημαντικές ζημίες, αποτελεί βασική επιλογή.
Ουσιαστικά, καθοριστικό ρόλο στη φετινή αγορά παίζει και η στροφή προς τις προσφορές. Τα «καλάθια του Πάσχα» στα σούπερ μάρκετ και οι στοχευμένες εκπτώσεις σε κρασιά και μπύρες, φέτα και τυροκομικά ή άλευρα αποτελούν το “τυράκι’ για τη μάχη προσέλκυσης των καταναλωτών, οι οποίοι αναζητούν χαμηλότερες τιμές και συνδυαστικές αγορές.
Την ίδια ώρα, όπως και κάθε χρόνο αλλά σε μεγαλύτερη ένταση φέτος, όπως λένε οι της αγοράς, παρατηρείται αύξηση των αγορών της τελευταίας στιγμής, με την ελπίδα ότι θα εμφανιστούν καλύτερες τιμές όσο πλησιάζει η κορύφωση της ζήτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς & Προστασία του Καταναλωτή (ΑΑΕΑ&ΠΚ) με ανακοίνωσή της τη Μεγάλη Πέμπτη ανέφερε ότι η αντικειμενικότερη εικόνα για την εξέλιξη των τιμών διαμορφώνεται κατά την κορύφωση της εμπορικής κίνησης λίγο πριν την Ανάσταση, όταν και αποτυπώνονται οι τελικές προσφορές της αγοράς.
Έρευνα
Είναι ενδεικτικό ότι, πάντως, σύμφωνα με τελευταία έρευνα της Circana με τίτλο «Καταναλωτικές τάσεις στην Ελλάδα: Οικονομική πίεση, νέες συνήθειες, νέες ευκαιρίες», η οποία παρουσιάστηκε σε εκδήλωση του Ινστιτούτο Πωλήσεων Ελλάδο μόλις 1 στους 5 καταναλωτές αισθάνεται οικονομικά ασφαλής, ενώ περίπου το 25% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις μηνιαίες υποχρεώσεις του. Παράλληλα, η οικονομική πίεση οδηγεί σε πιο προσεκτικές αγοραστικές επιλογές.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 60% των καταναλωτών δηλώνει ότι αγοράζει προϊόντα κυρίως όταν βρίσκονται σε προσφορά, ενώ το 43% στρέφεται περισσότερο σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ως οικονομικότερη λύση. Το 57% έχει περιορίσει τις αγορές μη αναγκαίων, το 52% συγκρίνει τιμές και αγοράζει συνήθως τη φθηνότερη μάρκα, το 29% αγοράζει μικρότερες ποσότητες ή λιγότερο συχνά, το 21% έχει σταματήσει την αγορά συγκεκριμένων προϊόντων και ένα 10% δηλώνει ότι αγοράζει περισσότερο κατεψυγμένα αντί για φρέσκα. Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική μεταβολή στις συνήθειες κατανάλωσης εκτός σπιτιού.
Το 84% των καταναλωτών δηλώνει ότι έχει περιορίσει τη δαπάνη για φαγητό ή διασκέδαση εκτός σπιτιού, καθώς και για ρούχα, παπούτσια ή αξεσουάρ, ενώ η συχνότητα εξόδων διαμορφώνεται κατά μέσο όρο σε περίπου 5,9 ημέρες τον μήνα, καθώς η διασκέδαση παραμένει ανάγκη αλλά το κόστος την περιορίζει.
Ταυτόχρονα, παρά την πίεση, η έρευνα εντοπίζει ευκαιρίες για τις εταιρείες, όπως η ανάπτυξη private label, η έμφαση σε «value προϊόντα», οι προσφορές, οι προωθητικές ενέργειες και οι λύσεις που διευκολύνουν την κατανάλωση στο σπίτι. Δηλαδή, οι εταιρείες που προσαρμόζονται στη λογική «value for money» μπορούν να κερδίσουν μερίδιο αγοράς. Σύμφωνα με την Circana, οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στη λιανική αγορά, όπου η σχέση ποιότητας-τιμής, οι προωθητικές ενέργειες και οι οικονομικές επιλογές, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τους καταναλωτές.
Οι τάσεις
Στο φόντο αυτό ένα χαρακτηριστικό δείγμα των καιρών είναι η μεταβολή καταναλωτικών συμπεριφορών απέναντι στον… παραδοσιακό οβελία. Αντί για την αγορά ολόκληρου σφάγιου ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται σε επιμέρους κομμάτια, προσαρμόζοντας την κατανάλωση στις οικονομικές τους δυνατότητες καθώς δίνουν ευελιξία στις ποσότητες. Έστω κι αν βέβαια τα τεμάχια πωλούνται πιο ακριβά, ένα έως δυο ευρώ ανά κιλό, με τα “παϊδάκια” να “σπάνε ταμεία” όντας ακόμη και στα 18 – 19 ευρώ ανά κιλό όταν το ενιαίο “σφαχτάρι” πιάνει 14 – 15 ευρώ ανά κιλό. Έτσι, το άλλοτε «αυτονόητο» της σούβλας μετατρέπεται σε μια πιο σύνθετη εξίσωση κόστους. Άλλωστε, ο οβελίας λειτουργεί ως βασικός παράγοντας που καθορίζει το συνολικό ύψος της δαπάνης.
Οι τιμές
Οι τιμές φέτος, πάντως, κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα αν και από την Αρχή και την κυβέρνηση παραπέμπουν σε τιμές σταθερές σε σχέση με πέρυσι. Έτσι, ένα αρνί περίπου 10 κιλών ξεκινά από τα 12, 85 – 12,95 ευρώ το κιλό στα σούπερ μάρκετ και μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 20 ευρώ το κιλό σε πιο ποιοτικές ή «γκουρμέ» επιλογές. Αυτό μεταφράζεται σε ένα κόστος που κυμαίνεται από 160 έως και 200 ευρώ μόνο για το βασικό κρέας του τραπεζιού. Παράγοντες όπως οι ζωονόσοι, η μείωση του ζωικού κεφαλαίου και οι εξαγωγικές πιέσεις έχουν περιορίσει την προσφορά, εντείνοντας τις ανατιμήσεις.
Σε δύο ταχύτητες
Η αγορά, πάντως, κινείται σε δύο ταχύτητες. Από τη μία πλευρά, τα σούπερ μάρκετ προσπαθούν να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων μέσω προσφορών και προϊόντων «κράχτη». Από την άλλη, τα παραδοσιακά καταστήματα – κρεοπωλεία, μανάβικα και φούρνοι – αν κι έχουν σε κάποιες περιπτώσεις υψηλότερες τιμές, προτάσσουν την ποιότητα και την ελληνική προέλευση των προϊόντων τους.
Τα “συνοδευτικά”
Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές καλούνται να διαχειριστούν αυξημένες τιμές και σε όλα τα συνοδευτικά προϊόντα. Τα οπωροκηπευτικά καταγράφουν εντυπωσιακές αυξήσεις, με τις τομάτες, τα μαρούλια και τα αγγούρια να κοστίζουν αισθητά περισσότερο σε σχέση με πέρυσι. Η σαλάτα, που παραδοσιακά αποτελούσε μια οικονομική επιλογή, εξελίσσεται σε σημαντικό παράγοντα κόστους.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στα υπόλοιπα είδη του πασχαλινού τραπεζιού. Η μαγειρίτσα ακολουθεί σε κόστος τον οβελία, τα τυριά ακολουθούν την ανοδική πορεία των γαλακτοκομικών, ενώ το ψωμί, τα αυγά και τα κάρβουνα συμπληρώνουν έναν κατάλογο προϊόντων που δύσκολα μένει ανεπηρέαστος από τον πληθωρισμό. Ακόμη και τα γλυκά, όπως τα τσουρέκια και τα σοκολατένια αυγά, επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό, παρά τη μερική αποκλιμάκωση στις διεθνείς τιμές του κακάου.
Έτσι, τα στοιχεία της ΕΣΕΕ δείχνουν ότι το κόστος για ένα πασχαλινό τραπέζι 4 έως 6 ατόμων κυμαίνεται φέτος από περίπου 107 έως 156 ευρώ, αυξημένο κατά 7,8% έως 9,3% σε σχέση με το 2025.
Σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις, με βάση καταναλωτικές οργανώσεις όπως το ΙΝΚΑ, το συνολικό ποσό μπορεί να ξεπεράσει τα 400 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι το Πάσχα του 2026 συγκαταλέγεται στα πιο ακριβά των τελευταίων ετών.
Σε δήλωσή του, μάλιστα, ο διοικητικός διευθυντής του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, Χαράλαμπος Αράχωβας, ανέφερε ότι «οι τιμές των τροφίμων για το πασχαλινό τραπέζι κινούνται για ακόμη μία χρονιά ανοδικά, επιβαρύνοντας τα νοικοκυριά και περιορίζοντας τις δαπάνες για άλλα αγαθά». Όπως εξήγησε, η αύξηση οφείλεται στο υψηλότερο κόστος παραγωγής και μεταφοράς λόγω ενέργειας, στις ασθένειες που επηρέασαν το ζωικό κεφάλαιο, αλλά και στη σύμπτωση Ορθόδοξου και Καθολικού Πάσχα σε κοντινό χρονικό διάστημα, που ενίσχυσε τη ζήτηση.
Αυξημένο κατά μέσο όρο πάνω από 10% εμφανίζεται το κόστος του φετινού πασχαλινού τραπεζιού, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Καταναλωτών Βόλου, Κωνσταντίνο Λυχναρόπουλο, ο οποίος μίλησε για τις τάσεις της αγοράς και τις επιλογές των καταναλωτών ενόψει των εορτών. Όπως επισημαίνει, η συνολική αύξηση διαμορφώνεται περίπου στο 10,75% σε σύγκριση με πέρυσι, ακόμη και μετά τις προσφορές της τελευταίας στιγμής που έκαναν την εμφάνισή τους από τη Μεγάλη Δευτέρα. «Πρόκειται για ένα φαινόμενο που βλέπουμε για δεύτερη φορά, μετά τη Σαρακοστή. Όσοι καταναλωτές έκαναν νωρίς τις αγορές τους πλήρωσαν έως και 14% ακριβότερα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι αυξήσεις έφτασαν και το 20%», σημειώνει. Αναλύοντας τις επιμέρους κατηγορίες, ο κ. Λυχναρόπουλος αναφέρει ότι στα κρέατα καταγράφεται αύξηση 4,28%, στα παραδοσιακά πιάτα όπως η μαγειρίτσα 17,49%, ενώ στα τυροκομικά η άνοδος φτάνει το 11,73%. Σημαντική αύξηση καταγράφεται και στα αυγά και τα αρτοποιήματα, που αγγίζει το 58,28%, καθώς και στα λαχανικά με 14,9%. Αντίθετα, μειώσεις παρατηρούνται σε ελιές και λάδι (-26,66%) και στα ποτά (-6,77%).
Έλεγχοι
Στο μεταξύ, η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς & Προστασία του Καταναλωτή (ΑΑΕΑ&ΠΚ) με ανακοίνωσή της τη Μεγάλη Πέμπτη ανέφερε ότι σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι τιμές στο αρνί διαμορφώνονται σε αντίστοιχα επίπεδα με την περυσινή χρονιά.
Η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή όπως αναφέρει ανακοίνωση «παρακολουθεί σε καθημερινή βάση την εξέλιξη των τιμών και τη διαθεσιμότητα των πασχαλινών προϊόντων και των αμνοεριφίων, με συνεχή και συστηματική συλλογή και ανάλυση δεδομένων από όλη την αγορά.»
«Παράλληλα» όπως τονίζει, «έχει εντείνει σημαντικά τους ελέγχους σε όλη την επικράτεια, με ξεκάθαρο στόχο τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και την ουσιαστική προστασία του καταναλωτή, ιδίως σε μία περίοδο αυξημένης ζήτησης.
Μέχρι σήμερα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί περισσότεροι από 300 έλεγχοι σε όλη τη χώρα, ενώ η παρουσία της Αρχής ενισχύεται περαιτέρω το αμέσως επόμενο διήμερο, με αυξημένη επιχειρησιακή κινητοποίηση σε κρίσιμα σημεία της αγοράς.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της Αρχής, με χρονικό σημείο τη Μεγάλη Πέμπτη, οι τιμές στο αρνί διαμορφώνονται σε αντίστοιχα επίπεδα με την περυσινή χρονιά: Σούπερ μάρκετς: από 11,49 – 11,90 €/κλ (σε πάνω από το 98% της αγοράς ΣΜς σταθμισμένα) Μεγάλες αγορές (πχ. Βαρβάκειος): από 8,99 €/κλ
Παράλληλα, ‘όπως αναφέρεται, οι καταναλωτές έχουν ουσιαστικές επιλογές και στα συνοικιακά κρεοπωλεία, όπου διαπιστώνεται επάρκεια προϊόντων και υγιής ανταγωνισμός τιμών. Επισημαίνεται ότι η πληρέστερη και αντικειμενικότερη εικόνα για την εξέλιξη των τιμών διαμορφώνεται κατά την κορύφωση της εμπορικής κίνησης το επόμενο διήμερο, όταν και αποτυπώνονται οι τελικές προσφορές της αγοράς.
Συμπληρωματικά, η Αρχή αναφέρει ότι πρόσφατα δημοσιεύματα και δημόσιες τοποθετήσεις δημιούργησαν εσφαλμένες εντυπώσεις σχετικά με τη λειτουργία των ελέγχων. Έτσι, η Αρχή υπενθυμίζει ότι οι έλεγχοι διενεργούνται με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, με πλήρως στοχευμένη μεθοδολογία και αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων. Μέσω της καθημερινής ανάλυσης δεδομένων από το Παρατηρητήριο Τιμών Καυσίμων και άλλα συστήματα παρακολούθησης, εντοπίζονται άμεσα αποκλίσεις και ενεργοποιούνται οι ελεγκτικοί μηχανισμοί εκεί όπου πραγματικά απαιτείται παρέμβαση.
“Η αποτελεσματικότητα των ελέγχων δεν αποτυπώνεται στον αριθμό των ελεγκτών, αλλά στη σωστή στόχευση, την τεχνολογική υποστήριξη και την ταχύτητα αντίδρασης — όπως αποδεικνύεται από τα πρόσφατα ευρήματα και τις παρεμβάσεις της Αρχής σε Αττική, Ρόδο και Κρήτη. Η Αρχή θα συνεχίσει με την ίδια ένταση τους ελέγχους, ώστε η αγορά να λειτουργεί με κανόνες, διαφάνεια και υγιή ανταγωνισμό, διασφαλίζοντας ότι ο καταναλωτής έχει πραγματικές επιλογές, επάρκεια προϊόντων και δίκαιες τιμές” τονίζει η Αρχή.
Κάλεσμα με τα βασικά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια του «πασχαλινού τραπεζιού» επαναπροσδιορίζεται. Το παραδοσιακό κάλεσμα πολλών φίλων και συγγενών μπορεί να κρατά ακόμη, ειδικά στην περιφέρεια, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο “αντοχών” του κάθε νοικοκυριού και βέβαια μέσα από λελογισμένες επιλογές αγαθών και ωνίων. Πλέρια, μόνο, η αγάπη ένεκα ημερών και η καλή διάθεση που δε λείπει έστω και να κάποια νοικοκυριά επιλέγουν μικρότερες συγκεντρώσεις ή μειώνοντας τις ποσότητες και αποφεύγοντας τις υπερβολές του παρελθόντος.
Τα καύσιμα και η γιορτή
Η πίεση στα νοικοκυριά δεν περιορίζεται μόνο στα τρόφιμα. Το αυξημένο κόστος ενέργειας επηρεάζει κάθε στάδιο της παραγωγής, ενώ οι τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν σημαντικά όσους επιλέγουν να ταξιδέψουν για τις γιορτές. Το γέμισμα ενός ρεζερβουάρ μπορεί να κοστίσει πάνω από 100 ευρώ, καθιστώντας το ταξίδι στο χωριό μια ακόμη οικονομική πρόκληση.
Είναι προφανές ότι καθώς, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα και στα καύσιμα παραμένει υψηλός, και αγοραστική δύναμη των καταναλωτών διαβρωμένη καταγράφεται εμφατικά μια σαφής μετατόπιση προς ένα μοντέλο «επιλεκτικής δαπάνης», όπου προτεραιότητα δίνεται στα απολύτως απαραίτητα.
Παρά τις δυσκολίες, ωστόσο, το πασχαλινό τραπέζι δεν χάνει τον συμβολισμό του. Οι καταναλωτές προσαρμόζονται, περιορίζουν τις σπατάλες και αναζητούν εναλλακτικές, χωρίς να εγκαταλείπουν την παράδοση. Ίσως λιγότερο πλούσιο, αλλά πιο συνειδητοποιημένο, το φετινό Πάσχα αποτυπώνει μια κοινωνία που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις οικονομικές πιέσεις και την ανάγκη για γιορτή.