Όλα στην άμμο χτίζονται

Διαβάζεται σε 3'
Η άμμος και ο χρόνος
Η άμμος και ο χρόνος iStock

Η διαδοχή είναι εκείνο που σε ταράζει κάπως στα οικογενειακά τραπέζια. Εννοώ πως είναι σαν να παρακολουθείς ένα ποτάμι που κυλάει, ποτέ δεν είναι ίδιο, αλλάζει συνέχεια. Τα παιδιά είναι ένα χρόνο μεγαλύτερα, ο γονείς τους το ίδιο, οι απώλειες είναι εκεί , παρούσες, τα καλά με τα κακά νέα εναλλάσσονται, τα γέλια με τις λύπες είναι ένας καιρός που αλλάζει, ήλιος, συννεφιά, στο τέλος θα είμαστε τυχεροί αν έρθει μία η άλλη.

Δεν είναι ο ίδιος σε κάθε γιορτή. Ή τουλάχιστον εγώ εστιάζω κάθε φορά σε διαφορετικό. Σε εκείνον το παππού που κάθεται σε ένα απόμερο μέρος της γιορτής, σε κάποια καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού, και κοιτάει. Τα παιδιά, τα εγγόνια, τα ανίψια, τους δικούς του. Νομίζω πως ακούω την σκέψη τους. Κάποιες φορές είναι «καλά τα κατάφερα» και κάποιες άλλες «για πόσο ακόμα;»

Το Πάσχα – ίσως και λόγω Άνοιξης – είναι μεγαλύτερες οι συγκεντρώσεις. Τα χιλιόμετρα φαίνονται πιο λίγα, το αποφασίζεις πιο εύκολα, και βλέπεις ανθρώπους και μέρη που συναντιέστε μία φορά τον χρόνο. Σαν ταινία που παρακολουθείς για δύο ώρες, είκοσι φορές την ίδια μέρα του χρόνου. Βλέπεις τις αλλαγές ενός χρόνου πάνω στους ανθρώπους κι εκείνοι πάνω σε εσένα. Από τα ρούχα και τα μαλλιά μέχρι τα μάτια και τα σώματα.

Αυτά τα μεγάλα τραπέζια συγγενών, είναι το κύτταρο που έχει σπάσει εδώ και χρόνια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει σπάσει. Δεν είναι πια μέσα στις άμεσες και καθημερινές μας επιλογές. Λογικό. Σκορπίσαμε μέσα σε άλλους, καινούργιους ανθρώπους και αυτό δεν έχει να κάνει με αισθήματα- αν αγαπάμε τους δικούς μας- αλλά με την ανάγκη να κάνεις την προσωπική σου βόλτα στον κόσμο, να έχεις δικές σου επιλογές, να βρεις τους ίδιους, τους συμβατούς που θα φτιάξετε κάτι νέο μαζί και δεν θα συνεχίσετε απλά κάτι που ξεκίνησε λόγω ενός δεσμού αίματος που τελικά δεν είναι αρκετό για να κάνει τον δρόμο συναρπαστικό.

Η διαδοχή είναι εκείνο που σε ταράζει κάπως στα οικογενειακά τραπέζια. Εννοώ πως είναι σαν να παρακολουθείς ένα ποτάμι που κυλάει, ποτέ δεν είναι ίδιο, αλλάζει συνέχεια. Τα παιδιά είναι ένα χρόνο μεγαλύτερα, ο γονείς τους το ίδιο, οι απώλειες είναι εκεί , παρούσες, τα καλά με τα κακά νέα εναλλάσσονται, τα γέλια με τις λύπες είναι ένας καιρός που αλλάζει, ήλιος, συννεφιά, στο τέλος θα είμαστε τυχεροί αν έρθει μία η άλλη.

Ανάμεσα στο «καλά τα κατάφερα» και στο «για πόσο ακόμα;» κρύβεται όλη η τραγικότητα. Ακόμη κι αν κάτι πλησιάζει στο να τελειώσει ωραία, δεν μπορείς να προσπεράσεις το γεγονός ότι τελειώνει. Δεν ξέρω τι ωραίο μπορεί να υπάρχει στο «τέλος». Αν υπήρχε κάτι όμορφο δεν θα είχαμε ανάγκη να επινοήσουμε την Ανάσταση.

Ο παππούς, στην γωνία, που έχει χάσει τα τρία από τα τέσσερα αδέρφια του και μία από τις τρεις κόρες του, κρατάει στο χέρι του το χαρτάκι με τον τελευταίο αριθμό στο ταμείο, χαμογελάει, βρίσκει το κέφι να παίξει με τα παιδιά, να πειράξει τις νέες γυναίκες, σχεδόν να φλερτάρει, να κρατηθεί από τα υπέροχα γλυκάδια της ζωής. Τα παιδιά και τον έρωτα.

Φεύγοντας, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, ανανεώσαμε το ραντεβού – ποτέ δεν ξέρεις πότε θα είναι η τελευταία φορά – γυρίσαμε στις ζωές μας. Πάντα θα παρακαλάμε για λίγο ακόμα, να έχει λίγο ακόμα. Κι εκείνο το «καλά τα κατάφερα» ένα πουκάμισο αδειανό. Κανένας δεν τα καταφέρνει. Αλλά εκείνος ο σπουδαίος στίχος του Μπόρχες είναι η μόνη παρηγοριά και ο μόνος δρόμος.

«Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα – όλα στην άμμο χτίζονται – μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο – σαν να ‘τανε η άμμος πέτρα».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα