Νέο χάπι διπλασιάζει τον χρόνο επιβίωσης ασθενών με καρκίνο στο πάγκρεας
Διαβάζεται σε 5'
Μια χαραμάδα φωτός ανοίγει για μια από τις πιο αμείλικτες μορφές καρκίνου, καθώς νέο πειραματικό χάπι σχεδόν διπλασίασε τον χρόνο επιβίωσης ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του παγκρέατος.
- 31 Μαΐου 2026 18:10
Ένα νέο χάπι χάρισε πολύτιμο χρόνο ζωής σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του παγκρέατος, όπως ανακοίνωσαν ερευνητές την Κυριακή, αναζωπυρώνοντας τις ελπίδες για αποτελεσματικότερες θεραπείες απέναντι σε μία από τις πιο αμείλικτες και θανατηφόρες μορφές της νόσου.
«Αν και δεν θεραπεύει τον καρκίνο, αποτελεί ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός», δήλωσε ο Δρ. Zev Wainberg από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες (UCLA), εκ των επικεφαλής της μελέτης.
Όπως μεταδίδει το Associated Press, το φάρμακο ονομάζεται daraxonrasib και λειτουργεί μπλοκάροντας μια μεταλλαγμένη πρωτεΐνη που τροφοδοτεί την ανάπτυξη των όγκων σε περισσότερο από το 90% των περιπτώσεων καρκίνου του παγκρέατος, ένας θεραπευτικός στόχος που για δεκαετίες παρέμενε ένα άπιαστο φάντασμα για την επιστήμη.
Στο πλαίσιο της μελέτης, στην οποία συμμετείχαν 500 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο που δεν ανταποκρινόταν πλέον στις προηγούμενες θεραπείες, η καθημερινή λήψη του χαπιού σχεδόν διπλασίασε τον χρόνο επιβίωσης, παρουσιάζοντας μάλιστα λιγότερες σοβαρές παρενέργειες σε σχέση με τη χημειοθεραπεία. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο New England Journal of Medicine και παρουσιάστηκαν την Κυριακή στο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) στο Σικάγο.
Όσοι έλαβαν το daraxonrasib έζησαν κατά μέσο όρο 13,2 μήνες, συγκριτικά με τους 6,7 μήνες εκείνων που υποβλήθηκαν σε χημειοθεραπεία. Αν και αυτή η παράταση ζωής μπορεί να φαντάζει μικρή στα μάτια των πολλών, ο Wainberg υπογράμμισε ότι πρόκειται για το πρώτο φάρμακο που επιδεικνύει ένα τόσο ουσιαστικό πλεονέκτημα έναντι της παραδοσιακής χημειοθεραπείας.
«Θεραπεύω τον καρκίνο του παγκρέατος εδώ και 16 χρόνια και, όταν είδα για πρώτη φορά τα αποτελέσματα της μελέτης, έβαλα τα κλάματα», εξομολογήθηκε από το συνέδριο της ASCO η Δρ. Rachna Shroff από το Κέντρο Καρκίνου του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα. Η ίδια δήλωσε συγκλονισμένη από το γεγονός ότι «οι ασθενείς παρέμειναν στη θεραπεία επειδή τους προσέφερε ένα ανθεκτικό και ουσιαστικό όφελος».
Η επίδραση του χαπιού προφανώς κάποια στιγμή φθίνει, ωστόσο οι ασθενείς κατάφεραν να το λαμβάνουν για σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι η ομάδα της χημειοθεραπείας, αναφέροντας λιγότερο πόνο και καλύτερη ποιότητα ζωής καθώς οι όγκοι τους συρρικνώνονταν.
Μάλιστα, πολλοί συνέχιζαν να παίρνουν το φάρμακο ακόμα και μετά την ανάλυση των δεδομένων, πράγμα που σημαίνει, κατά τον Wainberg, ότι το χάσμα επιβίωσης ενδέχεται να μεγαλώσει κι άλλο όσο οι ερευνητές συνεχίζουν να τους παρακολουθούν.
Το νέο οχυρό της ιατρικής φροντίδας
Ο Δρ. Brian Wolpin, από το Ινστιτούτο Καρκίνου Dana-Farber, παρουσίασε τα ευρήματα την Κυριακή, τονίζοντας ότι το φάρμακο πρέπει να καθιερωθεί ως «το νέο σημείο αναφοράς και φροντίδας» για τον ήδη θεραπευμένο μεταστατικό καρκίνο του παγκρέατος.
Πρόσθεσε, επίσης, ότι οι ερευνητές θα εξετάσουν τη χρήση του σε πιο πρώιμα στάδια της νόσου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η συρρίκνωση των όγκων θα μπορούσε να καταστήσει περισσότερους ασθενείς κατάλληλους για χειρουργική επέμβαση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι παρενέργειες που είναι πιο πιθανό να επηρεάσουν τη λήψη του χαπιού είναι ένα εξάνθημα, το οποίο μπορεί να γίνει σοβαρό, καθώς και στοματικές πληγές.
Η παρασκευάστρια εταιρεία Revolution Medicines χρηματοδότησε τη μελέτη και ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) σχεδιάζει να επισπεύσει την έγκριση του σκευάσματος. Στο μεταξύ, ο οργανισμός επιτρέπει τη λεγόμενη «διευρυμένη πρόσβαση» στο πειραματικό φάρμακο για ασθενείς που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.
Το φάρμακο είχε ήδη τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας όταν ο πρώην γερουσιαστής των ΗΠΑ, Ben Sasse, περιέγραψε στην εκπομπή «60 Minutes» πώς μειώθηκαν οι πόνοι του κατά τη λήψη του. Πλέον, οι ογκολόγοι δέχονται καταιγισμό αιτημάτων καθώς το πρόγραμμα ειδικής πρόσβασης ξεκινά.
Ο καρκίνος του παγκρέατος παραμένει μια από τις πιο θανατηφόρες μορφές της νόσου, κυρίως επειδή είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνευθεί προτού αρχίσει να κάνει μεταστάσεις σε άλλα όργανα. Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία εκτιμά ότι περίπου 67.000 νέες περιπτώσεις θα διαγνωστούν φέτος στις ΗΠΑ και περισσότεροι από 52.000 άνθρωποι θα χάσουν τη ζωή τους. Το συνολικό ποσοστό πενταετούς επιβίωσης αγγίζει μόλις το 13%.
Σε αντίθεση με άλλους καρκίνους, που ευεργετήθηκαν από μια πληθώρα εναλλακτικών λύσεων αντί της χημειοθεραπείας, το οχυρό του παγκρέατος αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολο να εκπορθηθεί.
Ωστόσο, ειδικοί που δεν συμμετείχαν στη νέα έρευνα εκφράζουν την αισιοδοξία τους ότι αυτό μπορεί να είναι το σημείο καμπής στην αναζήτηση νέων όπλων, καθώς δεκάδες πειραματικά φάρμακα βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό ανάπτυξη.
Το νέο φάρμακο στοχεύει σε μεταλλάξεις της οικογένειας γονιδίων RAS, η οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες ρυθμίζει την κυτταρική ανάπτυξη. Οι λεγόμενες μεταλλάξεις KRAS είναι εκείνες που κυρίως πυροδοτούν τον καρκίνο του παγκρέατος. Όμως, η ίδια η δομή των μεταλλαγμένων πρωτεϊνών καθιστούσε αδύνατη την προσκόλληση των φαρμάκων πάνω τους, με αποτέλεσμα αυτός ο «κινητήρας» του καρκίνου να θεωρείται για χρόνια «μη θεραπεύσιμος».
Το φάρμακο της Revolution Medicines χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα μια μοριακή «κόλλα» για να δεθεί με πολλαπλούς υποτύπους του KRAS. Ο Wainberg δήλωσε ότι το επόμενο βήμα των ερευνητών είναι να εξετάσουν αν το φάρμακο λειτούργησε καλύτερα σε κάποιους συγκεκριμένους από αυτούς τους υποτύπους.
«Αυτό το σκεύασμα θα αλλάξει ριζικά τη θεραπεία του καρκίνου του παγκρέατος», δήλωσε ο Δρ. Andrew Coveler από το Κέντρο Καρκίνου Fred Hutchinson, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα. «Λειτουργεί με έναν δραστικά διαφορετικό τρόπο».
Ο Wainberg κατέληξε σημειώνοντας ότι και άλλα φάρμακα υπό ανάπτυξη στοχεύουν σε συγκεκριμένους υποτύπους KRAS, ενώ άλλες προσεγγίσεις σε πρώιμα στάδια δοκιμών περιλαμβάνουν εμβόλια σχεδιασμένα να αποτρέπουν την υποτροπή μετά από χειρουργική επέμβαση, εκπαιδεύοντας το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει τη μεταλλαγμένη πρωτεΐνη.