Πρόσφυγες και ψυχική υγεία στην Ελλάδα: Υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και άγχους
Διαβάζεται σε 6'
Νέα επιστημονική μελέτη καταγράφει υψηλά ποσοστά κατάθλιψης, άγχους και μετατραυματικού στρες σε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα.
- 15 Μαΐου 2026 07:17
Σημαντικές ψυχικές δυσκολίες αντιμετωπίζουν πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που εξετάζει τόσο την έκταση των προβλημάτων ψυχικής υγείας όσο και τα εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης. Η έρευνα δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό International Journal for Equity in Health και βασίζεται σε ανασκόπηση της διαθέσιμης βιβλιογραφίας.
Το υλικό της μελέτης καλύπτει την περίοδο 2015–2025, δηλαδή τα χρόνια μετά τη σημαντική αύξηση των προσφυγικών αφίξεων στη χώρα. Η ανάλυση εστίασε σε αιτούντες άσυλο και αναγνωρισμένους πρόσφυγες, δύο ομάδες που επηρεάζονται από διαφορετικά νομικά καθεστώτα και διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες φροντίδας.
Ένας στους τρεις αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας
Βασικό συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι ότι οι ανάγκες ψυχικής υγείας στον προσφυγικό πληθυσμό είναι ιδιαίτερα υψηλές και συχνά παραμένουν ακάλυπτες. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τουλάχιστον ένας στους τρεις αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες στην Ελλάδα εμφανίζει προβλήματα όπως κατάθλιψη, μετατραυματικό στρες (PTSD) ή αγχώδεις διαταραχές.
Σε ορισμένες μελέτες τα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα. Η ανασκόπηση καταγράφει ότι η σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση ξεπέρασε το 84% σε τρεις μεγάλες έρευνες. Ειδικότερα, τα ποσοστά για το μετατραυματικό στρες κυμάνθηκαν από 35% έως 81%, για την κατάθλιψη από 33% έως 67%, ενώ η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή καταγράφηκε σε ποσοστό περίπου 27,9% σε μία μελέτη. Σε άλλη έρευνα, η αϋπνία έφτασε το 33,6%.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη μεγάλες επιδημιολογικές ή διαχρονικές μελέτες για τον προσφυγικό πληθυσμό, γεγονός που απαιτεί προσεκτική ερμηνεία των δεδομένων. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εικόνα δείχνει σταθερά ότι η ψυχική επιβάρυνση στους πρόσφυγες είναι σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Παράγοντες που επιβαρύνουν την ψυχική υγεία
Η μελέτη δείχνει ότι η ψυχική δυσφορία δεν σχετίζεται μόνο με τις εμπειρίες πριν από τη φυγή από τη χώρα προέλευσης, όπως ο πόλεμος, οι διώξεις ή η βία. Συνδέεται επίσης με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι μετά την άφιξή τους στη χώρα υποδοχής.
Οι βασικές πηγές πίεσης που καταγράφονται είναι τρεις:
- οι τραυματικές εμπειρίες πριν και κατά τη μεταναστευτική διαδρομή, όπως πόλεμος, βασανιστήρια, έμφυλη βία και επικίνδυνες διελεύσεις συνόρων,
- η απώλεια και το πένθος, που περιλαμβάνουν θανάτους, χωρισμούς από συγγενείς, απώλεια κατοικίας, κοινωνικού ρόλου και αίσθησης του ανήκειν,
- οι στρεσογόνοι παράγοντες της ζωής στην Ελλάδα, όπως οι συνθήκες διαβίωσης στους καταυλισμούς, η ανασφάλεια, οι χρονοβόρες διαδικασίες ασύλου, ο φόβος απέλασης και ο κοινωνικός αποκλεισμός.
Στις ποιοτικές μελέτες που συμπεριλήφθηκαν, πολλοί πρόσφυγες περιγράφουν τους καταυλισμούς ως υπερπλήρεις και ανεπαρκώς συντηρημένους, με περιορισμένη ιδιωτικότητα. Άλλοι αναφέρονται στην αβεβαιότητα, την έλλειψη ενημέρωσης και την απουσία ξεκάθαρης προοπτικής για το μέλλον. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, αυτές οι καθημερινές πιέσεις επηρεάζουν καθοριστικά την ψυχική υγεία.
Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας
Σύμφωνα με τη μελέτη, το σύστημα υποστήριξης βασίζεται σε ένα μικτό μοντέλο, το οποίο περιλαμβάνει υπηρεσίες μέσα στις δομές φιλοξενίας, δημόσιες μονάδες ψυχικής υγείας και υπηρεσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων.
Για τους αιτούντες άσυλο, το πρώτο σημείο επαφής είναι συνήθως οι μονάδες υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης που λειτουργούν μέσα στις δομές φιλοξενίας. Από τον Ιούλιο του 2024, οι μονάδες αυτές λειτουργούν στο πλαίσιο του προγράμματος «ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ». Σε αυτές προβλέπεται η παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, καθώς και η δυνατότητα παραπομπής σε δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια φροντίδα όταν απαιτείται.
Ωστόσο, η εφαρμογή των υπηρεσιών δεν είναι ομοιόμορφη. Η διαθεσιμότητα υποστήριξης διαφέρει από δομή σε δομή, ενώ δεν είναι πάντα σαφές σε ποιο βαθμό οι υπηρεσίες αυτές είναι πλήρως ενταγμένες στο δημόσιο σύστημα υγείας. Οι διαδικασίες παραπομπής συχνά χαρακτηρίζονται αποσπασματικές.
Εμπόδια στην πρόσβαση
Παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας παραμένει περιορισμένη. Οι συγγραφείς επισημαίνουν μια σειρά από δομικά εμπόδια που επηρεάζουν δυσανάλογα πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το ήδη επιβαρυμένο δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας, οι γραφειοκρατικές και διοικητικές δυσκολίες, η έλλειψη επαρκώς εκπαιδευμένου προσωπικού, καθώς και η απουσία διερμηνέων και πολιτισμικών διαμεσολαβητών. Επιπλέον, οι υπηρεσίες συχνά δεν είναι επαρκώς προσαρμοσμένες στις γλωσσικές, πολιτισμικές και τραυματικές εμπειρίες των προσφύγων.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η ποιότητα της φροντίδας δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα μιας υπηρεσίας, αλλά και από το κατά πόσο αυτή είναι προσιτή, κατανοητή και κατάλληλη για τις ανάγκες των ανθρώπων που την χρειάζονται.
Παράλληλα, η χρήση των επίσημων υπηρεσιών ψυχικής υγείας παραμένει σχετικά χαμηλή. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε επτά καταυλισμούς, περισσότερο από το ένα τρίτο των ατόμων με σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση αρνήθηκε παραπομπή σε ψυχολόγο της δομής. Η στάση αυτή συνδέεται τόσο με τα εμπόδια του συστήματος όσο και με την επιφυλακτικότητα ή την απροθυμία ορισμένων προσφύγων να ζητήσουν επαγγελματική βοήθεια.
Οι συγγραφείς σημειώνουν επίσης ότι πολλοί πρόσφυγες δεν αντιλαμβάνονται την ψυχική υγεία αποκλειστικά ως ιατρικό ζήτημα, αλλά τη συνδέουν κυρίως με την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την ύπαρξη κοινωνικών δεσμών.
Οι προτάσεις των ερευνητών
Η μελέτη καταλήγει ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων ψυχικής υγείας στον προσφυγικό πληθυσμό δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε ιατρικές παρεμβάσεις. Απαιτείται μια ευρύτερη πολιτική προσέγγιση που να συνδέει την ψυχική υγεία με τη στέγαση, την κοινωνική ένταξη, την ασφάλεια και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται η καλύτερη ενσωμάτωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, η ενίσχυση των κοινοτικών μορφών υποστήριξης και η περαιτέρω εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας.
Τέλος, οι ερευνητές επισημαίνουν την ανάγκη για περισσότερα ποσοτικά και διαχρονικά δεδομένα, καθώς και για στοχευμένη έρευνα σε ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες, όπως οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, οι επιζώντες έμφυλης βίας και τα άτομα με αναπηρία.