Πώς ο Τραμπ έγινε ένας ιστορικά αντιδημοφιλής πρόεδρος μέσα σε 15 μήνες
Διαβάζεται σε 9'
Το CNN σκιαγραφεί την ελεύθερη πτώση του Τραμπ από το ζενίθ στο ναδίρ. Τα κομβικά γεγονότα και οι αποφάσεις που έχουν ρίξει τη δημοφιλιά του σε ιστορικό χαμηλό.
- 05 Μαΐου 2026 15:26
Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να είναι πιο αντιδημοφιλής από ποτέ – ακόμη και μετά τις άνευ προηγουμένου ταραχές στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021.
Στην πραγματικότητα, το μέσο ποσοστό αποδοχής του, που έχει κατρακυλήσει στο 35% στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση του CNN, σημαίνει ότι τώρα φλερτάρει με τα ιστορικά χαμηλά ποσοστά του Τζορτζ Μπους του νεότερου.
Ο Μπους Τζούνιορ είναι ο μόνος πρόεδρος από την εποχή του Τζίμι Κάρτερ που πέρασε ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα γύρω στο 35% ή και χαμηλότερα.
Ολα αυτά θέτουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε κίνδυνο ”ραπίσματος” από τους ψηφοφόρους στις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές οι οποίες θα διεξαχθούν σε 6 μήνες από τώρα.
Ανατομία μιας πτώσης
Η επιδείνωση των ποσοστών δημοφιλιάς του Τραμπ είναι σταδιακή αλλά σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια των 15 μηνών της 2ης θητείας του.
Η πρώτη φορά που είδε τη δημοτικότητά του να πέφτει ήταν με το ”καλημέρα’‘.
Ο Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του με τα καλύτερα ποσοστά αποδοχής που είχε ποτέ, με ορισμένες δημοσκοπήσεις να τον δείχνουν πάνω από 50% στα τέλη Ιανουαρίου 2025. Αλλά είχε έναν εξαιρετικά σύντομο μήνα του μέλιτος, χάνοντας γρήγορα αρκετές μονάδες.
Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ακριβώς τι προκάλεσε αυτή τη γρήγορη πτώση. Οι πρώτες μέρες επιστροφής του Τραμπ στην εξουσία περιλάμβανε μια πληθώρα μονομερών ενεργειών.
Δύο πιθανές αιτίες ήταν η εξαιρετικά αντιδημοφιλής χάρη που έδωσε σε σχεδόν όλους τους κατηγορούμενους της 6ης Ιανουαρίου, ακόμη και σε εκείνους που επιτέθηκαν σε αστυνομικούς, και οι τυχαίες περικοπές του Υπουργείου Αποδοτικότητας της Κυβέρνησης (DOGE) σε κυβερνητικούς υπαλλήλους και υπηρεσίες με επικεφαλής τον εξαιρετικά αμφιλεγόμενο Έλον Μασκ.
Η επόμενη μεγάλη καμπή ήρθε στις αρχές Απριλίου, όταν ο Τραμπ κήρυξε εμπορικό πόλεμο με όλον τον πλανήτη, επιβάλονας τεράστιους δασμούς. Η ανακοίνωσή του για την «Ημέρα Απελευθέρωσης» στις 2 Απριλίου ήταν ένα σοκ για όλη την υφήλιο – και για τους ίδιους τους Αμερικανούς, μιας και πολλοί από αυτούς τους δασμούς στο τέλος τους γύρισαν ”μπούμερανγκ”.
Και το μέσο ποσοστό αποδοχής του Τραμπ μειώθηκε από 45%, όταν ανακοινώθηκαν οι δασμοί, σε 41% ένα μήνα αργότερα.
Οι επόμενοι έξι μήνες ήταν σχετικά σταθεροί, παρά το γεγονός ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα πέρασε στο Κογκρέσο ένα πολύ αντιδημοφιλές νομοσχέδιο για την ατζέντα του Τραμπ και τον κακό χειρισμό των αρχείων του Έπσταϊν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Αλλά τα πράγματα άρχισαν να χειροτερεύουν ξανά και οι Δημοκρατικοί σημείωσαν μια σημαντική εκλογική νίκη το 2025, όταν κέρδισαν τις εκλογές για κυβερνήτες τόσο στο Νιου Τζέρσεϊ όσο και στη Βιρτζίνια με μεγάλη διαφορά.
Το επόμενο σημείο καμπής ήρθε τον περασμένο Ιανουάριο, όταν η επιθετική καταστολή της μετανάστευσης από τον Τραμπ κορυφώθηκε με τη δολοφονία των Ρενέ Γκουντ και Άλεξ Πρέτι στη Μινεάπολη από ομοσπονδιακούς πράκτορες. Η κυβέρνηση γρήγορα υπαινίχθηκε ότι ο Γκουντ και ο Πρέτι ήταν… εγχώριοι τρομοκράτες. Αλλά οι Αμερικανοί πολίτες φάνηκαν να διαφωνούν συντριπτικά.
Η δημοτικότητα του Τραμπ δεν μειώθηκε πολύ, αλλά αυτό φαίνεται τουλάχιστον εν μέρει να οφείλεται στο πώς η κυβέρνησή του ξαφνικά υποχώρησε από τις πιο επιθετικές τακτικές της και άλλαξε τακτική.
Ολα αυτά μας φέρνουν στο σήμερα, με το μεγαλύτερο ζήτημα όλων μέχρι στιγμής: τον πόλεμο στο Ιράν, τον οποίο στην πιο πρόσφατη χρονικά δημοσκόπηση οι Αμερικανοί χαρακτήρισαν «λάθος» σε ποσοστό 61%.
Και πάλι, τα ποσοστά του Τραμπ δεν έχουν καταρρεύσει ακριβώς. Έχει μειωθεί από τον μέσο όρο του 38%, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στα τέλη Φεβρουαρίου, σε 35% σήμερα.
Αλλά ο πόλεμος έχει προκαλέσει μεγάλο πλήγμα στον Τραμπ – κάνοντας τους ανθρώπους που τον είχαν στηρίξει αποφασιστικά για χρόνια να αλλάξουν στάση.
Το 64% των ανθρώπων που τον αποδοκιμάζουν τώρα στην δημοσκόπηση του CNN, είναι υψηλότερο από σχεδόν οποιαδήποτε μεμονωμένη δημοσκόπηση από την πρώτη του θητεία.
Γιατί έγινε τόσο αντιδημοφιλής
Πέρα από αυτές τις βασικές επιμέρους συγκυρίες, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι παράγοντες που ”βουλιάζουν” τον Τραμπ.
Το ένα είναι η αλαζονεία. Ο Τραμπ κυβερνάει σαν κάποιος που πραγματικά πιστεύει ότι είχε την συντριπτική εντολή του αμερικανικού λαού, αντί για κάποιον που απλώς κέρδισε την πλειονότητα των ψήφων.
Έχει κάνει ένα σωρό πράγματα που είναι αντιδημοφιλή, και συχνά προβλέψιμα. Έχει υιοθετήσει προβληματικές πολιτικές – όπως η αύξηση των απελάσεων – και έχει ακολουθήσει κατευθύνσεις που οι Αμερικανοί συχνά θεωρούσαν ότι πάνε «υπερβολικά μακριά», όπως η καταστολή στη Μινεάπολη. Και – ίσως το πιο σημαντικό – έχει αναλάβει στα χέρια του σχεδόν τα πάντα, ενεργώντας μονομερώς.
Η οικονομία είναι σαφώς ασταθής και οι τιμές ήταν πεισματικά υψηλές, για παράδειγμα, αλλά ο Τραμπ αποφάσισε να ταρακουνήσει τα νερά με τους παγκόσμιους δασμούς και τώρα με τον πόλεμο στο Ιράν, πράγματα που οι Αμερικανοί μπορούν πλέον να συνδέσουν άμεσα με τη μακροχρόνια οικονομική τους δυσαρέσκεια.
Η δεύτερη βασική δυναμική είναι ότι ο Τραμπ βάζει ”αυτογκόλ” στο πιο σημαντικό ζήτημα: το κόστος ζωής.
Οι δασμοί πλήγωσαν, αλλά ο πόλεμος στο Ιράν ήταν ένα πολύ ηχηρό χτύπημα. Η εκτόξευση των τιμών της βενζίνης σε πάνω από 4 δολάρια ανά γαλόνι έχει καταρρακώσει το ποσοστό αποδοχής του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις του CNN στο ιστορικό χαμηλό του 31%.
Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 70% ή και περισσότερο τον αποδοκιμάζει σε αυτό το θέμα.
Ένα τρίτο ζήτημα είναι οι λάθος προτεραιότητες. Δεν είναι μόνο ότι οι Αμερικανοί εκνευρίζονται για το κόστος ζωής. Είναι ότι πιστεύουν ότι ο Τραμπ έχει παραμελήσει αυτό το τόσο κρίσιμο ζήτημα.
Στη δημοσκόπηση του CNN τον Μάρτιο το 65% των Αμερικανών δήλωσε ότι ο Τραμπ «δεν έχει κάνει αρκετά» για να μειώσει τις τιμές, και η δημοσκόπηση του CBS News-YouGov έδειξε ότι τα 3/4 των Αμερικανών λένε ότι ο Τραμπ δεν έχει επικεντρωθεί αρκετά στη μείωση των τιμών.
Όταν ο Τραμπ μιλάει για την οικονομία, συχνά φαίνεται να βαριέται. Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ έχει επιδιώξει μια σειρά από ξένες στρατιωτικές επεμβάσεις για τις οποίες οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι οι Αμερικανοί είχαν πολύ μικρό ενδιαφέρον.
Η δημοσκόπηση του CNN του Μαρτίου έδειξε ότι το 67% των Αμερικανών λένε ότι ο Τραμπ δεν έχει δώσει αρκετή προσοχή στα σημαντικότερα προβλήματα της χώρας.
Τέλος, υπάρχει μια φθίνουσα άποψη για την ικανότητα και τα μέσα του.
Μια ως επί το πλείστον ισχυρή οικονομία κατά την πρώτη του θητεία (μέχρι την πανδημία Covid-19) σήμαινε ότι οι άνθρωποι που μπορεί να μην τον συμπαθούσαν προσωπικά, παρόλα αυτά τον έβλεπαν ως έναν καταξιωμένο επιχειρηματία που θα μπορούσε να κυβερνήσει τη χώρα.
Αυτό πλέον αμφισβητείται ευρέως. Δημοσκοπήσεις του Pew Research Center έδειξαν απότομη πτώση στην εμπιστοσύνη των Αμερικανών στην ικανότητα του Τραμπ να λαμβάνει τις σωστές αποφάσεις στην εξωτερική πολιτική. Και μια νέα έρευνα του Pew την Παρασκευή έδειξε ότι τουλάχιστον το 60% των Αμερικανών δεν έχει εμπιστοσύνη στον Τραμπ για να διαχειριστεί την εκτελεστική εξουσία, να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική δύναμη με σύνεση, να λάβει καλές αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής ή να συνεργαστεί αποτελεσματικά με το Κογκρέσο.
Οι ανησυχίες για την ψυχική οξύτητα και σταθερότητα του Τραμπ έχουν επίσης αυξηθεί, εν μέσω μιας σειράς λεκτικών διαφωνιών. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε μάλιστα ότι το 61% των Αμερικανών – ακόμη και το 30% των Ρεπουμπλικανών – συμφώνησαν ότι ο Τραμπ «έχει γίνει ασταθής» λόγω ηλικίας.
Κρίσιμο τεστ οι ενδιάμεσες εκλογές
Οι ενδιάμεσες εκλογές θεωρούνται γενικά ως δημοψήφισμα για τον πρόεδρο. Αυτό δεν ισχύει πάντα 100% – όπως το 2022 – αλλά γενικά, ισχύει. Όσο πιο αντιδημοφιλής είσαι, τόσο χειρότερα τείνει να τα πάει η παράταξή σου.
Μερικές από τις χειρότερες ενδιάμεσες εκλογές στη σύγχρονη ιστορία ήρθαν όταν οι πρόεδροι είχαν ποσοστά αποδοχής κάτω του 50%: ο Χάρι Τρούμαν το 1946 (το κόμμα του έχασε 55 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων ), ο Λίντον Τζόνσον το 1966 (48 έδρες), ο Ρόναλντ Ρίγκαν το 1982 (26 έδρες), ο Μπιλ Κλίντον το 1994 (54 έδρες), ο Τζορτζ Μπους το 2006 (30 έδρες), ο Μπαράκ Ομπάμα το 2010 (64 έδρες) και ο Τραμπ το 2018 (42 έδρες).
Από την άλλη πλευρά, οι πρόεδροι με ποσοστά αποδοχής περίπου 60% ή υψηλότερα έχουν σχεδόν πάντα χάσει λιγότερες από 10 έδρες ή ακόμα και κερδίσει έδαφος.
Μια μεγάλη εξαίρεση ήταν το 2022, όταν ο Τζο Μπάιντεν δεν ήταν δημοφιλής, αλλά οι ενδιάμεσες εκλογές ήταν αρκετά ισσοροπημένες. Αλλά αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε μόλις ανατρέψει την πολύκροτη υπόθεση Roe εναντίον Wade και οι Δημοκρατικοί μπόρεσαν να θέσουν υποψηφιότητα εναντίον του Τραμπ.