Τα Θαλάσσια Πάρκα ως νέα προοπτική για την αλιεία στην Ελλάδα

Διαβάζεται σε 6'
Aιγαίο (φωτογραφία αρχείου)
Aιγαίο (φωτογραφία αρχείου) (EUROKINISSI/ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ)

Ο Ιωάννης Γιώβος, υπεύθυνος Διατήρησης της Περιβαλλοντικής Οργάνωσης iSea, γράφει στο NEWS 24/7 για το στοίχημα των Θαλάσσιων Πάρκων στην Ελλάδα και την ανάγκη για ουσιαστική προστασία και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.

Η δημιουργία των νέων εθνικών θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και το Αιγαίο αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών στην Ελλάδα, και όχι μόνο. Σε μια εποχή όπου η υπεραλίευση, η κλιματική κρίση και η υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων ασκούν ασφυκτική πίεση, ενώ η διατροφική ανασφάλεια αυξάνεται και στην Ευρώπη, η ανάγκη για ουσιαστική προστασία είναι πιο επιτακτική από ποτέ.

Η φιλόδοξη, και σε ορισμένα σημεία εσπευσμένη, πρωτοβουλία του ίδιου του πρωθυπουργού, παρά τα μειονεκτήματα που όλοι αναγνωρίσαμε και επισημάναμε, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί με θετικό επιφυλακτισμό από όσους ασχολούμαστε με τη θαλάσσια προστασία. Ωστόσο, η επίσπευση της διαδικασίας και η ελλιπής διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες μάς φέρνουν, λίγο πριν από τη θέσπισή τους, αντιμέτωπους με έντονες αντιδράσεις. Σε μεγάλο βαθμό, οι τοπικές κοινωνίες απείχαν από την ανοιχτή διαβούλευση και, χωρίς να έχουν κατανοήσει πλήρως τα μέτρα, οδηγούνται σε έναν ανένδοτο αγώνα, συχνά με τη στήριξη τοπικών πολιτικών, βουλευτών και ευρωβουλευτών. Μάλιστα, στο πλαίσιο των επερχόμενων εθνικών εκλογών, τέτοιες αντιδράσεις ενδέχεται να πολλαπλασιαστούν για ίδια πολιτικά οφέλη.

Οι αλιευτικές κοινότητες βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας, καθώς βλέπουν έναν κόσμο να αλλάζει χωρίς ουσιαστική δική τους συμμετοχή, κάτι που εν μέρει οφείλεται και στην ελλιπή εκπροσώπησή τους στα όργανα λήψης αποφάσεων. Φοβούνται περιορισμούς που θα πλήξουν το ήδη εύθραυστο εισόδημά τους και αντιμετωπίζουν τα πάρκα ως μία ακόμη «απαγόρευση» που επιβάλλεται «από τα πάνω», χωρίς επαρκή διάλογο.

Οι αντιδράσεις αυτές δεν είναι αδικαιολόγητες. Για πολλούς ψαράδες, η θάλασσα δεν αποτελεί απλώς φυσικό πόρο, αλλά τρόπο ζωής. Όταν η πολιτεία μιλά για περιορισμούς χωρίς να διασφαλίζει εναλλακτικές λύσεις ή στήριξη, η δυσπιστία είναι αναμενόμενη.

Η μεγάλη εικόνα: γιατί τα θαλάσσια πάρκα αποτελούν ευκαιρία

Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει κάτι που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση: όταν τα θαλάσσια πάρκα λειτουργούν σωστά, δεν καταστρέφουν την αλιεία αλλά την ενισχύουν.

Σε περιοχές όπου εφαρμόστηκαν ουσιαστικά μέτρα προστασίας (και όχι μόνο «στα χαρτιά»), παρατηρείται:

  • ανάκαμψη των ιχθυαποθεμάτων
  • αύξηση του μεγέθους και του αριθμού των ψαριών 
  • το λεγόμενο spillover effect, δηλαδή η μετακίνηση ψαριών εκτός προστατευόμενων ζωνών προς περιοχές αλιείας

Αφήνεις τη φύση να ανασάνει και στη συνέχεια σου επιστρέφει περισσότερα. Χαρακτηριστικό, για να μην πάμε μακριά, είναι το παράδειγμα της Γυάρου στην Ελλάδα, όπου εντός της προστατευόμενης περιοχής παρατηρήθηκε αύξηση τόσο της βιοποικιλότητας όσο και της βιομάζας άνω του 40% μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια.

Για τους ίδιους τους ψαράδες, αυτό μπορεί να σημαίνει:

  • πιο σταθερό εισόδημα στο μέλλον
  • λιγότερη πίεση για υπεραλίευση
  • δυνατότητα συμμετοχής σε εναλλακτικές δραστηριότητες, όπως ο αλιευτικός τουρισμός

Είναι σημαντικό, σε αυτό το σημείο, να αποσαφηνιστεί τι εννοούμε με τον όρο «αλιευτικός τουρισμός», καθώς στη χώρα μας φαίνεται να υπάρχουν παρερμηνείες. Στην ουσία, πρόκειται για μια πιο ήπια μορφή αλιευτικής δραστηριότητας, με οικοτουριστικά χαρακτηριστικά, και όχι για τη συνέχιση της αλιείας υπό τις ίδιες συνθήκες (π.χ. μεγάλος αριθμός διχτυών, αλίευση προστατευόμενων ή απειλούμενων ειδών κ.ά.). Οι επαγγελματίες του αλιευτικού τουρισμού θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τα πάρκα, καθώς αυτά ενισχύουν την ποιότητα και την ελκυστικότητα του προσφερόμενου προϊόντος.

Το κρίσιμο ερώτημα: θα υπάρξει ουσιαστική προστασία;

Εδώ εντοπίζεται και το πιο ευαίσθητο σημείο. Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα εκτεταμένο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 (176 θαλάσσιες ή μερικώς θαλάσσιες περιοχές) από το 2017. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις η προστασία παραμένει θεωρητική: έλλειψη ελέγχων, ασαφείς κανόνες, περιορισμένη εφαρμογή και, το σημαντικότερο, απουσία Σχεδίων Δράσης με σαφείς και μετρήσιμους στόχους.

Η Ελλάδα καταδικάστηκε τον Δεκέμβριο του 2020 από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ, καθώς δεν καθόρισε εγκαίρως (έως το 2012) τα αναγκαία μέτρα και τους στόχους διατήρησης στο δίκτυο Natura 2000. Παρότι σήμερα οι περισσότερες Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες έχουν τεθεί σε διαβούλευση, μόλις εννέα από τις συνολικά 23 έχουν εγκριθεί.

Έτσι, οι καλές προθέσεις κινδυνεύουν να μετατραπούν σε κενό γράμμα. Αν τα νέα θαλάσσια πάρκα ακολουθήσουν την ίδια πορεία, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποτύχουν τόσο στην προστασία της βιοποικιλότητας όσο και στην ενίσχυση της αλιείας, εντείνοντας ακόμη περισσότερο τη δυσπιστία των τοπικών κοινωνιών. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρόκειται για μια ακόμη χαμένη εθνική ευκαιρία.

Τι χρειάζεται για να πετύχουν

Για να αποτελέσουν πραγματική «ανάσα» για τη θάλασσα και την αλιεία, τα θαλάσσια πάρκα πρέπει να συνοδεύονται από:

  • σαφείς και αυστηρούς κανόνες προστασίας
  • συστηματικούς ελέγχους και αποτελεσματική επιτήρηση
  • ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών
  • οικονομική στήριξη για τη μετάβαση των αλιέων (όχι αποσπασματικές επιδοτήσεις π.χ. λαγοκέφαλοι, δελφίνια κτλ, αλλά μέτρα που αναβαθμίζουν την αλιεία και ανοίγουν νέους ορίζοντες π.χ. στην εμπορία και τη μεταποίηση)
  • επιστημονική παρακολούθηση και διαφάνεια

Χωρίς αυτά, ο όρος «προστατευόμενη περιοχή» κινδυνεύει να χάσει το νόημά του.

Τα θαλάσσια πάρκα δεν αποτελούν απλώς ένα περιβαλλοντικό μέτρο. Είναι ένα στοίχημα: μπορεί η Ελλάδα να περάσει από τη λογική της εξάντλησης των πόρων σε εκείνη της βιωσιμότητας;

Η απάντηση δεν θα δοθεί στις ανακοινώσεις, αλλά στην εφαρμογή. Αν υλοποιηθούν σωστά, τα πάρκα μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο για τη Μεσόγειο και να προσφέρουν νέα προοπτική τόσο στη φύση όσο και στους ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτήν. Τότε η Ελλάδα θα μπορέσει να αναδειχθεί σε ουσιαστικό πρωτοπόρο της πρωτοβουλίας 30×30 (προστασία του 30% των εθνικών υδάτων έως το 2030) και όχι σε ένα απλό επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Σε αντίθετη περίπτωση, θα προστεθούν σε μια μακρά λίστα καλών ιδεών που έμειναν στα χαρτιά, ή, ακόμη χειρότερα, σε ένα αποτυχημένο παγκόσμιο παράδειγμα.

Ο Ιωάννης Γιώβος είναι υπεύθυνος Διατήρησης, Περιβαλλοντική Οργάνωση iSea και Διδάκτορας Πανεπιστημίου Πατρών σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Πάντοβας

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα