Η “γκάφα” Τραμπ για την οικονομική κατάσταση των Αμερικανών καθρεφτίζει το αδιέξοδό του στο Ιράν
Διαβάζεται σε 6'
Η νέα “γκάφα του Αμερικανού προέδρου, όταν έιπε πως αδιαφορεί για την οικονομική κατάσταση των Αμερικανών, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης και εντείνει τη δυσαρέσκεια των πολιτών
- 15 Μαΐου 2026 22:22
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει κυβερνήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του σαν άνθρωπος που ασκεί απεριόριστη εξουσία. Αυτό συχνά του δημιουργεί προβλήματα αργότερα, όταν η προσέγγισή του συγκρούεται μετωπικά με την πραγματικότητα.
Η γκάφα του αυτή την εβδομάδα, όταν δήλωσε ότι δεν λαμβάνει υπόψη τα οικονομικά των Αμερικανών ενώ προσπαθεί να επιλύσει τον πόλεμο με το Ιράν, αποτυπώνει χαρακτηριστικά το πρόβλημα, όπως τονίζει το CNN.
Όταν ρωτήθηκε την Τρίτη σε ποιο βαθμό οι οικονομικές ανησυχίες των Αμερικανών επηρεάζουν την προσπάθειά του για μια ειρηνευτική συμφωνία, ο Τραμπ απάντησε: «Ούτε στο ελάχιστο».
«Το μόνο που έχει σημασία όταν μιλάω για το Ιράν είναι ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν πυρηνικό όπλο», είπε ο Τραμπ. «Δεν σκέφτομαι την οικονομική κατάσταση των Αμερικανών. Δεν σκέφτομαι κανέναν. Σκέφτομαι μόνο ένα πράγμα: Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Αυτό είναι όλο».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ προχωρά σε υποτιμητικά σχόλια για την οικονομική δυσχέρεια των απλών Αμερικανών. Όμως αυτή τη φορά έδωσε την εντύπωση ότι απλώς δεν τον ενδιαφέρει — σαν να μην περνά καν από το μυαλό του.
Κάτι τέτοιο κινδυνεύει να ακουστεί ιδιαίτερα εκτός πραγματικότητας, δεδομένων των κακών επιδόσεων του προέδρου στην οικονομία και της ήδη διαδεδομένης αντίληψης ότι παραμελεί το συγκεκριμένο ζήτημα.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Ρεπουμπλικάνοι έσπευσαν να δικαιολογήσουν τις δηλώσεις του Τραμπ.
Ενώ ο απερχόμενος γερουσιαστής Τομ Τίλις από τη Βόρεια Καρολίνα δήλωσε στο CNN ότι τα σχόλια του Τραμπ ήταν «ανησυχητικά», άλλοι επιχείρησαν να τα υποβαθμίσουν.
Ο γερουσιαστής Τζον Κόρνιν από το Τέξας δήλωσε στο CNN ότι επρόκειτο «απλώς για μια αυθόρμητη ατάκα». Η γερουσιαστής Σίνθια Λούμις από το Ουαϊόμινγκ αρνήθηκε να σχολιάσει σε ρεπόρτερ του MeidasTouch, «κυρίως επειδή πιστεύω ότι στην πραγματικότητα νοιάζεται».
Άλλοι, όπως ο πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον και ο βουλευτής Τρόι Νελς από το Τέξας, κατέφυγαν στο επιχείρημα ότι το «πλαίσιο» της δήλωσης του Τραμπ ίσως να μην ήταν τόσο αρνητικό. Ο Νελς κάλεσε επίσης τον κόσμο να «χαλαρώσει».
Και έπειτα ήταν ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. Την Τετάρτη υποστήριξε ότι οι δηλώσεις του Τραμπ είχαν παρερμηνευθεί. Ωστόσο, υιοθέτησε έναν πολύ πιο συμφιλιωτικό και συμπονετικό τόνο για την οικονομία απ’ ό,τι ο Τραμπ.
Είπε δύο φορές ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για τα οικονομικά των Αμερικανών. Διαβεβαίωσε τρεις φορές ότι η προσοχή της είναι στραμμένη στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αναγνώρισε επίσης ότι «έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε» για να διασφαλιστεί η ευημερία και παραδέχθηκε ότι «τα στοιχεία για τον πληθωρισμό τον περασμένο μήνα δεν ήταν καλά».
Ήταν το είδος της μετρημένης και πιο σύνθετης απάντησης που πολλοί στο πολιτικό επιτελείο του Τραμπ πιθανότατα θα ήθελαν να είχε δώσει ο ίδιος ο πρόεδρος.
Όμως, φυσικά, αυτός είναι ο Τραμπ.
Υπάρχει μια εύλογη εξήγηση για την απαξιωτική στάση του απέναντι στις οικονομικές συνέπειες του πολέμου: ότι απλώς θα προτιμούσε να προσποιείται πως δεν υπάρχουν.
Οι οικονομικές επιπτώσεις είναι, άλλωστε, ο βασικός περιοριστικός παράγοντας στην προσπάθειά του να επιμείνει σε μια ειρηνευτική συμφωνία με το Ιράν που θα ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του. Η άνοδος των τιμών των καυσίμων, ειδικά, αποτελεί το κύριο κόστος του πολέμου που βιώνουν οι Αμερικανοί, ιδίως καθώς η στρατιωτική στρατηγική των ΗΠΑ έχει κρατήσει χαμηλό τον αριθμό των απωλειών από αμερικανικής πλευράς.
Και, το σημαντικότερο, αυτές οι εσωτερικές επιπτώσεις είναι κάτι για το οποίο ο αντίπαλός του, η ιρανική κυβέρνηση, δεν χρειάζεται να ανησυχεί στον ίδιο βαθμό. Παρότι ο πόλεμος και ο αμερικανικός αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ προκαλούν αναμφίβολα μεγαλύτερη ζημιά στην οικονομία του Ιράν απ’ ό,τι σε εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών, το καθεστώς της Τεχεράνης απλώς δεν ανταποκρίνεται με τον ίδιο τρόπο στις διαμαρτυρίες των πολιτών του.
Αυτό, όπως και πολλές άλλες πτυχές αυτής της σύγκρουσης, δημιουργεί ένα είδος ασύμμετρου πολέμου, όπου η αντίπαλη πλευρά διαθέτει εκ των πραγμάτων πολύ μεγαλύτερη αντοχή στον πόνο — και, εξαιτίας αυτού, μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.
Υπάρχει μάλιστα και ένα βάσιμο επιχείρημα ότι αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα που θα έπρεπε να εκπέμπει ο Τραμπ προς το Ιράν. Λέγοντας ότι δεν λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό πόνο των Αμερικανών, δείχνει ότι δεν βιάζεται υπερβολικά να καταλήξει σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. Με λίγα λόγια, ότι είναι διατεθειμένος να επιμείνει μέχρι να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του.
(Βέβαια, υπάρχουν ήδη αμέτρητες άλλες ενδείξεις που δείχνουν ότι ο Τραμπ στην πραγματικότητα επιθυμεί έντονα μια συμφωνία που θα οδηγήσει στη λήξη του πολέμου.)
Όμως, μιλώντας απαξιωτικά για τα οικονομικά των Αμερικανών, ο Τραμπ ενδέχεται στην πραγματικότητα να υπονομεύει τη διαπραγματευτική του θέση.
Ο πόλεμος είναι ήδη αντιδημοφιλής και το ποσοστό αποδοχής του Τραμπ στην οικονομία συνεχίζει να υποχωρεί. Στον βαθμό που η απαξιωτική του στάση επιδεινώνει και τα δύο αυτά δεδομένα, θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση προς τον Αμερικανό πρόεδρο να απεμπλακεί από τον πόλεμο. Για να μην αναφέρουμε ότι, αν ο πόλεμος παραταθεί πέρα από τις ενδιάμεσες εκλογές και οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα λιγότερο συνεργάσιμο Κογκρέσο.
Και υπάρχουν λόγοι να πιστεύει κανείς ότι οι δηλώσεις του μπορεί να κοστίσουν πολιτικά στους Ρεπουμπλικάνους τον Νοέμβριο. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Αμερικανοί, σε γενικές γραμμές, δεν βλέπουν τον σκοπό του πολέμου ούτε θεωρούν ότι αξίζει το οικονομικό του κόστος. Άλλη έρευνα δείχνει ότι τα τρία τέταρτα των πολιτών πιστεύουν πως ο Τραμπ δεν έχει δώσει επαρκή προσοχή στο κόστος ζωής των Αμερικανών.
Και κανένα ζήτημα δεν δεσπόζει περισσότερο σε αυτές τις εκλογές — αλλά και στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις — όσο η οικονομία.
Υπήρχε, πάντως, ένας εύκολος τρόπος για τον Τραμπ να το αποτρέψει αυτό: να προετοιμάσει εγκαίρως το έδαφος για τον πόλεμο. Να παρουσιάσει σαφείς και συνεκτικούς στόχους και να διασφαλίσει ότι ο αμερικανικός λαός θα είχε πειστεί και θα ήταν έτοιμος να υποστεί προσωπικές θυσίες για το ευρύτερο καλό.
Όμως ο Τραμπ δεν επιχείρησε καν να οικοδομήσει αυτό το επιχείρημα.
Αντίθετα, ξεκίνησε τον πόλεμο αιφνιδιαστικά και στη συνέχεια πέρασε εβδομάδες αναζητώντας εκ των υστέρων δικαιολογίες για όσα είχε μόλις κάνει.
Ήταν σχεδόν σαν να θεωρούσε ότι δεν χρειαζόταν καν να εξηγήσει τις πράξεις του στον αμερικανικό λαό και να καταβάλει προσπάθεια για να εξασφαλίσει στήριξη — σαν να επρόκειτο για μια περιττή ενόχληση.
Αυτή η νοοτροπία υπήρχε από την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του και από την ημέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος με το Ιράν, και εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Και συνεχίζει να μην προσφέρει καμία πολιτική βοήθεια ούτε στον ίδιο ούτε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.