Τι αναφέρουν οι επιστολές της Κοβέσι στον Φλωρίδη
Διαβάζεται σε 7'
Στη δημοσιότητα οι δύο επιστολές της Λάουρα Κοβέσι στον Γιώργο Φλωρίδη. Η πρώτη εστάλη στις 24 Απριλίου μετά την επίσκεψή της στην Αθήνα και η δεύτερη στις 19 Μαΐου.
- 20 Μαΐου 2026 19:59
Το φως της δημοσιότητας βλέπουν οι δύο επιστολές που απέστειλε η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη.
Η πρώτη επιστολή, ημερομηνίας 24 Απριλίου 2026, εστάλη μετά την επίσκεψη της κ. Κοβέσι στην Αθήνα και τη συνάντησή της με τον υπουργό, κατά την οποία συμφώνησαν να εξετάσουν τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO – European Public Prosecutor’s Office) για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των ενεργειών της Εισαγγελίας της Ε.Ε. στην Ελλάδα.
Η δεύτερη επιστολή εστάλη χθες, 19 Μαΐου, έπειτα από αιφνιδιαστική ενημέρωση της Εισαγγελίας για την προτεινόμενη τροπολογία που αφορά την «επιτάχυνση» εκδίκασης ποινικών υποθέσεων βουλευτών.
Σύμφωνα με την Κοβέσι, η τροπολογία επιχειρούσε να αποκλείσει τους εντεταλμένους Ευρωπαίους εισαγγελείς από τις σχετικές έρευνες. Τελικά, μετά από δημοσιεύματα και αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, το υπουργείο Δικαιοσύνης προχώρησε σε τροποποίηση, με σκοπό –όπως τόνισε ο κ. Φλωρίδης– να μην υπάρξει καμία αμφιβολία ότι οι ανακριτικές αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παραμένουν αμετάβλητες.
Η επιστολή της 24ης Απριλίου
Στην πρώτη της επιστολή στον κ. Φλωρίδη, σύμφωνα με την Καθημερινή που δημοσίευσε το περιεχόμενό της, η κ. Κοβέσι υπογραμμίζει τη διαφοροποίηση που υπάρχει μεταξύ των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων που ενεργούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικού επιπέδου δικαιοδοσίας.
Ακόμη, «η ελληνική νομοθεσία θεσπίζει διαφοροποίηση μεταξύ των θέσεων των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, περιορίζοντας τις εξουσίες τους να παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων που δικάζουν σε πρώτο βαθμό, των δικαστηρίων που δικάζουν κατ’ έφεση και του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη θέση που κατείχαν στο εθνικό σύστημα πριν από τον διορισμό τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία». Ακόμη, υπάρχει η απαίτηση, στην περίπτωση ερευνών που αφορούν κακουργήματα, να συμμετέχουν δύο εντεταλμένοι εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένας «σε πρώτο βαθμό» και ένας δεύτερος «Εφετών».
Η κ. Κοβέσι, επισημαίνει ότι «ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προβλέπει διαφοροποίηση μεταξύ των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων όσον αφορά τον προηγούμενο βαθμό ή τη λειτουργική τους θέση στα αντίστοιχα δικαστικά σώματα πριν από τον διορισμό τους ή κατά τη διάρκεια της θητείας τους», αλλά προϋποθέτει ότι όλοι -άνευ εξαίρεσης- «είναι σε θέση να ασκούν τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από την αρχή έως το τέλος της ποινικής διαδικασίας».
Σημειώνει επίσης ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι εγγενώς ασυμβίβαστες με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ τονίζει ότι η ρύθμιση των δικαιοδοτικών εξουσιών των Ευρωπαίων εντετατελμένων εισαγγελέων δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του εθνικού νομοθέτη.
Ακόμη, εστίασε την προσοχή και σε άλλα νομοθετικά ζητήματα, η επίλυση των οποίων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Ρόλος του ανακριτή
Σε διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν κακουργήματα, ορισμένες βασικές πράξεις διερεύνησης εξακολουθούν να ανατίθενται αποκλειστικά σε ανακριτή, π.χ. η ανάκριση του κατηγορουμένου διεξάγεται από ανακριτή, ο οποίος αποφασίζει επίσης για τα περιοριστικά μέτρα ή την προσωρινή κράτηση, που θα επιβληθούν. Επιπλέον, ο ανακριτής μπορεί να επαναλάβει ή να διεξαγάγει νέες έρευνες, αλλά μόνο με τη συγκατάθεση του/της Ευρωπαίου/-ας εντεταλμένου/-ης εισαγγελέα.
Σύμφωνα με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι εξουσίες διερεύνησης και δίωξης των ποινικών αδικημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ασκούνται από την ίδια την Εισαγγελία και από τους εντεταλμένους εισαγγελείς της. Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι κάθε διάταξη εθνικού δικαίου που επιτρέπει στις εθνικές αρχές, εισαγγελικές ή δικαστικές, όπως στην περίπτωση του ανακριτή, να παρεμβαίνουν στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων παραβαίνει τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ανεξάρτητα από τον ρόλο των ανακριτών στις εθνικές διαδικασίες, η ελληνική νομοθεσία θα πρέπει να προβλέπει ρητά εξαίρεση από τον εν λόγω ρόλο όταν η έρευνα διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τέτοια ειδικά καθεστώτα έχουν θεσπιστεί από άλλα κράτη-μέλη που διαθέτουν παρόμοιες δικαστικές αρχές, όπως ο ανακριτής, μεταξύ των οποίων η Ισπανία και η Γαλλία. Αυτό, φυσικά, δεν θίγει την αρμοδιότητα των δικαστών ή των δικαστηρίων να ελέγχουν τη νομιμότητα των ερευνητικών μέτρων που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μέτρα περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας.
Αρχειοθέτηση της υπόθεσης
Σύμφωνα με τον Ελληνικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικά με τις διαδικασίες αρχειοθέτησης, οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς πρέπει να παραπέμπουν την υπόθεση στον εισαγγελέα εφετών, προκειμένου να λάβουν έγκριση για την αρχειοθέτησή της λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, διάταξη που συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και πρέπει να καταργηθεί.
Άρθρο 86
Η κ. Κοβέσι επαναλαμβάνει την πάγια απαίτηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το άρθρο 86 του Συντάγματος, που ορίζει πως μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να κινήσει έρευνα κατά εν ενεργεία και πρώην μελών της ελληνικής κυβέρνησης για ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
«Η εν λόγω διάταξη περιορίζει σημαντικά τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ε.Ε., δεδομένου ότι ούτε η οδηγία για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. ούτε ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβλέπουν εξαιρέσεις για διάφορες κατηγορίες προσώπων ή ειδική προνομιακή μεταχείριση».
Η επιστολή της 19ης Μαΐου
Στην επιστολή που απέστειλε χθες η κ. Κοβέσι, εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά της και ανησυχία της για τη διάταξη που κατατέθηκε τη Δευτέρα το βράδυ και ψηφίστηκε χθες (μετά από αλλαγές) και όριζε ότι η κύρια έρευνα θα διεξάγεται από ειδικό ανακριτή του Εφετείου εντός τεσσάρων μηνών, κατά παρέκκλιση από οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη.
«Η προτεινόμενη διάταξη είναι σαφώς ασυμβίβαστη με τον κανονισμό για την EPPO, δεδομένου ότι δεν εξαιρεί από την εφαρμογή του τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. Κατά την άποψή μας, η διάταξη είναι επίσης ασυμβίβαστη με τον ελληνικό νόμο 4786/2021, ο οποίος προβλέπει ότι οι Ευρωπαίοι Εξουσιοδοτημένοι Εισαγγελείς ασκούν όλες τις ανακριτικές εξουσίες ενός ανακριτή, με εξαίρεση τη διεξαγωγή της εξέτασης του κατηγορουμένου και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα/την προσωρινή κράτηση».
Αναφέρεται μάλιστα στην επιστολή της 24ης Απριλίου 2026, στην οποία επισήμαινε ότι το γεγονός ότι ορισμένες βασικές πράξεις της έρευνας εξακολουθούν να ανήκουν στον ανακριτή συνιστά παραβίαση των προνομίων της EPPO βάσει των Συνθηκών της Ε.Ε.
«Φαίνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη προχωρά ακόμη περισσότερο, αγνοώντας πλήρως τις εξουσίες της EPPO και των εξουσιοδοτημένων εισαγγελέων της, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί βάσει του δικαίου της Ε.Ε., δεδομένου ότι αναθέτει την κύρια έρευνα για κακουργήματα που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου σε εθνικό ανακριτή. Αυτό δημιουργεί επιπλέον διαφοροποίηση στη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων που ερευνώνται για αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO, κάτι που δεν επιτρέπεται βάσει του εφαρμοστέου δικαίου της Ενωσης.»
Εκφράζει ακόμη την ανησυχία της για το γεγονός ότι η διάταξη θεσπίζει πολύ αυστηρή προθεσμία για την ολοκλήρωση της έρευνας για κακουργήματα, που θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα αποτελεσματικής διερεύνησης των αδικημάτων σε υποθέσεις που είναι συχνά πολύπλοκες.
«Αυτές οι τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας, εάν υιοθετηθούν στην παρούσα μορφή τους, θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του προϋπολογισμού της Ενωσης στην Ελλάδα και δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες από την άποψη του σεβασμού του κράτους δικαίου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η κ. Κοβέσι εκφράζει ακόμη τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η διαδικασία έγκρισης για ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα υποβάλλεται λίγες ώρες πριν από την ψήφισή του, «αποκλείοντας κάθε πιθανότητα σοβαρής συζήτησης επί του θέματος, εισάγοντας ένα στοιχείο επείγοντος χαρακτήρα το οποίο, κατά την άποψή μας, είναι εντελώς αδικαιολόγητο».