Η εκεχειρία διχάζει τη Ρωσία – Η αινιγματική θέση του Πούτιν
Διαβάζεται σε 9'
Το δίλημμα της εκεχειρίας με την Ουκρανία και το ρήγμα στο ρωσικό πολιτικό κατεστημένο ανάμεσα σε φιλοδυτικούς τεχνοκράτες και φιλοπόλεμους συντηρητικούς.
- 06 Ιουνίου 2026 14:51
Τον Μάιο ο Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις ότι ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας “οδεύει προς την ολοκλήρωσή του” και “φτάνει στο τέλος του”.
Ακολούθησαν εικασίες. Ήταν πράγματι έτοιμος ο Ρώσος πρόεδρος να τερματίσει την εισβολή, με τα ρωσικά στρατεύματα να έχουν βαλτώσει στις γραμμές του μετώπου και την οικονομία να επιβαρύνεται από τον πόλεμο; Ή μήπως σχεδίαζε να συνεχίσει να πιέζει προς την επίτευξη των στόχων του στην Ουκρανία, πιστεύοντας ότι η νίκη είναι κοντά;
Οι δηλώσεις του Πούτιν άφησαν την πολιτική και επιχειρηματική ελίτ της Ρωσίας να προσπαθεί με αγωνία να μαντέψει τις προθέσεις του ενώ παράλληλα αποτέλεσαν και κύριο θέμα συζήτησης στο ετήσιο οικονομικό συνέδριο στην Αγία Πετρούπολη αυτή την εβδομάδα.
Ορισμένοι, σύμφωνα με ρεπορτάζ των ΝΥΤ, μίλησαν για μια πιθανή “τελική έκβαση” (endgame), καθώς αξιωματούχοι κοντά στον Ρώσο πρόεδρο εμφανίστηκαν στα κρατικά μέσα ενημέρωσης τις τελευταίες ημέρες, παρουσιάζοντας την τρέχουσα θέση της Ρωσίας στον πόλεμο ως “νίκη”, προετοιμάζοντας ενδεχομένως το έδαφος για μια διέξοδο από τον πόλεμο.
Στο περιθώριο του φόρουμ διατυπώθηκε η άποψη ότι η Ρωσία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.
Αν ο πόλεμος παραταθεί και κλιμακωθεί θα χρειαστούν ακόμα περισσότερες θυσίες από την ελίτ και από την κοινωνία στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένων πιθανών εντονότερων οικονομικών πιέσεων και μιας αντιδημοφιλούς στρατιωτικής επιστράτευσης, που θα επηρεάσει βαθύτερα τον ρωσικό πληθυσμό.
Οι Ουκρανοί αξιωματούχοι έχουν μιλήσει με παρόμοιους όρους, αναφέροντας ότι ο πρωταρχικός τους στόχος είναι να αναγκάσουν το Κρεμλίνο να λάβει μια πολιτική απόφαση είτε να διαπραγματευτεί είτε να προχωρήσει σε περαιτέρω επιστράτευση, με την ελπίδα ότι θα επέλεγε τη διαπραγμάτευση.
Τέτοιες συζητήσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας αντανακλούν ένα αυξανόμενο σχίσμα στους κόλπους του ρωσικού πολιτικού κατεστημένου, ανάμεσα στους γενικά φιλοδυτικούς τεχνοκράτες, οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν πολλά να κερδίσουν από τον τερματισμό του πολέμου, και στους συντηρητικούς σκληροπυρηνικούς, οι οποίοι επιθυμούν να συνεχίσει η χώρα τον πόλεμο.
Γενικά, εκτός από τα δύο τελευταία αινιγματικά του σχόλια σχετικά με το τέλος του πολέμου, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει δείξει ότι τάσσεται στο πλευρό των σκληροπυρηνικών.
Μιλώντας στους επικεφαλής διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων την Πέμπτη, κατά τη δεύτερη ημέρα του οικονομικού συνεδρίου, ο Ρώσος πρόεδρος έδειξε αυτοπεποίθηση, δηλώνοντας:
«Τα ρωσικά στρατεύματα προελαύνουν σε ολόκληρη τη γραμμή επαφής».
Αυτός ο ισχυρισμός ερχόταν σε αντίθεση με την πραγματικότητα. Τον περασμένο μήνα, για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από δύο χρόνια, η Ρωσία δεν κατάφερε να σημειώσει καμία ουσιαστική πρόοδο κατά μήκος του μετώπου. Ορισμένοι Ρώσοι φιλοπόλεμοι μπλόγκερ χαρακτήρισαν την εκτίμηση του Πούτιν “πλασματική” και αναρωτήθηκαν αν πίστευε πραγματικά αυτά που έλεγε.
Ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε επίσης ότι εναπόκειται στην Ουκρανία να συμμορφωθεί με τις συμφωνίες που, όπως είπε, είχε κάνει με τον Τραμπ το περασμένο καλοκαίρι κατά τη διάρκεια μιας συνόδου κορυφής στην Αλάσκα. Αυτές πιστεύεται ότι περιλαμβάνουν την αποχώρηση της Ουκρανίας από την ανατολική περιοχή του Ντονμπάς, μια ιδέα που το Κίεβο έχει απορρίψει.
Την Παρασκευή, ο Πούτιν δήλωσε ότι μια ανοιχτή επιστολή του Προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, η οποία πρότεινε κατάπαυση του πυρός και απευθείας διαπραγματεύσεις, δεν αποτελούσε σοβαρή προσπάθεια για ειρήνη. Αντίθετα, είπε ότι το μήνυμα του Ζελένσκι, το οποίο ειρωνευόταν τον Ρώσο ομόλογό του σε προσωπικό επίπεδο, «δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου είναι απολύτως αδύνατο να πραγματοποιηθούν προσωπικές συναντήσεις».
Συνολικά, οι δηλώσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν φάνηκε να δείχνουν ότι οι πραγματικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ρωσία και οι ελπίδες της ελίτ για αποκλιμάκωση του πολέμου δεν τον είχαν επηρεάσει μέχρι στιγμής.
Ένας κορυφαίος Ρώσος οικονομολόγος, ο οποίος διευθύνει ένα σημαντικό κρατικό ίδρυμα και ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του για να μιλήσει ελεύθερα, δήλωσε στους ΝΥΤ, ότι η χώρα αντιμετωπίζει δύσκολα οικονομικά ζητήματα, ανεξάρτητα από το αν ο πόλεμος συνεχιστεί ή όχι.
“Το να τερματιστεί ο πόλεμος, και οι τεράστιες κρατικές δαπάνες που τον συνοδεύουν, θα προκαλούσε οικονομική ύφεση” είπε. «Το να συνεχιστεί”, πρόσθεσε, “θα απαιτούσε την κλιμάκωση των πολεμικών προσπαθειών, και αυτό θα σήμαινε την προσφυγή σε στοιχεία κρατικού σχεδιασμού σοβιετικού τύπου, καθώς η χώρα έχει εξαντλήσει την ικανότητά της να δαπανά τεράστια ποσά για τον πόλεμο και να διατηρεί μια επίφαση κανονικής ζωής“.
Η σύγκρουση στην Ουκρανία καθορίζει την τρέχουσα και μελλοντική κατάσταση της ρωσικής οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής. Ωστόσο, στο συνέδριο ήταν ο «ελέφαντας στο δωμάτιο».
Οι επιχειρηματίες και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ήταν ως επί το πλείστον φειδωλοί στις δηλώσεις τους για τον πόλεμο, ακόμη και στο περιθώριο των συναντήσεων.
Ορισμένοι έδειξαν ανακούφιση για το γεγονός ότι η Ρωσία είχε αρχίσει να προσπαθεί να περιορίσει τις στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες είχαν τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και είχαν εκτοξεύσει τα επιτόκια στα ύψη. Όμως, το γεγονός ότι οι αυξημένες πολεμικές δαπάνες ήταν η αιτία του διογκούμενου δημοσιονομικού ελλείμματος δεν θίχτηκε ποτέ κατά τη διάρκεια των επίσημων οικονομικών συζητήσεων στο φόρουμ.
«Ένα μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα οδηγεί τελικά σε οικονομική αποσταθεροποίηση του κράτους», δήλωσε ο Άντον Γ. Σιλουάνοφ, υπουργός Οικονομικών της χώρας. «Διανύουμε επί του παρόντος αυτήν την περίοδο και, δόξα τω Θεώ, εισερχόμαστε σε ένα στάδιο όπου η ισορροπημένη ανάπτυξη είναι εφικτή».
Άλλοι ισχυρίστηκαν ότι η Μόσχα και η Ουάσιγκτον σημειώνουν πρόοδο προς τον τερματισμό του πολέμου, παρόλο που Ουκρανοί αξιωματούχοι έχουν περιγράψει την κυβέρνηση Τραμπ ως “απορροφημένη στον πόλεμο στο Ιράν”, σε βαθμό οι συνομιλίες για την εκεχειρία στην Ουκρανία έχουν ουσιαστικά παγώσει.
“Τίποτα δεν έχει βαλτώσει. Ένας ενεργός διάλογος βρίσκεται σε εξέλιξη“, δήλωσε σε συνέντευξή του ο Κίριλ Α. Ντμίτριεφ, ένας Ρώσος απεσταλμένος που χειρίζεται συχνά ανεπίσημες διαπραγματεύσεις με τον Λευκό Οίκο. “Πώς ξέρουμε ότι ο διάλογος είναι επιτυχής; Επειδή οι εχθροί αυτού του διαλόγου, οι Βρετανοί, είναι έξαλλοι που απέτυχαν να στρέψουν τις ΗΠΑ προς αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας”.
Όπως επισημαίνουν οι ΝΥΤ, ο Ζελένσκι εργάζεται για να εμπλέξει περισσότερο τους Βρετανούς, καθώς και τους Γάλλους και τους Γερμανούς, στις συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός, καθώς οι Αμερικανοί χάνουν το ενδιαφέρον τους, συμπεριλαμβανομένης μιας συνάντησης που έχει προγραμματιστεί για την Κυριακή στο Λονδίνο.
Ο κ. Ντμίτριεφ δήλωσε ότι βρισκόταν σε επαφή με τους Αμερικανούς ομολόγους του, πραγματοποιώντας αρκετές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ αυτή την εβδομάδα.
Είπε ότι ο Ουκρανός πρόεδρος γνώριζε καλά τι θα χρειαζόταν για να τερματιστεί ο πόλεμος. “Υπάρχει μια αντίληψη, την οποία εξέφρασε και ο ίδιος ο Ζελένσκι, ότι οι ΗΠΑ δήλωσαν πως θα έδιναν εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία μόνο εάν η Ουκρανία αποχωρήσει από το Ντονμπάς”, δήλωσε συγκεκριμένα.
“Πρέπει να μάθουμε πώς να ζούμε με αυτόν τον πόλεμο”
Άλλοι ομιλητές στο συνέδριο, ιδιαίτερα εκείνοι που εκπροσωπούν τις πιο επιθετικές, υπερεθνικιστικές πτέρυγες της ρωσικής πολιτικής σκηνής, δήλωσαν ότι δεν βλέπουν καμία πιθανότητα για ειρήνη με αμερικανική μεσολάβηση, προσφέροντας αντίθετα ένα όραμα αέναου πολέμου.
Ο Αντρέι Ο. Μπεζρούκοφ, πρώην Ρώσος κατάσκοπος που έζησε κρυφά στη Δύση με τη σύζυγό του για δεκαετίες, δήλωσε ότι η Ρωσία πρέπει να “αναγνωρίσει ότι τα επόμενα χρόνια, ίσως και δύο δεκαετίες, θα είναι σε πόλεμο“.
“Πρέπει να μάθουμε πώς να ζούμε με αυτόν τον πόλεμο”, ανέφερε ο κ. Μπεζρούκοφ, ο οποίος τώρα υπηρετεί ως σύμβουλος του επικεφαλής της μεγαλύτερης πετρελαϊκής εταιρείας της Ρωσίας. “Πρέπει να οικοδομήσουμε το κρατικό μας σύστημα και την οικονομία μας έτσι ώστε να εκπληρώνει όχι μόνο τον στόχο της ανάπτυξης, αλλά και τον στόχο της άμυνας”.
Ο κ. Μπεζρούκοφ μίλησε σε ένα πάνελ με τίτλο “Κύριες Απειλές που αντιμετωπίζει η Ρωσία στο δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα”. Διακόσια άτομα στριμώχτηκαν σε μια αίθουσα σχεδιασμένη για τη μισή από αυτή τη χωρητικότητα, γεγονός που αντανακλά το έντονο ενδιαφέρον για την οπτική των φιλοπόλεμων σκληροπυρηνικών.
Ο συντονιστής της συζήτησης, Κονσταντίν Β. Μαλοφέεφ, ένας υπερσυντηρητικός Ρώσος μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης, παρουσίασε την εικόνα μιας Ρωσίας που θα αποικιστεί από τη Δύση, εκτός εάν κερδίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία με κάθε κόστος, ακόμη και αν χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα.
Ο Γκεόργκι Ι. Φιλιμόνοφ, κυβερνήτης της περιοχής Βολόγκντα της Ρωσίας, δήλωσε στο πάνελ ότι ένα από τα πρωταρχικά καθήκοντα της Ρωσίας θα πρέπει να είναι η εκκαθάριση της κυβέρνησης από φιλοδυτικά στοιχεία.
Ο Αλεξάντρ Γκαλούσκα, πρώην υπουργός της κυβέρνησης, δήλωσε ότι η Ρωσία πρέπει να υιοθετήσει στοιχεία μιας διευθυνόμενης οικονομίας.
Αυτά και άλλα σκληροπυρηνικά σχόλια συνάντησαν την αντίσταση του Ιγκόρ Ι. Σουβάλοφ, πρώην πρώτου αντιπροέδρου της κυβέρνησης και νυν επικεφαλής της κρατικής τράπεζας ανάπτυξης. Μιλώντας σε μια ξεχωριστή συνεδρία, ο κ. Σουβάλοφ προειδοποίησε ότι “συντελείται μια συγκεκριμένη μετατόπιση που αμφισβητεί αυτό που αφιερώσαμε 30 χρόνια για να χτίσουμε, και πρόκειται για ένα σοβαρό ζήτημα”.
“Η τεχνολογική πρωτοπορία βασίζεται στην ελευθερία, όχι στον απόλυτο κρατικό έλεγχο”, δήλωσε ο κ. Σουβάλοφ, προειδοποιώντας ενάντια σε μια επιστροφή στον οικονομικό σχεδιασμό σοβιετικού τύπου. “Δεν πρέπει να επαναλάβουμε ένα μάθημα που έχουμε ήδη μάθει”. Στο πλαίσιο της ρωσικής πολιτικής, πρόσθεσε, “εκείνοι που θέλουν να ανοίξουν καυγά μαζί μας έχουν ξυπνήσει”.