Άρθρο αναδημοσιευμένο από τους

Οι ΗΠΑ αμερικανοποιούν το ποδόσφαιρο

Διαβάζεται σε 16'
Το κύπελλο του FIFA World Cup
Το κύπελλο του FIFA World Cup AP Photo Tony Gutierrez

Μια μαζική επένδυση δολαρίων καθιστά τις ΗΠΑ ως μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις στο άθλημα.

Στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου τον επόμενο μήνα στο Νιου Τζέρσεϊ, οι ποδοσφαιρόφιλοι από όλο τον κόσμο θα παρακολουθήσουν ένα φαντασμαγορικό σόου στο ημίχρονο, με τη συμμετοχή της Μαντόνα, της Σακίρα και του K-Pop συγκροτήματος BTS. Στην παράσταση θα εμφανιστούν επίσης χαρακτήρες από το Sesame Street και το The Muppets, σε ένα θέαμα που ο πρόεδρος της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, υποσχέθηκε ότι θα αποτελέσει μια “γιορτή του ποδοσφαίρου, της ενότητας και της κοινής ανθρωπιάς”.

Το γεμάτο αυτό πρόγραμμα έχει πυροδοτήσει φήμες ότι η FIFA ίσως χρειαστεί να παρατείνει την καθιερωμένη 15λεπτη ανάπαυλα του ημιχρόνου. Κι αυτό για να χωρέσει ένα κατεξοχήν αμερικανικό θέαμα, όμοιο του Super Bowl.

Ενώ το Μουντιάλ αναμένεται να φέρει στα γήπεδα λάμψη και υπερθέαμα αμερικανικού τύπου, ενισχύοντας τη δημοτικότητα του αθλήματος στις ΗΠΑ, το αμερικανικό χρήμα και το επιχειρηματικό δαιμόνιο κάνουν ήδη αισθητή την παρουσία τους στην Ευρώπη. Την τελευταία δεκαετία, οι αμερικανικές χρηματοδοτήσεις προσπαθούν να φέρουν το παγκόσμιο ποδόσφαιρο στα δικά τους μέτρα, με επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, χτίζοντας ένα νέο, ραγδαία αναπτυσσόμενο εγχώριο κοινό και προωθώντας μια νέα γενιά παικτών.

Οι Αμερικανοί ιδιοκτήτες ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών ομάδων έρχονται αντιμέτωποι με τις διαμαρτυρίες των οπαδών εδώ και χρόνια, με τις τριβές πλέον να εντείνονται. Ορισμένοι εκφράζουν φόβους ότι το άθλημα χάνει τον προσανατολισμό του στον βωμό του κέρδους και ότι τα ξένα κεφάλαια αλλοιώνουν την ισορροπία δυνάμεων στο παιχνίδι. Από την άλλη, η έλευση νέων επενδυτών ελάχιστα έχει βοηθήσει μέχρι στιγμής στο να συμμαζευτούν τα τραγικά οικονομικά του αθλήματος.

Σύμφωνα με στοιχεία της CIES Sports Intelligence, στα χέρια Αμερικανών βρίσκονται πλέον 117 ευρωπαϊκές ομάδες. Το αμερικανικό κεφάλαιο ελέγχει πάνω από τις μισές ομάδες της αγγλικής Premier League, περισσότερες από το ένα τρίτο της ιταλικής Serie A και πάνω από το ένα τέταρτο της γαλλικής Ligue 1.

Οι επιπτώσεις αυτής της εισβολής είναι ήδη ορατές τόσο μέσα στις τέσσερις γραμμές όσο και έξω από αυτές. Οι σύλλογοι διοικούνται πλέον με καθαρά τεχνοκρατικά κριτήρια και με το βλέμμα στραμμένο αποκλειστικά στο κέρδος. Αντιγράφουν πιστά το αμερικανικό μοντέλο, εκεί όπου η ιδιοκτησία μιας ομάδας αποτελεί “μηχανή παραγωγής χρήματος”. Αυτή η νέα νοοτροπία έχει φέρει στο προσκήνιο την ανάγκη για πιο αυστηρούς οικονομικούς κανόνες, lifting γηπεδικών υποδομών και σαφάρι για νέες πηγές εσόδων.

Αυτό το Μουντιάλ θα είναι γεμάτο από επιρροές άλλων αμερικανικών σπορ, κυρίως του NFL. Η FIFA καθιερώνει τρίλεπτα διαλείμματα για νερό (water breaks) σε κάθε ημίχρονο – ένα μέτρο απαραίτητο για τις πόλεις που “βράζουν” από τον καύσωνα, αλλά ταυτόχρονα και μια χρυσή ευκαιρία για να πουληθεί διαφημιστικός χρόνος στην τηλεόραση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ένας μέσος αγώνας του NFL έχει περίπου μία ώρα διαφημίσεις. Όσο για τις τιμές των εισιτηρίων, που έχουν εκτοξευθεί σε πρωτοφανή για Παγκόσμιο Κύπελλο επίπεδα, η FIFA “πέταξε την μπάλα στην εξέδρα”, δικαιολογώντας τες ως μια απλή “εναρμόνιση” με τις τάσεις της αμερικανικής αγοράς.

“Στην αμερικανική κουλτούρα η συνταγή είναι απλή: κάν’ το τεράστιο, κάν’ το πανάκριβο, κάν’ το για λίγους”, επισημαίνει η Χριστίνα Φιλίππου, ειδικός στα οικονομικά του ποδοσφαίρου στο Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ. “Αυτό όμως δεν μπορεί να δουλέψει με τον ίδιο τρόπο στην Ευρώπη, όπου το ποδόσφαιρο θεωρείται κοινωνικό αγαθό και αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας των λαών”.

Η δύναμη του δολαρίου

Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από τότε που η οικογένεια Γκλέιζερ εξαγόραζε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Επρόκειτο για μια αμφιλεγόμενη εξαγορά μέσω μόχλευσης (leveraged buyout), η οποία σηματοδότησε την πρώτη μεγάλη εξαγορά ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού συλλόγου από αμερικανικά κεφάλαια.

Τα επόμενα χρόνια, οι αμερικανικές επενδύσεις συνεχίστηκαν με σταθερή ροή. Αμερικανοί ιδιοκτήτες απέκτησαν τον έλεγχο της Λίβερπουλ το 2007, της Άρσεναλ και της Ρόμα το 2011, καθώς και μερικών ακόμη ομάδων. Μέχρι το 2018, όταν η FIFA ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και το Μεξικό θα συνδιοργανώσουν το Μουντιάλ του 2026, περίπου είκοσι τέσσερις ευρωπαϊκές ομάδες είχαν ήδη περάσει στα χέρια Αμερικανών επενδυτών.

Έκτοτε όμως, ο αριθμός των συλλόγων αμερικανικής ιδιοκτησίας στην Ευρώπη έχει υπερτετραπλασιαστεί. Οι μεγαλύτερες εξαγορές ομάδων στην ιστορία της Αγγλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας πραγματοποιήθηκαν όλες από Αμερικανούς αγοραστές. Η Άρσεναλ, η πρωταθλήτρια Ιταλίας Ίντερ, καθώς και η Ατλέτικο Μαδρίτης – ο τρίτος μεγαλύτερος σύλλογος της Ισπανίας – ελέγχονται πλέον από τις ΗΠΑ. Μάλιστα, η αμερικανική ιδιοκτησία επεκτείνεται πλέον πέρα από την ευρωπαϊκή ελίτ, αγγίζοντας και επηρεάζοντας τα πρωταθλήματα της Πορτογαλίας, του Βελγίου, της Βραζιλίας και το αντίστοιχο στο Μεξικό, καθώς και τις μικρότερες κατηγορίες του αγγλικού, ισπανικού και ιταλικού ποδοσφαίρου.

Οι Αμερικανοί ιδιοκτήτες δεν αποτελούν μια ομοιογενή ομάδα. Ορισμένοι τρέφουν ισόβια αγάπη για το ποδόσφαιρο και διατηρούν στενούς οικογενειακούς δεσμούς με την Ευρώπη. Άλλοι λειτουργούν υπό το αυστηρό πλαίσιο επενδυτικών εντολών και υποχρεούνται να αποδώσουν κέρδη στους επενδυτές τους εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα.

Ομάδες της Championship, της δεύτερης κατηγορίας του αγγλικού ποδοσφαίρου, έχουν πλέον στο μετοχικό τους δυναμικό τον ηθοποιό του Χόλιγουντ Ράιαν Ρέινολντς, τον ράπερ Σνουπ Ντογκ και τον κορυφαίο, αποσυρθέντα πλέον, quarterback του NFL Τομ Μπρέιντι. Παράλληλα, στους μετόχους περιλαμβάνονται αντισταθμιστικά κεφάλαια (hedge funds), εταιρείες ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (private equity) και Αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι.

“Οι Αμερικανοί επενδυτές είναι αυτή τη στιγμή οι κυρίαρχοι αγοραστές στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Το αμερικανικό κεφάλαιο, ακολουθώντας την πορεία του και σε άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, έχει ουσιαστικά μετατραπεί σε παράγοντα που διαμορφώνει τις τιμές”, αναφέρει ο Michael Kuh, συνεπικεφαλής του αθλητικού τμήματος της δικηγορικής εταιρείας Simpson Thacher.

Οι επαγγελματίες επενδυτές διοχετεύουν τα κεφάλαιά τους και με άλλους τρόπους, όπως μέσω μειοψηφικών πακέτων μετοχών, κοινοπραξιών, δομημένων δανείων ή συμφωνιών κατανομής εσόδων.

“Είναι το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο”, αναφέρει ο Colin Neville της επενδυτικής τράπεζας Raine Group. “Αν θέλεις να αναλάβεις ένα επενδυτικό ρίσκο με βάση τη σχέση απόδοσης – κινδύνου, νιώθεις αρκετά σίγουρος ότι αυτά τα brands θα συνεχίσουν να υφίστανται για πάρα πολλά χρόνια”.

Αναλυτές και σύμβουλοι επισημαίνουν ότι η εισροή αμερικανικών κεφαλαίων οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως η παγκόσμια άνθηση των αθλητικών περιουσιακών στοιχείων και το τεράστιο κύμα αμερικανικής ρευστότητας που αναζητά επενδυτικές ευκαιρίες.

Ο Gregg Lemkau, διευθύνων σύμβουλος της BDT & MSD – μιας αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας που χρηματοδοτεί αρκετούς ιδιοκτήτες ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών συλλόγων – υπογραμμίζει τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό δισεκατομμυριούχων που ψάχνουν να επενδύσουν.

“Έχει σημειωθεί μια έκρηξη πλούτου. Στις ΗΠΑ, ο αριθμός των ομάδων στα μεγάλα επαγγελματικά πρωταθλήματα έχει μείνει σχεδόν στάσιμος τα τελευταία είκοσι χρόνια, αλλά ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων έχει πολλαπλασιαστεί. Πρόκειται για ένα κλασικό παιχνίδι προσφοράς και ζήτησης”, εξηγεί ο Lemkau.

Το σχετικά χαλαρό θεσμικό πλαίσιο του ποδοσφαίρου γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς το καθιστά ιδανικό καταφύγιο για την τοποθέτηση κεφαλαίων. Για παράδειγμα, στα μεγάλα αμερικανικά πρωταθλήματα απαγορεύεται στα private equity funds να αποκτούν πλειοψηφικά πακέτα μετοχών, ενώ υπάρχουν και αυστηρά ανώτατα όρια δανεισμού. Το ποδόσφαιρο δεν έχει σχεδόν κανέναν τέτοιο περιορισμό.

Πολλοί θεωρούν ότι το ποδόσφαιρο παραμένει εμπορικά ανεκμετάλλευτο. Τα τελευταία χρόνια, οι σύλλογοι έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια για να εκσυγχρονίσουν τα γήπεδά τους βάσει των αμερικανικών προτύπων, δημιουργώντας πολύ περισσότερες σουίτες και θέσεις VIP, καθώς και την δυνατότητα μετατροπής υποδομών ώστε να φιλοξενούν συναυλίες ή άλλα αθλητικά γεγονότα, όπως αγώνες του NFL.

H Shakira
H Shakira AP Heather Khalifa

Το κόστος εισόδου στην αγορά έχει επίσης παίξει τον ρόλο του. Η αξία των αθλητικών ομάδων στις ΗΠΑ έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, περιορίζοντας τον αριθμό των επενδυτών που μπορούν να εξαγοράσουν κορυφαίους συλλόγους.

Συγκριτικά, οι ποδοσφαιρικές ομάδες μοιάζουν φτηνές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Sportico, οι ομάδες του NBA αποτιμώνται πλέον σε πάνω από 14 φορές τα έσοδά τους, τη στιγμή που οι κορυφαίοι ευρωπαϊκοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι αποτιμώνται μόλις στο 4,2.

Ο Gerry Cardinale, ιδρυτής της εταιρείας private equity RedBird Capital και ιδιοκτήτης της ιταλικής Μίλαν, επισημαίνει ότι ενώ ορισμένοι παραδοσιακοί επενδυτές των σπορ στράφηκαν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, κάποιοι νεότεροι παίκτες έχουν απλώς “αποκλειστεί λόγω κόστους” στην εγχώρια αγορά τους.

“Στις ΗΠΑ, το κόστος εισόδου έχει φτάσει στα ύψη. Έτσι, ο κόσμος κοιτάζει το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και λέει: αυτή είναι μια ευκαιρία να επενδύσουμε με έκπτωση σε ένα παγκόσμιο προϊόν ψυχαγωγίας και οικονομικής ανάπτυξης”, αναφέρει. “Η οικονομική προοπτική είναι τεράστια, επειδή το άθλημα δεν έχει ακόμη οργανωθεί σε απόλυτα επαγγελματικά πρότυπα, όπως έχει συμβεί με τα αμερικανικά σπορ”.

“Soccer” σε άνοδο

Την ίδια ακριβώς περίοδο που το ενδιαφέρον στις ΗΠΑ εκτοξευόταν, οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας άφησαν πολλούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους σε απελπιστική ανάγκη για ρευστότητα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της UEFA, οι ευρωπαϊκές ομάδες όλων των κατηγοριών έχασαν έσοδα ύψους 4,3 δισ. ευρώ από τις ημέρες των αγώνων.

“Οι σύλλογοι δοκιμάζονταν σκληρά και οι ισολογισμοί τους βρίσκονταν υπό τρομερή πίεση», αναφέρει ο Matt Bonass, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας Bird & Bird. “Αυτό το γεγονός άνοιξε τον δρόμο για την εισροή νέων κεφαλαίων”.

Ορισμένοι επενδυτές, που διαθέτουν ήδη μετοχές σε αμερικανικά αθλήματα, βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μια ευκαιρία να θωρακίσουν μελλοντικά τα χαρτοφυλάκιά τους. Τα αθλήματα των ΗΠΑ έχουν σαφώς μικρότερη παγκόσμια βάση οπαδών σε σχέση με το ποδόσφαιρο. Για παράδειγμα, οι Λος Άντζελες Λέικερς έχουν 25 εκατομμύρια ακολούθους στο Instagram, ενώ η Μπαρτσελόνα αγγίζει τα 145 εκατομμύρια. Παράλληλα, όμως, οι ποδοσφαιρικές ομάδες αποκτούν πλέον ένα ταχύτατα αυξανόμενο κοινό και εντός των ΗΠΑ.

Η μετακόμιση του Αργεντινού σούπερ σταρ Λιονέλ Μέσι στην Ίντερ Μαϊάμι και η τηλεοπτική κωμωδία Ted Lasso, παραγωγής Apple, συνέβαλαν καθοριστικά στην ένταξη του ποδοσφαίρου στην κυρίαρχη αμερικανική κουλτούρα. Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αγκαλιάσει το άθλημα – παρέδωσε προσωπικά το τρόπαιο στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων της FIFA το περασμένο καλοκαίρι, ενώ φιλοξενεί τακτικά τον Ινφαντίνο στο Οβάλ Γραφείο.

Ο Jon Miller, πρόεδρος εξαγορών και συνεργασιών του αμερικανικού καλωδιακού δικτύου NBC, αναφέρει ότι 35 έως 40 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ παρακολούθησαν την Premier League φέτος, με 18 αγώνες να ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο τηλεθεατές. Αυτή η οπαδική βάση είναι κυρίως νεανική: σύμφωνα με το YouGov, το 56% όσων δηλώνουν φίλαθλοι του ποδοσφαίρου στις ΗΠΑ είναι ηλικίας 18-34 ετών.

“Οι τηλεθεάσεις μας στην κανονική διάρκεια της Premier League ξεπερνούν εκείνες του NHL για την αντίστοιχη περίοδο του χόκεϊ. Κι αυτό όταν το χόκεϊ είναι βαθιά ριζωμένο στα αθλητικά δρώμενα αυτής της χώρας εδώ και πάρα πολλά χρόνια”, επισημαίνει ο Miller.

Παράλληλα, οι Αμερικανοί παίζουν περισσότερο ποδόσφαιρο. Η συμμετοχή σε ποδόσφαιρο εσωτερικού (5×5) και εξωτερικού χώρου μειωνόταν συνεχώς για μια δεκαετία μέχρι το 2018, σύμφωνα με την Ένωση Αθλητικής Βιομηχανίας και Φυσικής Κατάστασης (SFIA). Από τότε όμως, ο συνολικός αριθμός των παικτών εκτοξεύθηκε από τα 16,6 εκατομμύρια στα 23,4 εκατομμύρια πέρυσι.

Η ίδια η FIFA αναμένεται να είναι από τους βασικούς κερδισμένους αυτής της αμερικανικής έκρηξης. Προβλέπει έσοδα 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον τρέχοντα τετραετή κύκλο που ολοκληρώνεται με το φετινό καλοκαιρινό Παγκόσμιο Κύπελλο, σημειώνοντας αύξηση 72% σε σχέση με το Μουντιάλ του Κατάρ.

Οι επενδύσεις ρέουν άφθονες και στο εγχώριο πρωτάθλημα. Οι αξίες των ομάδων τόσο στο Major League Soccer (MLS), την κορυφαία κατηγορία ανδρών, όσο και στο National Women’s Soccer League (NWSL), έχουν εκτιναχθεί. Το NWSL ανακοίνωσε πρόσφατα την πώληση της νέας του ομάδας στο Κολόμπους του Οχάιο για 205 εκατομμύρια δολάρια. Σημειώνεται ότι το 2021, οι ομάδες πωλούνταν έναντι μόλις 2 εκατομμυρίων δολαρίων.

Σημαντικά κεφάλαια εισφέρουν και πολλοί εύποροι υποστηρικτές. Ο Arthur Blank, ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της Home Depot και ιδιοκτήτης της Atlanta United FC, δώρισε 50 εκατομμύρια δολάρια για το νέο Εθνικό Προπονητικό Κέντρο των ΗΠΑ. Η Michele Kang, ιδιοκτήτρια τριών γυναικείων ομάδων, προσέφερε 30 εκατομμύρια δολάρια στην Αμερικανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (US Soccer) για την ανάπτυξη του γυναικείου ποδοσφαίρου, τόσο σε επίπεδο ακαδημιών όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο.

O Μέσι στην Inter Miami
O Μέσι στην Inter Miami AP Photo Rebecca Blackwell

Η ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά των ΗΠΑ έχει εκτοξεύσει την αξία των διεθνών τηλεοπτικών δικαιωμάτων για ορισμένες διοργανώσεις, εισρέοντας δισεκατομμύρια δολάρια πρόσθετων εσόδων σε συγκεκριμένα στρώματα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Το 2017, έναν χρόνο πριν από την επιτυχημένη ανάληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τα αμερικανικά δίκτυα δαπανούσαν συνολικά 340 εκατομμύρια δολάρια ετησίως για τα τηλεοπτικά δικαιώματα της Premier League, του Champions League και της ισπανικής La Liga, σύμφωνα με την εταιρεία δεδομένων και αναλύσεων Ampere Sports. Φέτος, το ποσό που θα καταβάλουν για τις ίδιες τρεις διοργανώσεις θα αγγίξει τα 900 εκατομμύρια δολάρια.

Για ορισμένους ευρωπαϊκούς συλλόγους, αυτή η εξέλιξη αποτέλεσε μια σημαντική οικονομική ανάσα. Παράλληλα, όμως, διεύρυνε την ψαλίδα ανάμεσα στους ισχυρούς και τους οικονομικά ασθενέστερους.

Η αγγλική Premier League αντλεί πλέον πάνω από τα μισά ετήσια τηλεοπτικά της έσοδα εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, με τις ΗΠΑ να αποτελούν τη μεγαλύτερη αγορά της στο εξωτερικό. Μάλιστα, τα διεθνή δικαιώματα αποφέρουν στις 20 κορυφαίες αγγλικές ομάδες περισσότερα έσοδα από όσα εισπράττουν μαζί τα πρωταθλήματα της Ισπανίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Το χάσμα ανάμεσα στους αγγλικούς συλλόγους και την πλειονότητα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών ομάδων μεγαλώνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Aston Villa είχε πέρυσι έσοδα 378 εκατομμύρια λίρες (431 εκατ. ευρώ), ενώ η Φράιμπουργκ περιορίστηκε στα 163 εκατομμύρια ευρώ.

“Όταν το χρήμα συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένα χέρια, δημιουργούνται προβλήματα σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό οικοσύστημα, κάτι που βλάπτει τη μακροπρόθεσμη υγεία του αθλήματος”, επισημαίνει ο Philippou από το Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ.

Η “μαύρη τρύπα” του ποδοσφαίρου

Η αμερικανική επιχειρηματική νοοτροπία και οι παραδόσεις του ευρωπαϊκού αθλητισμού συγκρούονται όλο και πιο έντονα, όπως μαρτυρά η πρόσφατη διαμάχη για τα εισιτήρια του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η σκιά της European Super League – μιας αποτυχημένης προσπάθειας να επιβληθεί στο ποδόσφαιρο ένα κλειστό πρωτάθλημα αμερικανικού τύπου – εξακολουθεί να πλανιέται πάνω από το άθλημα.

Πέρυσι, η ισπανική Λίγκα αναγκάστηκε να αποσύρει το σχέδιό της για τη διεξαγωγή αγώνα κανονικής περιόδου στις ΗΠΑ, μετά τη θύελλα αντιδράσεων στην εγχώρια αγορά. Αντίστοιχα, το γερμανικό πρωτάθλημα διέκοψε τις διαπραγματεύσεις με ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια για μια σχεδιαζόμενη συμφωνία, υποκύπτοντας σε παρόμοιες πιέσεις.

Η ελπίδα ότι μια νέα γενιά διορατικών ιδιοκτητών, με επιτυχημένη θητεία στον αμερικανικό αθλητισμό, θα εξυγίαινε τα οικονομικά του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, έχει διαψευστεί παταγωδώς.

Φετινή έκθεση της Uefa αποκάλυψε ότι οι ευρωπαϊκοί σύλλογοι κατέγραψαν συνολικές ζημίες άνω του 1 δισ. ευρώ την περασμένη σεζόν. Το γεγονός αυτό συνέβη παρά τα ιστορικά έσοδα ύψους 30 δισ. ευρώ. Από τις πέντε πιο ζημιογόνες ομάδες, οι τέσσερις ελέγχονται πλήρως ή μερικώς από αμερικανικά κεφάλαια. Αντίστοιχα, στην Premier League, οι 14 από τις 20 ομάδες παρουσίασαν ζημίες προ φόρων.

Ορισμένοι αποδίδουν την εκτόξευση του κόστους στην εισροή χρημάτων από κράτη της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, την τελευταία πενταετία, οι τρεις σύλλογοι με το μεγαλύτερο αρνητικό ισοζύγιο μεταγραφών – Τσέλσι, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Άρσεναλ – βρίσκονται σε αμερικανικά χέρια.

Η μαζική επένδυση σε μικρότερους συλλόγους αποτυπώνει μια ανάλογη πραγματικότητα. Πέρυσι στην Championship, όπου σχεδόν οι μισές ομάδες είχαν Αμερικανούς μετόχους, οι συνολικές ζημίες αυξήθηκαν κατά 25%. Το ποσό άγγιξε τα 411 εκατ. στερλίνες, σύμφωνα με στοιχεία της Deloitte.

“Κάθε τύπος που πίνει τρεις μπίρες σε μια αγγλική παμπ νομίζει ότι μπορεί να αγοράσει μια ομάδα και να την ανεβάσει κατηγορία”, σχολιάζει ο Lemkau, χρηματοδότης ποδοσφαιρικών συλλόγων.

Διαμαρτυρίες κατά της ιδιοκτησίας της Μάντσεστερ
Διαμαρτυρίες κατά της ιδιοκτησίας της Μάντσεστερ AP Photo on Super

Τόσο η UEFA όσο και η Premier League έλαβαν πρόσφατα μέτρα για αυστηροποίηση των οικονομικών κανόνων, με σκοπό να αναχαιτίσουν το κύμα των οικονομικών απωλειών, έχοντας συχνά την υποστήριξη των Αμερικανών ιδιοκτητών.

Ορισμένοι επενδυτές του επαγγελματικού αθλητισμού έχουν εκφράσει ανοιχτά τις επιφυλάξεις τους για τη φθίνουσα απήχηση του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Αυτό οφείλεται στα υψηλά επίπεδα ρίσκου – λόγω του συστήματος προβιβασμού και υποβιβασμού – και στην απουσία ελέγχου των δαπανών. Ελάχιστοι ιδιοκτήτες συλλόγων πρότειναν την εφαρμογή ανώτατων ορίων στους μισθούς (salary caps) αμερικανικού τύπου στο ποδόσφαιρο, αλλά ήρθαν αντιμέτωποι με απειλές για νομικές ενέργειες από τα συνδικάτα των παικτών.

Οι δαπανηρές περιπέτειες της Τσέλσι υπό το ιδιοκτησιακό καθεστώς επενδυτικών κεφαλαίων και το “παρ’ ολίγον” φλερτ της Τότεναμ με τον υποβιβασμό αυτή τη σεζόν υπενθυμίζουν πόσο ανταγωνιστικό και απρόβλεπτο είναι το ποδόσφαιρο. Αρκετοί σύλλογοι αμερικανικής ιδιοκτησίας, τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Νότια Αμερική, αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Παρά τις αυξανόμενες προκλήσεις, οι αισιόδοξοι βλέπουν το Παγκόσμιο Κύπελλο αυτού του μήνα ως καταλύτη για ένα νέο κύμα ενθουσιασμού, καθώς εκατομμύρια Αμερικανοί συντονίζονται με τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση που διεξάγεται στα γήπεδά τους.

“Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 στις ΗΠΑ γέννησε τη Major League Soccer και έφερε μια τεράστια άνοδο στο ενδιαφέρον για το επαγγελματικό ποδόσφαιρο”, αναφέρει ο Kuh, δικηγόρος με ειδίκευση στο αθλητικό δίκαιο. “Αναμένω ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 θα αποτελέσει παρομοίως σημείο – καμπή για το ποδόσφαιρο στις ΗΠΑ, τόσο για τη συμμετοχή όσο και για την οπαδική βάση, γεγονός που τελικά θα ενισχύσει το ενδιαφέρον των επενδυτών”.

Data visualisation από τον Dan Clark

© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα